Πριν λίγες μέρες, η Ρωσία ψήφισε νόμο που καθιστά σοβαρό έγκλημα τη δημοσίευση “ψευδών” ειδήσεων για τον στρατό της χώρας. Οι παραβάτες μπορούν να αντιμετωπίσουν 15 χρόνια φυλάκισης.

Και τι ακριβώς είναι οι “ψευδείς” ειδήσεις; Αυτό εξαρτάται από τις ρωσικές αρχές. Σύμφωνα με πληροφορίες, θα περιλαμβάνει κάθε αναφορά στην εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία που την αποκαλεί εισβολή, κάτι που θα ερχόταν σε αντίθεση με την επιμονή του Κρεμλίνου ότι πρόκειται απλώς για μια “ειδική στρατιωτική επιχείρηση”.

Το Κρεμλίνο έχει επίσης εφαρμόσει τον όρο ” ψευδείς ειδήσεις” σε ρεπορτάζ που αναφέρουν ότι ρωσική αεροπορική επιδρομή έπληξε ένα μαιευτήριο στην Ουκρανία.

Με άλλα λόγια, ψευδείς ειδήσεις σημαίνουν πραγματικές ειδήσεις.

Ο νόμος αποτελεί μέρος μιας σαρωτικής καταστολής της ελευθερίας της έκφρασης στη χώρα, καθώς ο πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν προσπαθεί να καλύψει το αδικαιολόγητο: μια απρόκλητη εισβολή σε μια ειρηνική γειτονική χώρα.

Η οργουελική χρήση από τη Ρωσία της λέξης “φейки” – μια φωνητική μετάφραση της αγγλικής λέξης “fake” – για την ποινικοποίηση της αλήθειας είναι το λογικό καταληκτικό σημείο μιας πολυετούς λοξοδρόμησης της έννοιας του όρου “fake news”. Η έννοια διαδόθηκε για πρώτη φορά στις Ηνωμένες Πολιτείες από καλοπροαίρετους ερευνητές παραπληροφόρησης για να περιγράψουν ιστοσελίδες εξαπάτησης που παρίσταναν τα ειδησεογραφικά πρακτορεία για να διαδώσουν σκόπιμα κατασκευασμένες πληροφορίες. Αλλά δεν άργησε να στραφεί εναντίον των ίδιων των μέσων ενημέρωσης, κυρίως από τον νέο πρόεδρο, Ντόναλντ Τραμπ.

Το 2014, ένας ερευνητής στο Tow Center for Digital Journalism του Πανεπιστημίου Κολούμπια, ο οποίος παρακολουθούσε τα πραγματολογικά λάθη των μέσων ενημέρωσης, παρατήρησε μια νέα τάση: ιστοσελίδες που έμοιαζαν με ειδησεογραφικά πρακτορεία αλλά δημοσίευαν εξ ολοκλήρου κατασκευασμένες ιστορίες, οι οποίες συχνά γίνονταν viral στο Facebook και σε άλλες πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης.

Ο ερευνητής, Craig Silverman, τις ονόμασε “ψευδείς ειδήσεις” (fake news). Πριν από αυτό, ο όρος “ψευδείς ειδήσεις” είχε εμφανιστεί σε λιγότερες από 1.000 ιστορίες ετησίως σε μεγάλα αμερικανικά ειδησεογραφικά πρακτορεία, τις περισσότερες φορές σε αναφορά για σατιρικές ιστοσελίδες όπως το Onion που έχουν ως στόχο να διασκεδάσουν και όχι να εξαπατήσουν, σύμφωνα με μια έρευνα στη βάση δεδομένων ειδήσεων Factiva.

Μέχρι το 2016, η τάση των ιστότοπων hoax που εξαπατούν τους χρήστες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης με ολοκληρωτικά κατασκευασμένες “ειδήσεις” είχε εκτιναχθεί. Ο Silverman, δημοσιογράφος τότε στο BuzzFeed, δημοσίευσε μια ανάλυση που διαπίστωνε ότι οι πιο viral ιστορίες “ψευδών ειδήσεων” – όπως μια αβάσιμη αναφορά ότι ο Πάπας Φραγκίσκος είχε υποστηρίξει τον Ντόναλντ Τραμπ – έφταναν σε μεγαλύτερο κοινό στο Facebook από ό,τι οι πραγματικές ειδήσεις από πραγματικά ειδησεογραφικά πρακτορεία. Αυτό συνέβη εν μέρει χάρη στον αλγόριθμο ροής ειδήσεων του Facebook, μια αποτελεσματική μηχανή για την ευρεία διανομή των αναρτήσεων που προκαλούν τις περισσότερες αντιδράσεις, ανεξαρτήτως από το αν είναι αληθινές.

Ξαφνικά, οι ψευδείς ειδήσεις έγιναν μεγάλη είδηση στις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς το Facebook αντιμετώπισε πίεση για να πατάξει την παραπληροφόρηση και πολλοί φιλελεύθεροι κατηγόρησαν αυτά τα viral ψεύδη ότι βοήθησαν στην ανάδειξη του Τραμπ στο αξίωμα.

Αλλά ο Τραμπ, σε ένα ρητορικό κατόρθωμα, είδε την ευκαιρία να διαστρεβλώσει τον όρο προς όφελός του. Μέχρι τον Ιανουάριο του 2017 είχε υιοθετήσει τον όρο “fake news” ως επίθετο για να χαρακτηρίζει τις κύριες ειδησεογραφικές αναφορές που ήθελε να αμφισβητήσει ή να θέσει υπό αμφισβήτηση.

Κατά τη διάρκεια της προεδρίας του, ο όρος έχασε σε μεγάλο βαθμό το αρχικό του νόημα, ιδίως για τους υποστηρικτές του Τραμπ, και αντ’ αυτού έφτασε να σημαίνει κάθε ειδησεογραφικό δημοσίευμα ή μέσο που έκανε τον πρόεδρο να φαίνεται κακός.

Το ρητορικό… ζίου ζίτσου του Τραμπ  δεν έμεινε ανεκμετάλλευτο από τους πολιτικούς ηγέτες άλλων χωρών – ιδίως, αλλά όχι αποκλειστικά, εκείνων με λαϊκιστικές ή αυταρχικές τάσεις.

Πολυάριθμες χώρες τα τελευταία χρόνια, από τη Σιγκαπούρη μέχρι την Ουγγαρία και το Βιετνάμ, έχουν ψηφίσει νόμους κατά των ψευδών ειδήσεων ή της παραπληροφόρησης, ορισμένες από τις οποίες αναμφισβήτητα χρησιμοποιούν την πανδημία του covid-19 ως κάλυψη για μια καταστολή του Τύπου με ευρύτερες επιπτώσεις.

Η Ρωσία ψήφισε νόμους περί ψευδών ειδήσεων το 2019, θεσπίζοντας πρόστιμα και ποινές φυλάκισης έως και 15 ημέρες για “αναξιόπιστες” πληροφορίες που δεν σέβονται τις κρατικές αρχές.

Ο τελευταίος νόμος της Ρωσίας πηγαίνει πολύ πιο μακριά, με ποινές φυλάκισης έως και 15 χρόνια.

Τα μέσα ενημέρωσης που ήταν προετοιμασμένα να πλοηγηθούν με την απειλή της λογοκρισίας και των χτυπημάτων “κάτω απ’ τη μέση” βάσει των προηγούμενων νόμων, δικαιολογημένα δυσκολεύτηκαν στην προοπτική να περάσουν οι υπάλληλοι και οι δημοσιογράφοι τους μεγάλο μέρος της ζωής τους στη φυλακή.

Μόλις την περασμένη εβδομάδα, ειδησεογραφικοί οργανισμοί από το BBC μέχρι τους New York Times και το Bloomberg News και τεχνολογικές πλατφόρμες όπως το Netflix και το TikTok είτε ανέστειλαν είτε μείωσαν τις δραστηριότητές τους στη Ρωσία, συμβάλλοντας σε ένα ειδησεογραφικό τοπίο ερημωμένο από πραγματικές ειδήσεις στο όνομα των “ψευδών ειδήσεων”. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτό ήταν μέρος της πρόθεσης του Κρεμλίνου.

Ο Silverman και άλλοι ερευνητές παραπληροφόρησης έχουν πάρει αποστάσεις από τον όρο “ψευδείς ειδήσεις” εδώ και χρόνια.

“Βοήθησα στην εκλαΐκευση του όρου “ψευδείς ειδήσεις” και τώρα ανατριχιάζω κάθε φορά που τον ακούω”, έγραψε ο Silverman το 2017. Το Facebook, αφού αρχικά αρνήθηκε ότι οι ψευδείς ειδήσεις έπαιξαν σημαντικό ρόλο στις εκλογές του 2016, αργότερα δεσμεύτηκε να τις καταπολεμήσει – αλλά στη συνέχεια εγκατέλειψε τον όρο “ψευδείς ειδήσεις-fake news” λόγω της πολιτικής φόρτισης υπέρ του « αναληθείς ειδήσεις- false news».

Η Claire Wardle, καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Brown και κορυφαία ερευνήτρια παραπληροφόρησης, δήλωσε ότι σταμάτησε επίσης να χρησιμοποιεί τον όρο το 2017, όταν έγινε σαφές ότι χρησιμοποιήθηκε ως όπλο από πολιτικούς σε όλο τον κόσμο ως “επίθεση κατά των μέσων ενημέρωσης”. Αντ’ αυτού, διδάσκει τη σημασία της χρήσης ακριβών όρων για τον χαρακτηρισμό διαφόρων μορφών ψευδών ή παραπλανητικών πληροφοριών, όπως “παραπληροφόρηση”, “προπαγάνδα”, “συνωμοσία”, “σάτιρα” ή “φήμη”.

Στις μέρες μας, είπε, οι ψευδείς ειδήσεις – με την αρχική, περιορισμένη έννοια των ιστότοπων που προσποιούνται ότι είναι ειδησεογραφικά πρακτορεία για να περάσουν ψεύτικες ιστορίες – είναι παλιά είδηση, καθώς οι πιο εξελιγμένοι, με πολιτικά κίνητρα προπαγανδιστές έχουν προχωρήσει σε τεχνικές όπως η απόσπαση γνήσιων εικόνων από τα συμφραζόμενα για να εξαπατήσουν τον κόσμο.

Ίσως ο πιο αποτελεσματικός τρόπος να εξαπατήσει κανείς μαζικά έναν πληθυσμό στην εποχή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης δεν είναι να προσπαθήσει να τον πείσει για ψεύδη, αλλά να απαξιώσει τα μέσα ενημέρωσης και να σπείρει αμφιβολίες για την αλήθεια. Για τον Πούτιν, όπως και για τον Τραμπ, η έννοια των ψευδών ειδήσεων έχει αποδειχθεί ένα ισχυρό εργαλείο για αυτό ακριβώς το σκοπό.

πηγή