Υπάρχει μια Ευρώπη που στηρίζεται στους λαούς που συνεχίζουν το ελληνορωμαϊκό παρελθόν και μια Ευρώπη που στηρίζεται στους γερμανικούς λαούς. Ο Χριστιανισμός είναι κοινός και στους δύο, αλλά ακόμα και αυτός δεν είναι εντελώς ο ίδιος.

Ο Έγελος έλεγε ότι οι γερμανικοί λαοί αφομοίωσαν γνησιότερα τον Χριστιανισμό επειδή ξεκίνησαν από την κατάσταση της βαρβαρότητας και δεν μεσολαβούσε ανάμεσα σ’ αυτούς και τον Χριστιανισμό ένας ογκώδης πολιτισμός σαν τον ελληνορωμαϊκό.

Ο προτεσταντισμός πάντα πίστευε ότι το ελληνορωμαϊκό παρελθόν είχε επικαλύψει παραμορφωτικά τον αρχικό Χριστιανισμό, γι’ αυτό και σε πολλές του εκδοχές απέκτησε παλαιοδιαθηκικό χαρακτήρα ή αλλιώς στηρίχτηκε  στη θεολογική γραμμή που ξεκινάει από τον Παύλο και περνάει από τον Αυγουστίνο που, επειδή  στον πυρήνα της υπάρχει η εμπειρία της μεταστροφής, ίσως εξέφραζε καλύτερα τη στροφή των γερμανικών λαών από το παγανιστικό παρελθόν τους στον Χριστιανισμό. Αυτή η θεολογική γραμμή αντέταξε, μέσω των φραγκισκανών φορέων της, στον καθολικό ρεαλισμό τον αγγλοσαξονικό νομιναλισμό, αυτή γέννησε και τη λουθηρανή επανάσταση. Η νεότερη ιστοριογραφία, αλλάζοντας την εικόνα μας για τον Μεσαίωνα, εμβάθυνε όμως σημαντικά την κατανόησή μας για το χάσμα που χωρίζει τη λατινική Ευρώπη από την γοτθική και σε ένα άλλο τομέα, αυτόν της κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης.


Διαβάστε για την αφορμή αυτού του άρθρου

Διαβάστε ακόμη


Η ευρωπαϊκή αντιπροσωπευτική δημοκρατία, στην οπτική της νεότερης αυτής ιστοριογραφίας, είναι εγγεγραμμένη στο γενετικό υλικό της Δύσης, επειδή προέκυψε από την ώσμωση χριστιανικών και γερμανικών στοιχείων στο τέλος της αρχαιότητας∙ αυτή, διαλύοντας τις αυτοκρατορικές δομές, δημιούργησε, κατά τους πέντε πρώτους αιώνες, μέσα από την αρχική αποδιοργάνωση, νησίδες ελευθερίας, που προκάλεσαν την σταδιακή αυτονόμηση της κοινωνίας από το κράτος. Η Ευρώπη, στην οπτική αυτή, δεν οφείλει την ιδιαιτερότητά της ούτε στην ελληνική ιδέα της δημοκρατίας, ούτε στην ρωμαϊκή res publica, παρά μόνον εμμέσως∙ η άμεση ρίζα των νεότερων δημοκρατικών θεσμών είναι η φεουδαρχία του Μεσαίωνα.

Novalis (1799), portrait by Franz Gareis

Η γνωστή ὁμιλία του Νοβάλις: Η Χριστιανοσύνη, ή η Ευρώπη, [1799] εμφορούμενη από το πνεύμα της μοραβικής αδελφότητας, δείχνει πολύ καλά, πέρα από τον προτεσταντισμό τον ίδιο, ποιο είναι το αρχέτυπο του Μεσαίωνα που κατοικεί το φαντασιακό της κεντρο-ανατολικής Ευρώπης, αλλά όποιος βιάζεται να αποδώσει την εικόνα αυτή στον ρομαντισμό του Νοβάλις, δεν έχει παρά να σκεφτεί τον  Μαρξ που ονόμαζε το φεουδαρχικό Μεσαίωνα unfreie Demokratie, δημοκρατία χωρίς ελευθερία, χρησιμοποιώντας τον ως αντιπαράδειγμα στην αυτονόμηση του νεότερου κράτους — και η πιο πρόσφατη ιστοριογραφία έχει πλήρως επαληθεύσει τις ενοράσεις του (Βλ. κυρίως τις μελέτες των Μπλοχ (Bloch), και Ντυμπύ (Duby), στις οποίες στηρίζεται και η περιεκτική μαρξιστική σύνθεση του Πέρρυ Άντερσον (Perry Anderson).

Κατά παράδοξο τρόπο, την ευρωπαϊκή διφυία τονίζει, αποκλειστικά πολεμικά όμως, μια ορισμένη νεοελληνική ιστοριογραφία που επιμένει στη θεώρηση του Βυζαντίου ως Ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, ενώ βλέπει στους γερμανικούς λαούς απλώς τους βαρβάρους που κατέστρεψαν το ρωμαϊκό πολιτισμό, και τίποτε άλλο (Ρωμανίδης, Μεταλληνός).

Έτσι, σταδιακά, σε μια ορισμένη ιδεολογική χρήση της ιστορίας που τόνιζε τις ελληνορωμαϊκές καταβολές, αρχίζει να αντιπαρατίθεται μια άλλη ιδεολογική της χρήση που τονίζει τις γερμανικές. Και αυτήν χρησιμοποιεί η ιστοριογραφία της Mitteleuropa, στην προσπάθεια να σκεφτεί την δική της προβληματική ταυτότητα,. Αν η γαλλική επανάσταση έγινε με το ρωμαϊκό πρότυπο της res publica υπ’ οφθαλμόν, και ο Σιεγιές την έβλεπε σχεδόν ως αποτίναξη του φραγκικού ζυγού, και αν μέχρι τον ντε Γκωλ η Ευρώπη ήταν ακόμα η σύνθεση του ελληνορωμαϊκού πνεύματος με τον Χριστιανισμό, η νεότερη ιστοριογραφία της κεντρο-ανατολικής Ευρώπης τείνει να βλέπει την Ευρώπη ως δημιούργημα της φεουδαρχίας, και να βλέπει την απόπειρα συμφιλίωσής της, από τον Καρλομάγνο, με την αυτοκρατορική ιδέα, ως το ατύχημα που καθυστέρησε τη δημιουργία ενός γερμανικού κράτους, προκαλώντας, ως παράπλευρη συνέπεια κατά κάποιο τρόπο, τη γέννηση ακριβώς της κεντρο-ανατολικής Ευρώπης (Τις σκέψεις αυτές ανέπτυξε λ.χ. , στην Ουγγαρία, στα χνάρια του Ίστβαν Μπίμπο [IstvanBibό], ο Γένε Συτς [Jenő Szűcs].)

Μπορεί κανείς να σκεφτεί, σε μια τέτοια προοπτική, ότι ο γερμανικός ordoliberalismus συνεχίζει την ηθική των αμοιβαίων υποχρεώσεων μεταξύ ανίσων που χαρακτηρίζει τη φεουδαρχία, ενώ η γραφειοκρατία των Βρυξελλών συνεχίζει το αυτοκρατορικό σύστημα της διάχυσης της εξουσίας σε ένα ευρύ στρώμα διοικητικών υπαλλήλων που ζουν από το κράτος (με ένα σύστημα παροχών, praebendes, όπως το παρατηρούσε ήδη ο Βέμπερ τουλάχιστον από το 1922) – ένα σύστημα που τα ανατολικά κράτη είχαν ζήσει υπό τη μορφή της μονοκρατορίας του κόμματος και της νομενκλατούρας του.

πηγή κεντρικής φωτογραφίας