Η εκπαίδευση στη δημοσιογραφία γεννήθηκε ως νόθο και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της προσπαθώντας να βρει το πραγματικό της σπίτι. «Αυτό το τραχύ σκαρί δεν αισθανόταν ποτέ πολύ άνετα στις παραγεμισμένες καρέκλες των σχολών, με τους ταπετσαρισμένους κοινόχρηστους χώρους για τους καθηγητές των ελεύθερων τεχνών και τα παραδοσιακά επαγγέλματα της θεολογίας, της νομικής και της ιατρικής», έγραφε ο αείμνηστος, μεγάλος μελετητής των μέσων, James Carey, το 1996. Περιέγραφε τις ακροβασίες που οι πρώτοι εκπαιδευτικοί δημοσιογραφίας χρησιμοποιούσαν «για να εισάγουν τη δημοσιογραφία στο πανεπιστήμιο μέσω της ιστορίας, της ηθικής και της νομικής. Δηλαδή, στρέφονταν στις ανθρωπιστικές επιστήμες, όπως τις καταλάβαιναν, για να δικαιολογήσουν το νέο εκπαιδευτικό εγχείρημα».

Κάτι τέτοιο είχε νόημα εκείνη την εποχή. Αν η δημοσιογραφία ήταν επάγγελμα, σύμφωνα με το σκεπτικό τους, τότε θα πρέπει να έχει μια ιστορία για να καταγράψουν οι μελετητές της δημοσιογραφίας. Και αν η δημοσιογραφία ήταν επιστημονικός κλάδος, συνέχιζε το ίδιο σκεπτικό, θα έπρεπε να έχει έναν κανόνα που γίνεται σεβαστός και να αναπτύσσεται από διαδοχικές γενεές μελετητών. Στο τέλος, «οι εκπαιδευτικοί της δημοσιογραφίας εξελίχθηκαν όχι μόνο σε καθηγητές αλλά και σε διαμορφωτές της δημοσιογραφίας, αφιερωμένοι στην ανύψωσή της σε μια ανώτερη θέση προκειμένου να αξίζει να μπει στο πανεπιστήμιο», γράφει ο Carey. «Η προσαρμογή ήταν πάντα λίγο δύσκολη», καταλήγει.

Η δύσκολη προσαρμογή της δημοσιογραφίας στο πανεπιστήμιο είναι ακριβώς αυτό που με τράβηξε σε αυτήν. Ήμουν ένας δυστυχισμένος πτυχιακός φοιτητής στα τέλη της δεκαετίας του 1980 που σπούδαζε πολιτική φιλοσοφία, αφού ειδικεύτηκα στη φιλοσοφία και τη θεολογία (με μια χούφτα μαθήματα ποίησης μέσα στο μείγμα) — μια σειρά από επιλογές που τρομοκράτησαν τους γονείς μου.

Βίωνα και εγώ ο ίδιος μια «δύσκολη προσαρμογή». Αφού συνήλθα από το σοκ της μετάβασης από ένα μικρό κολέγιο Κουάκερων σε ένα μεγάλο ερευνητικό πανεπιστήμιο, πίστευα ακόμη στη δύναμη των ιδεών να αλλάζουν τις αντιλήψεις, ίσως ακόμη και τις πράξεις.

Αυτό το οποίο δυσκολευόμουν να συνηθίσω ήταν ακριβώς η διαδικασία «επαγγελματοποίησης» που ο Carey περιγράφει τόσο εύγλωττα. Η μεταμόρφωση μιας πρακτικής (στην περίπτωσή μου, ανάγνωση και καταγραφή ιδεών) σε αξιόπιστο επάγγελμα. Ήθελα να κάνω φιλοσοφία και πολιτική θεωρία, ό,τι και αν σήμαινε αυτό, όχι να γίνω μελετητής δεύτερης κατηγορίας (και, κατά πάσα πιθανότητα, δεύτερης ποιότητας) αυτών των κλάδων.

Η σωτηρία μου ήρθε από την Janet Malcolm. Όπως όλοι οι ψευτοδιανοούμενοι της Νέας Υόρκης, διάβαζα το περιοδικό New Yorker το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου. Αλλά μόνο όταν είδα το προφίλ δύο μερών της Ingrid Sischy, της τότε εκδότριας του περιοδικού Artforum, συνάντησα μια μορφή δημοσιογραφίας ικανή να ζωντανέψει τις ιδέες που αγαπούσα. Το άρθρο ανοίγει στο πανέμορφο λοφτ της κριτικού τέχνης Rosalind Krauss στο Σόχο, το οποίο η Malcolm γρήγορα εδραιώνει ως χαρακτήρα στο άρθρο. «Η ομορφιά του έχει μια σκοτεινή, βίαιη, επίμονη φύση. Κάθε έπιπλο και κάθε χρηστικό ή διακοσμητικό αντικείμενο έπρεπε προφανώς να περάσει από σοβαρή δοκιμασία πριν γίνει δεκτό σε αυτόν τον υπεροπτικά ενδιαφέροντα χώρο — ένα μακρύ, ελαφρώς καταθλιπτικό ορθογώνιο με ψηλά παράθυρα σε κάθε άκρη, μια λειτουργική λευκή κουζίνα στο κέντρο, ένα γραφείο και ένα κλειστό μπαλκόνι». Η Malcolm οδηγεί τον αναγνώστη σε ένα ταξίδι μέσα στον κόσμο της τέχνης της Νέας Υόρκης, χρησιμοποιώντας την ιστορία ενός περιοδικού ως το σκηνικό για διαλογισμό πάνω στην ίδια την ιδέα της «τέχνης».

Τι είδος γραφής ήταν αυτό, αναρωτήθηκα; Δεν ήταν μια «ιστορία» με το συμβατικό τρόπο. Δεν ήταν ένα ξεκάθαρο προφίλ, καθώς η Sischy μόλις που αναφερόταν στις πρώτες δέκα σελίδες. Υπήρχε πολύ ρεπορτάζ μέσα του για να είναι δοκίμιο και πάρα πολλοί προβληματισμοί από μεριάς της Malcolm για να μπορεί να περιγραφεί απλά ως ένα άρθρο. Ένα ομαδικό πορτρέτο ίσως; Το διάβασα αρκετές φορές, περιγράφοντας συνοπτικά ακόμη και κάποια τμήματα σε ένα νομικό σημειωματάριο. Δεν ενδιαφέρομαι τρομερά για την κριτική τέχνης, ήμουν όμως μαγεμένος από τον τρόπο που η Malcolm καλούσε ιδέες από αυτά τα μικροσκοπικά πορτρέτα και τα ύφαινε σε ένα είδος υφάσματος δεν είχα δει ποτέ πριν. Ήξερα τότε πως, ό,τι και αν ήταν αυτή η γραφή, ήταν αυτό που ήθελα να κάνω, ακόμη και αν αυτό σήμαινε να εγκαταλείψω τη μέχρι τότε πορεία μου.

screen-shot-2016-12-02-at-12-44-06-pm

Και μεταφερόμαστε είκοσι χρόνια μετά. Μετά από μισή ντουζίνα θέσεις συντάκτη, μερικές δεκάδες άρθρα και ένα βιβλίο, The New New Journalism, βρέθηκα πίσω στο πανεπιστήμιο, διευθύνοντας το μάθημα σύνταξης περιοδικών στο τμήμα δημοσιογραφίας του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης. Μετά από μια δεκαετία ως ελεύθερος συγγραφέας, ήμουν ευτυχής που είχα μια βάση. Μου άρεσε πολύ το γράψιμο, αλλά μου έλειπε η δουλειά του συντάκτη και απολάμβανα να ασκώ αυτό το μέρος του εγκεφάλου μου με τις εργασίες των φοιτητών. Ένα από τα λίγα παράπονα μου ήταν ότι οι καλύτεροι φοιτητές μου δεν παρήγαγαν την καλύτερη εργασία τους — μια εργασία ενδελεχή, καλογραμμένη — παρά μόνο την τελευταία εβδομάδα κάθε εξαμήνου.

Το πρόβλημα, βέβαια, ήταν με το εξάμηνο, όχι με τους φοιτητές. Σε τελική ανάλυση, ποιες ήταν οι πιθανότητες ένα καλά μελετημένο άρθρο να προσαρμοστεί απόλυτα στους περιορισμούς μιας περιόδου δεκατεσσάρων εβδομάδων; Κατάλαβα ότι και το ακαδημαϊκό πρόγραμμα ήταν, ελλείψει καλύτερης λέξης, ακαδημαϊκό. Για να αντιμετωπίσουμε αυτό το πρόβλημα, οι συνάδελφοί μου Brooke Kroeger, Jay Rosen και εγώ δημιουργήσαμε το πρόγραμμα «Portfolio», με τη χρηματοδότηση του Knight Foundation, ένα σεμινάριο που διαρκούσε από την άνοιξη έως το φθινόπωρο και δίδασκε στους φοιτητές πώς να δημιουργούν ένα έργο — προφίλ, εκθέσεις, δοκίμια — γύρω από μια προτεινόμενη ιδέα ή θέμα. Με δέκα μήνες στη διάθεση τους για να δουλέψουν πάνω στο έργο, ήταν σε θέση να αξιοποιήσουν περισσότερες ευκαιρίες και να γράψουν πιο δημιουργικά από ό,τι στο σύστημα εξαμήνων με διάρκεια δεκατεσσάρων εβδομάδων. Είχαν πλέον την πολυτέλεια της αποτυχίας, καθώς και την πολυτέλεια να μπορέσουν να προσπαθήσουν να σώσουν ένα άρθρο με την επανεπεξεργασία του σε διαφορετική μορφή. Κάθε φοιτητής είχε μια ιστοσελίδα — κάτι που αποτελούσε καινοτομία το 2003 — για να παρουσιάσει το έργο του/της. Επινοήσαμε μια «ιδεολογία» — «Κάποιοι δημοσιογράφοι καλύπτουν γεγονότα. Εμείς τα δημιουργούμε» — προκειμένου να ενθαρρύνουμε τους μαθητές μας να σκεφτούν ιστορίες που άλλοι δημοσιογράφοι δεν θα σκέφτονταν. Τους παροτρύναμε να συμμετέχουν στις ιστορίες τους και να πειραματίζονται με τα απομνημονεύματα. Η δημιουργική σκέψη και το δημιουργικό ρεπορτάζ, τους έκανε να αισθάνονται περισσότερο σαν να έκαναν λογοτεχνική δημοσιογραφία παρά σαν να τη μελετούσαν.

Το πρόγραμμα Portfolio σύντομα αναφερόταν από κάποιους από τους καλύτερους αιτούντες μας ως ο κύριος λόγος που υπέβαλλαν αίτηση στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης. Οι μεγαλύτεροι μαθητές ιδίως προσελκύονταν από την ευκαιρία να επικεντρωθούν σε ένα θέμα με το οποίο θα παθιάζονταν. Αρχίσαμε να προσελκύουμε ένα εντελώς διαφορετικό είδος αιτούντων: νέοι δημοσιογράφοι απογοητευμένοι από τη ρηχότητα της καθημερινής δημοσιογραφίας, φοιτητές νομικών και ιατρικών σχολών που ήθελαν να γράψουν για το επάγγελμά τους. Μια φοιτήτρια γοητεύτηκε από τα προγράμματα που ισχυρίζονταν ότι βοηθούσαν πρώην καταδίκους — ως επί το πλείστον μαύρους, φτωχούς και άντρες — να πιάσουν δουλειά, να βρουν στέγη και επανενταχθούν στην κοινωνία. Το όνειρό της ήταν να παρακολουθήσει κάποιους άνδρες που είχαν εκτίσει μεγάλες ποινές φυλάκισης (είκοσι και πλέον χρόνια) για φόνο. Το αποτέλεσμα, Among Murderers, δημοσιεύτηκε την περασμένη άνοιξη από τις εκδόσεις του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας. Ένας άλλος φοιτητής ήταν τοπικός πολιτικός ανταποκριτής και ήθελε να γράψει ένα βιβλίο για τη συνάντηση αθλητισμού, πολιτικής, αγοράς ακινήτων και διαφθοράς, με την οποία χτίστηκε το Yankee Stadium. Το The House That Ruth Built: Power, Politics and the Making of Yankee Stadium πρόκειται να δημοσιευτεί από τις εκδόσεις Macmillan.

Λιγότερο ευχάριστο ήταν το γεγονός ότι χάναμε μερικούς από τους κορυφαίους μαθητές μας, όχι τόσο από τις παραδοσιακές σχολές δημοσιογραφίας, όπως το Columbia και το Berkeley, αλλά από προγράμματα MFA (Master of Fine Arts) στο δημιουργικό nonfiction, που τους προσέφεραν ακόμη περισσότερη προσωπική προσοχή, καθώς επίσης και μεγαλύτερα ποσά οικονομικής βοήθειας για να ζουν σε πόλεις λιγότερο ακριβές από τη Νέα Υόρκη.

Αυτό που αυτά τα προγράμματα MFA δεν προσέφεραν, ήταν κατάρτιση στα βασικά του ρεπορτάζ και της έρευνας. Αντίθετα, καθώς τα προγράμματα MFA έσπευσαν να επωφεληθούν από τη δημοτικότητα των απομνημονευμάτων και των λεγόμενων ρεπορτάζ-δοκιμίων, κλωνοποίησαν απλώς τις επιλογές που προσέφεραν στα πεδία μυθοπλασίας (ficion) και ποίησης. Με αυτόν τον τρόπο, το μάθημα «Readings in Fiction I και ΙΙ» έγινε «Readings in Nonfiction Ι και ΙΙ». Το «Poetry Workshop Ι και ΙΙ» έγινε «Nonfiction Workshop Ι και ΙΙ». Ορισμένα ιδρύματα έριξαν ένα άσχετο μάθημα έρευνας, αλλά ούτε ένα από αυτά δεν προσφέρει κάτι που έχει να έχει σχέση με το ρεπορτάζ.

Πέρα από αυτές τις επικρίσεις, υπάρχουν πολλά να ειπωθούν υπέρ της προσέγγισης MFA. Το εργαστηριακό της μοντέλο εγγυάται ότι το έργο ενός ατόμου διαβάζεται προσεκτικά και συνεπώς από τους συναδέλφους και τους καθηγητές του. Ενθαρρύνει ένα είδος μέντορα που μερικές φορές χάνεται στο πρότυπο ακαδημαϊκό περιβάλλον. Και περιλαμβάνει μια διαδικασία αυτοεπιλογής που χωρίζει εκείνους που απλώς αγαπούν τη λογοτεχνία από εκείνους που θέλουν να μάθουν πώς να γράφουν λογοτεχνία. Για να γίνει δεκτός σε πρόγραμμα MFA στη μυθοπλασία ένας φοιτητής υποβάλλει ένα δείγμα της δουλειάς του, είτε μερικές ιστορίες είτε κάποια ποιήματα. Αν ο αξιολογητής πιστεύει ότι είναι υποσχόμενα ο φοιτητής γίνεται δεκτός. Αν όχι, δεν γίνεται. Πολύ πιθανό να είναι καλύτερη ένδειξη επιτυχίας από τα τυποποιημένα τεστ, τους βαθμούς και ένα δείγμα γραφής.

Και αν ήμασταν σε θέση να συνδυάσουμε τα καλύτερα στοιχεία της παραδοσιακής εκπαίδευσης στη δημοσιογραφία με το MFA; Να απαιτούμε από τον αιτούντα να προτείνει ένα σχέδιο, να του διδάξουμε τα βασικά του ρεπορτάζ και της έρευνας από τη στιγμή που φτάνει στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης και μετά να δουλεύουμε στο εργαστήριο τα άρθρα του κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων εξαμήνων του; Και ακόμη, αν σχεδιάζαμε ένα προχωρημένο μάθημα ρεπορτάζ με βάση τις εθνογραφικές μεθόδους των ανθρωπολόγων — κάτι που μπορέσαμε να καταφέρουμε όταν ο Τεντ Conover προσχώρησε στη σχολή.

Γεμάτοι ελπίδα, ανακοινώσαμε το πρόγραμμα Λογοτεχνικού Ρεπορτάζ την άνοιξη του 2008, ακριβώς τη στιγμή που η παγκόσμια οικονομία άρχισε να καταρρέει. Και ακόμα κι αν το γνωρίζαμε, δεν βλέπω τίποτα που θα μπορούσαμε να κάνουμε διαφορετικά. Ακόμη και σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, προσελκύσαμε τριάντα και πλέον αιτούντες, αποδεχθήκαμε δεκατέσσερις από αυτούς και υποδεχθήκαμε μια αρχική τάξη δώδεκα φοιτητών στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης για να δημιουργήσουμε έναν «κορμό» εργασίας, και ίσως και να γράψουμε ένα βιβλίο.

Κάθε φθινόπωρο, διδάσκω το μάθημα «Εισαγωγή στο Λογοτεχνικό Ρεπορτάζ». Η διδακτέα ύλη δεν βασίζεται στα «μεγάλα βιβλία» της δημοσιογραφικής παράδοσης, αν και περιλαμβάνει έργα των Τζορτζ Όργουελ, Joseph Mitchell, Lillian Ross, Joan Didion και άλλων συγγραφέων που γνωρίζουν καλά οι άνθρωποι σε αυτή την αίθουσα. Ξεκινά με έργα της Αμερικής του δέκατου έβδομου αιώνα, αλλά διανθίζεται με εβδομάδες αφιερωμένες σε διάφορες δημοσιογραφικές μορφές και δεν είναι αυστηρά χρονολογικό. Το πιο σημαντικό για μένα είναι ότι το μάθημα αμφισβητεί την εστίαση στους συγγραφείς, κάτι που είναι η προεπιλεγμένη λειτουργία των περισσότερων μαθημάτων δημοσιογραφίας. Αντίθετα, αφιερώνει το μισό εξάμηνο σε συντάκτες, όπως ο Harold Ross του New Yorker, ο Dan Wolf του Village Voice, ο Harold Hayes του Esquire, ο Willie Morris του Harper και ο Clay Felker του New York.

Αυτοί και τα περιοδικά τους συνέβαλαν καθοριστικά στην αμερικανική λογοτεχνική δημοσιογραφία του εικοστού αιώνα. Όπως γνωρίζει κάθε επαγγελματίας δημοσιογράφος, οι συντάκτες συμβάλλουν τουλάχιστον το ίδιο με τους συγγραφείς στη διαμόρφωση του λογοτεχνικού τοπίου.

Όταν καλωσορίζω τη νέα ομάδα των φοιτητών λογοτεχνικού ρεπορτάζ, το πρώτο πράγμα που κάνω είναι να τους υποδεχθώ στο σπίτι της δημοσιογραφίας. Είναι ένα μεγάλο σπίτι, εξηγώ, με πολλά δωμάτια διαφορετικού σχήματος και διακόσμησης. Τα δωμάτια έχουν ονόματα όπως «ανάρτηση σε ιστολόγιο», «αφιέρωμα», «δοκίμιο», «ξένη έκθεση» και «βιβλίο», και το σπίτι φαίνεται να μεγαλώνει κατά ένα δωμάτιο ή δύο κάθε χρόνο. Για να έχουν μια μακρά και ευχάριστη καριέρα, συνεχίζω, θα πρέπει να βρουν ένα δωμάτιο που αγαπούν πραγματικά, και να το διακοσμήσουν και να το σχεδιάσουν με τρόπο ώστε να εκφράζει τα καλύτερα χαρακτηριστικά τους. Επιπλέον, θα πρέπει να βρουν και κάποια άλλα δωμάτια που να αισθάνονται άνετα, αφού κανείς δεν μπορεί να ζήσει σε ένα και μόνο δωμάτιο για πάντα. Κάθε ένα από τα δωμάτια έχει διαφορετική λειτουργία και πρέπει να διατηρείται κατά τρόπο που να έχει νόημα για αυτό. Μερικές φορές πάμε στο σαλόνι, καλούμε τους φίλους μας και κάνουμε πάρτι. Άλλες φορές θέλουμε να είμαστε μόνοι, οπότε αποτραβιόμαστε στο γραφείο για να σκεφτούμε ένα μόνο θέμα με ηρεμία. Και στη συνέχεια, υπάρχουν φορές που διοργανώνουμε κάποιο μικρό δείπνο και στη συνέχεια πηγαίνουμε στη βεράντα για να συνεχίσουμε μια ιδιαίτερα έντονη συνομιλία με έναν και μόνο συνομιλητή. Οι παραλλαγές είναι, δυνητικά, απεριόριστες.

Η αισιοδοξία μου έχει αρκετές πηγές. Εμπειρικά, έχω παρατηρήσει ότι, ανεξάρτητα από τις βραχυπρόθεσμες μακροοικονομικές συνθήκες, οι πολίτες των προηγμένων βιομηχανικών κοινωνιών περιμένουν ότι τα εργαλεία που χρησιμοποιούν για να ζήσουν τη ζωή τους θα βελτιώνονται, όσο πιο γρήγορα τόσο το καλύτερο. Θέλουν πολυλειτουργικά «έξυπνα» κινητά τηλέφωνα, φωτογραφικές μηχανές που να τραβάνε πιο καθαρές φωτογραφίες και βίντεο, ελαφρύτερους και πιο ισχυρούς υπολογιστές, μεγαλύτερες και πιο λεπτές τηλεοράσεις, και πιο πρόσφατα, τάμπλετ και iPad. Με τις συνεχείς βελτιώσεις στις συσκευές με τις οποίες παρακολουθούν, ακούνε, διαβάζουν, σερφάρουν και επικοινωνούν, δεν είναι πιθανό οι άνθρωποι να θέλουν υλικό εξίσου υψηλής ποιότητας για να παρακολουθούν, να ακούνε, να διαβάζουν και να σερφάρουν;

Τα αρχικά στοιχεία δείχνουν ότι το θέλουν. Παρά την ελαφρώς βραδύτερη ανάπτυξη, τα ηλεκτρονικά βιβλία αντιπροσώπευαν το είκοσι τρία τοις εκατό των εσόδων των εκδοτών βιβλίων το 2012, συμβάλλοντας στη στήριξη όλου του κλάδου εμπορικών εκδόσεων, ο οποίος είδε αύξηση των εσόδων του κατά έξι τοις εκατό στα $7,1 δισεκατομμύρια.

Θα κλείσω με μερικά προσωρινά συμπεράσματα, που προέρχονται από την γωνία του ψηφιακού δημοσιογραφικού σύμπαντος που γνωρίζω καλύτερα. Η Apple κυκλοφόρησε το iPad ακριβώς πριν από 6 χρόνια, τον Απρίλιο του 2010. Το aggregator Longform.org, ξεκίνησε τον ίδιο μήνα, ακολουθούμενο από δύο ψηφιακούς εκδότες: την Atavist τον Ιανουάριο του 2011 και την Byliner τον Ιούνιο του 2011.

Παρά το γεγονός ότι η Atavist και η Byliner έχουν ελαφρώς διαφορετικά επιχειρηματικά μοντέλα και σχήματα εκδόσεων (οι τίτλοι της Atavist περιλαμβάνουν βίντεο, ήχο και φωτογραφίες), προσφέρουν στους συγγραφείς παρόμοιες συμφωνίες: θα σας δώσουμε αμοιβή $5.000 για το άρθρο σας, και θα σας πληρώνουμε το πενήντα τοις εκατό για κάθε αντίτυπο, καθώς και για όλα τα δικαιώματα, που πωλείται.

Τα κομμάτια είναι κατά μέσο όρο μεταξύ 10.000 και 20.000 λέξεων, ενώ η Atavist εκτιμά ότι πωλεί αριθμό μεταξύ 4.000 με 55.000 αντιτύπων κάθε τίτλου, με τις περισσότερες πωλήσεις να σημειώνονται  στο εύρος λέξεων 20.000 έως 30.000.

Η πρώτη έκδοση της Βyliner, το Three Cups of Deceit του Jon Krakauer, πούλησε πάνω από 200.000 αντίτυπα, με τα πρώτα 90.000 να δίνονται δωρεάν. Το Finding the Devil του William Langewiesche βρίσκεται στην κορυφή της λίστας Singles του Amazon Kindle από τότε που δημοσιεύτηκε. Και το Snow Fall: The Avalanche at Tunnel Creek, το πρώτο αποτέλεσμα της συνεργασίας της Byliner με τους New York Times, κέρδισε το βραβείο Πούλιτζερ για το καλύτερο αφιέρωμα.

Η Byliner και η Atavist είναι ένα μικρό αλλά σημαντικό μέρος του ψηφιακού τοπίου της λογοτεχνικής δημοσιογραφίας. Είναι ιδιωτικές και απρόθυμες να μοιραστούν τα ακριβή στοιχεία για τις πωλήσεις τους. Τα δεδομένα της Longform είναι πιο ενδεικτικά των νέων καταναλωτικών συνηθειών στο πεδίο της δημοσιογραφίας. Ιδρυμένη από δύο νεαρούς δημοσιογράφους για πλάκα, η ιστοσελίδα δημοσιεύει τέσσερις ιστορίες των 2.000 λέξεων και πλέον κάθε μέρα, αντλώντας από χιλιάδες περιοδικά και ιστοσελίδες. Η ιστοσελίδα έχει κατά μέσο όρο 400.000 μοναδικούς επισκέπτες ανά μήνα, ενώ η εφαρμογή κινητών έχει πουλήσει 35.000 αντίτυπα, έναντι $2,99. Αυτό το φθινόπωρο βγάζουν μια δωρεάν εφαρμογή.

Αυτά που οι μετρήσεις της Longform αποκαλύπτουν για τους αναγνώστες της είναι ενδιαφέροντα. Τα δημογραφικά στοιχεία της Longform είναι ο φθόνος κάθε διαφημιζόμενου: νέοι (πενήντα τοις εκατό των αναγνωστών είναι κάτω των 34 ετών), εν κινήσει (τριάντα τοις εκατό διαβάζει κυρίως σε κινητά τηλέφωνα ή τάμπλετ) και άρτια εκπαιδευμένοι (σαράντα δύο τοις εκατό έχουν παρακολουθήσει πανεπιστήμιο). Σχεδόν κάθε ιστορία που δημοσιεύεται έχει τουλάχιστον χίλιους αναγνώστες, με μέσο όρο τους τέσσερις χιλιάδες. Αυτές οι ιστορίες απαιτούν αφοσίωση. Δεν είναι το είδος των ιστοριών που διαβάζει κανείς ενώ μιλάει στο τηλέφωνο και ψάχνει στον υπολογιστή του. Η χρήση είναι πιο έντονη μεταξύ 7 μ.μ. και 2 π.μ. και κορυφώνεται στις 9 μ.μ. Ο αριθμός των επισκεπτών της Longform διπλασιάζεται τα Σαββατοκύριακα. Το εξήντα πέντε τοις εκατό των επισκεπτών ολοκληρώνει κάθε ιστορία που διαβάζει.

Τι είδη άρθρων διαβάζουν; Λοιπόν, μιλάμε για νέους ανθρώπους στο διαδίκτυο, άρα οι ιστορίες που έχουν να κάνουν με το σεξ έχουν εννέα φορές περισσότερες πιθανότητες να καταλήξουν μεταξύ των πενήντα πιο διαβασμένων του έτους. Από τις δεκαοκτώ ιστορίες για το σεξ που η Longform δημοσίευσε τα τελευταία δύο χρόνια, δώδεκα έφτασαν στις κορυφαίες πενήντα. Επιπλέον, τα άρθρα που αφορούν δολοφονίες είναι τρεις φορές πιο πιθανό να διαβαστούν από άλλες ιστορίες εγκλήματος. Οπότε, ναι, το σεξ και ο θάνατος εξακολουθούν να πουλάνε.

Ίσως το πιο εκπληκτικό είναι αυτό για το οποίο οι αναγνώστες δεν νοιάζονται για το πόσο πρόσφατο είναι το άρθρο. Τον περασμένο Απρίλιο, η πιο δημοφιλής είδηση στην ιστοσελίδα ήταν το «Lost in the Meritocracy» του Walter Kirn, μια ιστορία του Atlantic που δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το 2005. Σας εγγυώμαι ότι δεν θα βρείτε καμία άλλη ιστοσελίδα όπου η πιο δημοφιλής ανάρτηση είναι οκτώ ετών.

Το καλύτερο διήγημα εκτός μυθοπλασίας — που βασικά δεν μοιάζει με κανέναν άλλο τύπο περιεχομένου στο διαδίκτυο — δεν χάνει τη γοητεία του με τα χρόνια. Ένα άρθρο του 1993 για μια δολοφονία στο Texas Monthly ήταν το νούμερο εννέα στον κατάλογο του 2012. Το «Γιατί γράφω» (1946) του Τζορτζ Όργουελ ήταν στο νούμερο είκοσι.

Συνολικά τριάντα έξι παλαιότερες ιστορίες μπήκαν στη λίστα με τις κορυφαίες πενήντα το 2012. Στην πραγματικότητα, οι αναγνώστες της Longform είναι δέκα τοις εκατό περισσότερο πιθανό να διαβάσουν μια παλαιότερη ιστορία από μια νέα. Η ημερομηνία δημοσίευσης δεν έχει σχεδόν καμία βαρύτητα. Οι αναγνώστες ενδιαφέρονται περισσότερο για το θέμα ενός άρθρου και όχι για το αν είναι πρόσφατο.

Τέλος, οι μετρήσεις της Longform δείχνουν ότι οι νεαροί αναγνώστες μπορούν να γοητευτούν περισσότερο από ορισμένους συγγραφείς από ό,τι από τα περιοδικά που τους δημοσιεύουν. Οι κορυφαίοι είκοσι εκδότες της Longform — περιοδικά όπως το New Yorker, το New York Times Magazine, το Vanity Fair, το GQ και το Esquire — αναλογούν στο πενήντα δύο τοις εκατό των συνολικών αρχείων της. Ωστόσο, οι ίδιοι κάπου είκοσι εκδότες είναι υπεύθυνοι μόνο για το πενήντα πέντε τοις εκατό των πιο διαβασμένων ιστοριών, κάτι που αποτελεί αμελητέα αύξηση. Ένα πολύ γνωστό όνομα στις εκδόσεις δεν κάνει τα πράγματα να κινούνται. Δηλαδή, μια ιστορία του New Yorker δεν είναι πιο πιθανό να κλικαριστεί από ένα άρθρο από το προσωπικό ιστολόγιο κάποιου. Στην πραγματικότητα, οι άγνωστες εκδόσεις συχνά έχουν μεγαλύτερη επιτυχία από ό,τι οι επώνυμες επειδή οι αναγνώστες είναι περίεργοι να δουν κάτι νέο.

Ωστόσο, η φήμη ενός συγγραφέα είναι ένας πολύ καλύτερος παράγοντας πρόβλεψης. Οι ογδόντα επτά συγγραφείς που είχαν τουλάχιστον πέντε άρθρα στην Longform — Tom Junod, Jessica Lussenhop, Matt Taibbi, Michael Lewis, κ.λπ. — έχουν δέκα τοις εκατό περισσότερες πιθανότητες να εμφανιστούν σε μια λίστα των κορυφαίων πενήντα. Δηλαδή, οι αναγνώστες φαίνεται να ενδιαφέρονται πολύ περισσότερο για τους συγγραφείς και τα θέματά τους από το πότε, πού ή σε τί έχει εμφανιστεί μια ιστορία.

Αν και δεν ξέρω κατά πόσον έργα όπως αυτά που ανέφερα μπορούν να στηρίξουν τις δραστηριότητες του nonfiction, είμαι αισιόδοξος. Αν μη τι άλλο, είμαι βέβαιος ότι το μεγάλο σπίτι της δημοσιογραφίας θα συνεχίσει να επεκτείνεται και ότι οι φοιτητές μου θα έχουν πολλές ανακαινίσεις να κάνουν.

Robert S. Boynton

Ο Robert S. Boynton διευθύνει το τμήμα λογοτεχνικού ρεπορτάζ στο Ινστιτούτο Δημοσιογραφίας Arthur L. Carter του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης. Είναι ο συγγραφέας του The New New Journalism (2005).

Το κείμενο που δημοσιεύουμε: Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, Ηνωμένες Πολιτείες, Κεντρική ομιλία, Διεθνής Ένωση Σπουδών Λογοτεχνικής Δημοσιογραφίας.

πηγή κεντρικής φωτό