Τουρκία: Η ελευθερία του Τύπου σε κρίση

317 Views |  Like

 

 

Η Επιτροπή για την Προστασία των Δημοσιογράφων (CPJ) που ιδρύθηκε το 1981 απαντά στις επιθέσεις κατά του Τύπου σε όλο τον κόσμο. Η CPJ καταγράφει εκατοντάδες περιπτώσεις κάθε χρόνο και αναλαμβάνει δράση εκ μέρους των δημοσιογράφων και των ειδησεογραφικών οργανισμών ανεξαρτήτως πολιτικής ιδεολογίας. Για να διατηρήσει την ανεξαρτησία της, η CPJ δεν δέχεται καμία κυβερνητική χρηματοδότηση. Η CPJ χρηματοδοτείται εξ ολοκλήρου από ιδιωτικές εισφορές μεμονωμένων ατόμων, ιδρυμάτων και εταιρειών.

Οι συντελεστές της έρευνας:

Διευθυντής Σύνταξης: Bill Sweeney Αρχισυντάκτης: Elana Beiser

Αναπληρωτές Συντάκτες: Kamal Singh Masuta, Shazdeh Omari

Σχεδιαστής: Nancy Novick

Επιμελητές: Lew Serviss, Lisa Flam

Μεταφραστής: Çiğdem Çalap

Διορθωτής: Susanna Beiser

Χάρτης: John Emerson

ΠΡΟΕΔΡΟΣ Sandra Mims Rowe

ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Kathleen Carroll

ΕΠΙΤΙΜΟΣ ΠΡΟΕΔΡΟΣ Terry Anderson

ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ Joel Simon

 ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Andrew Alexander,  Franz Allina, Christiane Amanpour, Dean Baquet, John S. Carroll, Rajiv Chandrasekaran, Sheila Coronel, Josh Friedman, Anne Garrels, James C. Goodall, Cheryl Gould, Arianna Huffington, Charlayne Hunter-Gault, Gwen Ifill, Jonathan Klein, Jane Kramer, Mohamed Krichen, David Laventhol, Lara Logan, Rebecca MacKinnon,Kati Marton, Michael Massing, Geraldine Fabrikant,  MetzVictor NavaskyAndres Oppenheimer, Clarence Page, Norman Pearlstine, Ahmed Rashid, Gene Roberts, Maria Teresa Ronderos, Diane Sawyer, David Schlesinger, Paul C. Tash, Jacob Weisberg, Mark Whitaker, Brian Williams, Matthew Winkler.

ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Tom BrokawSteven,  L. Isenberg, Anthony Lewis, David Marash, Charles L. Overby, Erwin Potts, Dan Rather, John Seigenthaler, Paul E. Steiger.

 ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΚΘΕΣΗ

H Νina Ognianova, συντονίστρια του προγράμματος της CPJ για την Ευρώπη και την Κεντρική Ασία, είναι η κεντρική συντάκτρια της έκθεσης αυτής και επικεφαλής της έρευνας. Ο ανώτερος Σύμβουλος της CPJ για την Ευρώπη, Jean-Paul Marthoz, ο Αναπληρωτής Διευθυντής Robert Mahoney και ο Εκτελεστικός Διευθυντής, Joel Simon συνέβαλαν στην έκθεση, μαζί με τους ερευνητές της CPJ που έχουν ως βάση τους την Τουρκία, Özgür Öğret, Şafak Timur, και Nebahat Kübra Akalın. Ο δικηγόρος, Fikret İlkiz, ειδικός στην τουρκική νομοθεσία των μέσων ενημέρωσης, διετέλεσε νομικός σύμβουλος της CPJ.

Η παρούσα έκθεση εξετάζει τη μαζική φυλάκιση των δημοσιογράφων στην Τουρκία, τις ποινικές διώξεις πολλών άλλων και την επιβολή κυβερνητικών πιέσεων με σκοπό την αυτολογοκρισία στον Τύπο. Η έρευνα της CPJ δείχνει ότι οι τουρκικές αρχές έχουν εξαπολύσει τη μεγαλύτερη καταστολή της ελευθερίας του Τύπου στην πρόσφατη ιστορία. Για τη σύνταξη της παρούσας έκθεσης, το προσωπικό της CPJ διεξήγαγε τρεις διερευνητικές αποστολές στην Τουρκία το 2011 και το 2012 και συναντήθηκε με δεκάδες δημοσιογράφους, αναλυτές και δικηγόρους.

Η φυλάκιση των δημοσιογράφων έγινε αντικείμενο διαμάχης, με την Τούρκικη κυβέρνηση να ισχυρίζεται ότι οι ανεξάρτητες εκτιμήσεις έχουν μια δόση υπερβολής. Οι προηγούμενες εκτιμήσεις της CPJ, μεταξύ των οποίων μία που πραγματοποιήθηκε το 2011, ήταν πολύ υποδεέστερες από ό, τι πολλές άλλες ανεξάρτητες εκτιμήσεις, επειδή η οργάνωση δεν θα μπορούσε να καταλήξει σε πορίσματα χωρίς να αναθεωρήσει λεπτομερώς τα νομικά αποδεικτικά στοιχεία. Η έρευνα της CPJ το 2011 ήταν πηγή σημαντικών συζητήσεων και κριτικής, ωθώντας τον οργανισμό να προβεί σε ενδελεχή και κατά περίπτωση επανεξέταση που διεξήχθη από την ομάδα ερευνητών που είχαν βάση τους την Τουρκία.

Τα νέα ευρήματα της CPJ μιλάνε για 76 δημοσιογράφους που βρίσκονται στη φυλακή, από τους οποίους τουλάχιστον οι 61 με κατηγορίες που σχετίζονταν άμεσα με την εργασία τους. Τα στοιχεία εναντίον των υπόλοιπων 15 δημοσιογράφων ήταν λιγότερο σαφή, ενώ η CPJ συνεχίζει να ερευνά τους λόγους προφυλάκισής τους.

Η CPJ αναγνωρίζει με ευγνωμοσύνη τη συνεισφορά της Τουρκικής Ένωσης Δημοσιογράφων (Turkish Union of Journalists), της Πλατφόρμας Αλληλεγγύης Για τους Συλληφθέντες Δημοσιογράφους (Platform for Solidarity With Arrested Journalists) και του Οργανισμού για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη, (Platform for Solidarity With Arrested Journalists), οι οποίοι βοήθησαν στο να συγκεντρωθούν οι αναλυτικές πληροφορίες για τους φυλακισμένους δημοσιογράφους στην Τουρκία. Η CPJ επιθυμεί να ευχαριστήσει την ανεξάρτητη πύλη ειδήσεων Bianet και το Πρακτορείο Ειδήσεων Dicle (Dicle News Agency), για τη βοήθειά τους και την παροχή πρόσθετων πληροφοριών σχετικά με τους φυλακισμένους δημοσιογράφους. Η CPJ ανέτρεξε επίσης για την εκτεταμένη έρευνα στο Παρατηρητηρίο της Ε.Ε. για τα ανθρώπινα δικαιώματα (Human Rights Watch) και στον Επίτροπο του Συμβουλίου της Ευρώπης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Το Ιδρυμα Ανοικτής Κοινωνίας, (Open Society Foundation)-Τουρκίας παρείχε ζωτικής σημασίας υποστήριξη καθ’ όλη τη σύνταξη της παρούσας έκθεσης.

Η CPJ επιθυμεί να ευχαριστήσει τους συγγραφείς που συνέβαλαν στη δημιουργία πλευρικών γραμμών (sidebar). Το Κεφάλαιο 2 του sidebar, «Η αξιοπρέπεια της ελευθερίας του λόγου», γράφτηκε από την Τουρκάλα αρθρογράφο και σχολιάστρια, Nuray Mert. Η δημοσιογράφος με έδρα την Τουρκία, Nicole Pope, έγραψε το sidebar του κεφαλαίου 3 με τίτλο «Καμία δικαιοσύνη για τον Hrant Dink». To sidebar του κεφαλαίου 5, με τίτλο «Οι Λογοκριτές του Διαδικτύου Σκληραίνουν τη Στάση τους» γράφτηκε από τον Danny O’Brien, συντονιστή υπεράσπισης της CPJ για το Διαδίκτυο. Επιπρόσθετες πληροφορίες για τον συγγραφέα παρέχονται σε κάθε μέρος. Το sidebar στο κεφάλαιο 4, «Γράμματα από τη φυλακή», είναι απόσπασμα από το υλικό που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά από την Bianet και επανεκδόθηκε μετά από άδεια.

Η παρούσα έκθεση συντάχθηκε ως μέρος της εκστρατείας Ελευθερώστε το Τύπο της CPJ (Free the Press Campaign), η οποία πραγματοποιήθηκε με την ευγενική χορηγία του Ιδρύματος Adessium , του Ιδρύματος Ford, Molly Bingham, του Δικτύου Omidyar και των Ιδρυμάτων Ανοικτής Κοινωνίας (Open Society Foundations).

 

Τουρκία: Η ελευθερία του Τύπου σε κρίση

Οι αρχές διεξάγουν μια από τις μεγαλύτερες εκστρατείες κατά του Τύπου που έγιναν ποτέ στην παγκόσμια ιστορία. Δεκάδες συγγραφείς και εκδότες βρίσκονται στη φυλακή, σχεδόν όλοι με κατηγορίες για τρομοκρατία και αντικυβερνητική συμπεριφορά. Ποια ήταν τα αποδεικτικά στοιχεία εναντίον τους; Η δημοσιογραφία τους.

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η Επιτροπή για την Προστασία των Δημοσιογράφων εκπόνησε την παρούσα έκθεση για να τονίσει τις εκτεταμένες ποινικές διώξεις και φυλακίσεις δημοσιογράφων στην Τουρκία σε συνδυασμό με τη χρήση διαφόρων μορφών πίεσης της κυβέρνησης για την επιβολή αυτολογοκρισίας στον Τύπο. Η έκθεση της CPJ βρήκε πολύ καταπιεστικούς νόμους, ιδιαίτερα στον ποινικό κώδικα και τον αντιτρομοκρατικό νόμο. Η CPJ ήρθε επίσης αντιμέτωπη με ένα κώδικα ποινικής δικονομίας που ευνοεί σε μεγάλο βαθμό την κατάσταση και μια σκληρή προσέγγιση εναντίον του Τύπου στα ανώτατα επίπεδα της κυβέρνησης. Η ελευθερία του Τύπου στην Τουρκία βρίσκεται σε κρίση.

 ΦΥΛΑΚΙΣΗ ΚΑΙ ΕΚΦΟΒΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΤΥΠΟΥ

Η κυβέρνηση του Πρωθυπουργού Recep Tayyip Erdoğan έχει εξαπολύσει τη μεγαλύτερη καταστολή ελευθερίας του Τύπου στην πρόσφατη ιστορία. Οι αρχές έχουν φυλακίσει δημοσιογράφους σε μαζική κλίμακα με κατηγορίες για τρομοκρατία και αντικυβερνητική στάση, έχουν ξεκινήσει χιλιάδες άλλες ποινικές διώξεις με κατηγορίες όπως η δυσφήμιση της Τουρκίας ή η επιρροή δικαστικών λειτουργών και έχουν επιβάλει τακτικές πίεσης για να σπείρουν την αυτολογοκρισία. Ο Erdoğan έχει αποδοκιμάσει δημοσίως δημοσιογράφους, έχει ζητήσει από τα μέσα ενημέρωσης να πειθαρχήσουν και απέλυσε μέλη του προσωπικού που άσκησαν κριτική ενώ κατέθεσε πολυάριθμες αγωγές για συκοφαντική δυσφήμιση. Η κυβέρνησή του κατέθεσε αγωγή για φοροδιαφυγή εναντίον της μεγαλύτερης εταιρείας μέσων ενημέρωσης της χώρας, η οποία θεωρήθηκε από το ευρύ κοινό υποκινούμενη από πολιτικά κίνητρα και οδήγησε στην αποδυνάμωση της εταιρείας.

Απαντώντας εγγράφως στην CPJ και στα δημόσια σχόλια, οι Τούρκικες αρχές έχουν δηλώσει ότι οι ανεξάρτητες αξιολογήσεις σχετικά με τα προβλήματα περί ελευθερίας του Τύπου της χώρας είναι υπερβολικές. Αμφισβητούν τον αριθμό των φυλακισμένων δημοσιογράφων, υποστηρίζοντας ότι οι περισσότεροι από τους κρατούμενους κατηγορούνται για σοβαρά εγκλήματα που δεν έχουν καμία σχέση με τη δημοσιογραφία.

Συνολικά, η CPJ εντόπισε 76 δημοσιογράφους που βρίσκονται φυλακισμένοι από την 1η Αυγούστου του 2012. Η CPJ διεξήγαγε μια λεπτομερή και κατά περίπτωση έρευνα και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τουλάχιστον 61 από αυτούς τέθηκαν υπό κράτηση στα πλαίσια του δημοσιευμένου έργου τους ή των δραστηριοτήτων συλλογής ειδήσεων. Τα στοιχεία ήταν λιγότερο σαφή στις περιπτώσεις των άλλων 15 δημοσιογράφων που κρατούνται, αλλά η CPJ συνεχίζει να ερευνά. Η έρευνα της CPJ διαπίστωσε ότι οι αρχές επανειλημμένα συνέδεαν τη δημοσιογραφική κάλυψη παράνομων ομάδων και τη διερεύνηση ευαίσθητων θεμάτων με την απόλυτη τρομοκρατία ή με άλλη αντικυβερνητική δραστηριότητα. Η επανεξέταση της CPJ διαπίστωσε επίσης την πολιτική της κράτησης χωρίς δίκη ή ετυμηγορία σε ανησυχητικά επίπεδα. Πάνω από τα τρία τέταρτα των φυλακισμένων δημοσιογράφων στην έρευνα της CPJ δεν είχαν καταδικαστεί για κάποιο έγκλημα, αλλά ήταν κρατούμενοι μέχρι να επιλυθεί η υπόθεσή τους.

Εδώ και 27 χρόνια η CPJ έχει συγκεντρώσει αρχεία με υποθέσεις φυλακισμένων δημοσιογράφων, με την Τουρκία να πρωτοστατεί στην εκστρατεία κατά του Τύπου. Το 1996, οι Τούρκικες αρχές φυλάκισαν 78 δημοσιογράφους, σύμφωνα με έρευνα της CPJ. Σήμερα, όσον αφορά τις φυλακίσεις η Τουρκία ξεπερνάει ακόμα και τα πιο καταπιεστικά έθνη, όπως το Ιράν, την Ερυθραία και την Κίνα.

 ΟΙ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΙ ΕΙΝΑΙ ΕΧΘΡΟΙ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

Περίπου το 30 τοις εκατό των δημοσιογράφων που φυλακίστηκαν τον Αύγουστο του 2012 είχαν κατηγορηθεί για συμμετοχή σε συνωμοσίες κατά της κυβέρνησης ή σε επικηρυγμένες πολιτικές ομάδες. Αρκετοί σχετίζονται με τη φερόμενη υπόθεση Ergenekon, την οποία οι εισαγγελείς έχουν χαρακτηρίσει ως μια τεράστια συνωμοσία με στόχο την ανατροπή της κυβέρνησης μέσω στρατιωτικού πραξικοπήματος. Σύμφωνα με τη θεωρία της κυβέρνησης, οι δημοσιογράφοι χρησιμοποιούν την ειδησεογραφική κάλυψη για να δημιουργήσουν χάος στην κοινωνία που θα ευνοήσει ένα πραξικόπημα.

Δύο εξέχοντες ερευνητικοί δημοσιογράφοι, ο Ahmet Şık* και ο Nedim Şener**, κατηγορήθηκαν για συμμετοχή στην υπόθεση Ergenekon και φυλακίστηκαν για περισσότερο από ένα χρόνο πριν αφεθούν ελεύθεροι εν αναμονή της ολοκλήρωσης της δίκης τους. Η κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι ο Şık, με τη βοήθεια του Şener, έγραφε ένα βιβλίο για την προώθηση των στόχων της συνωμοσίας Ergenekon. Ο Şık όντως έγραφε τότε ένα βιβλίο για ένα ευαίσθητο θέμα, που δεν ήταν άλλο από την επίδραση της εξάπλωσης του ισλαμικού κινήματος Φετουλάχ Γκιουλέν. Ο Şener δήλωσε ότι δεν βοηθούσε τον Şık και ότι το βιβλίο του τελευταίου είχε προκαλέσει την οργή της κυβέρνησης, καθώς περιέγραφε τις αποτυχίες των αρχών στη διαλεύκανση της δολοφονίας του εκδότη Hrant Dink το 2007. Η επανεξέταση της CPJ κατέδειξε ότι οι κατηγορίες εναντίον των Şık και Şener βασίστηκαν στο επαγγελματικό έργο των δημοσιογράφων.

Στην πραγματικότητα, οι γενικόλογες διατάξεις του ποινικού κώδικα είναι οι βάσεις που χρησιμοποιούν οι αρχές για να συνδέσουν το επαγγελματικό έργο των δημοσιογράφων με απαγορευμένα πολιτικά κινήματα ή υποτιθέμενες συνωμοσίες. Οι διατάξεις αυτές περιλαμβάνουν «τη διάπραξη εγκλημάτων για λογαριασμό μιας οργάνωσης», «τη συνειδητή και εκούσια βοήθεια και συνέργεια σε οργάνωση» και «τη διεξαγωγή προπαγάνδας για μια οργάνωση και τους στόχους της».

Άλλα άρθρα του ποινικού κώδικα απαγορεύουν στους δημοσιογράφους να «παραβιάσουν το απόρρητο μιας έρευνας» ή να «επηρεάσουν μια δίκαιη δίκη», ποινικοποιώντας έτσι αποτελεσματικά τα ανεξάρτητα και σε βάθος δημοσιογραφικά ρεπορτάζ σχετικά με τις δραστηριότητες αστυνομικών και δικαστικών. Παρά το γεγονός ότι τα άρθρα αυτά σπάνια οδηγούν σε φυλάκιση, χρησιμεύουν στο να υποβάλλουν τους δημοσιογράφους σε αυτολογοκρισία μέσω του εκφοβισμού. Έχουν επίσης χρησιμοποιηθεί με ανησυχητική συχνότητα: Οι τουρκικές οργανώσεις Τύπου λένε ότι έως 5.000 ποινικές υποθέσεις εκκρεμούσαν εναντίον δημοσιογράφων στο τέλος του 2011.

*(σ.σ.)  Ο Αχμέτ Σικ, τιμημένος με το Διεθνές Βραβείο Τύπου UNESCO/Guillermo Cano 2014, συνελήφθηκε στις 29 Δεκεμβρίου 2016 κατηγορούμενος από τις δικαστικές αρχές για «τρομοκρατική προπαγάνδα» και για προσβολή της Τουρκικής Δημοκρατίας. Ο Σικ είχε γράψει στο Twitter μηνύματα υπέρ του PKK, ενώ σε άρθρα του στην Cumhuriyet επέκρινε τις τουρκικές υπηρεσίες Πληροφοριών. Το τελευταίο μήνυμα στο λογαριασμό του ήταν: «Συνελήφθην. Θα προσαχθώ στους εισαγγελείς εξαιτίας ενός Tweet». http://www.kathimerini.gr/889726/article/epikairothta/kosmos/toyrkia-synelhf8h-o-dhmosiografos-axmet-sik-logw-anarthsewn-sto-twitter

 **(σ.σ.) Ένα χρόνο μετά τη σύλληψή του ο Νεντίμ Σενέρ αφέθηκε ελεύθερος με απόφαση δικαστηρίου της Κων/πολης. Τον Οκτώβριο του 2015 τιμήθηκε στη Λειψία της Γερμανίας με το «Βραβείο για την Ελευθερία και το μέλλον των Μέσων Ενημέρωσης» για τις δημοσιογραφικές έρευνές του σχετικά με τη δολοφονία του τουρκοαρμένιου δημοσιογράφου Χραντ Ντικ το 2007. http://www.dw.com/el/%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CF%83%CE%B9%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%BF%CE%B9-%CE%B5%CE%BD%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%BF%CE%BD-%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CF%83%CE%B9%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CF%89%CE%BD-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%AF%CE%B1/a-18773579

ΤΑ ΦΙΛΟΚΟΥΡΔΙΚΑ ΝΕΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΖΟΝΤΑΙ ΩΣ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ

Περίπου το 70 τοις εκατό των ατόμων που φυλακίστηκαν τον Αύγουστο του 2012 ήταν Κούρδοι δημοσιογράφοι που κατηγορήθηκαν για υποβοήθηση της τρομοκρατίας, συγκαλύπτοντας τις απόψεις και τις δραστηριότητες του απαγορευμένου Κουρδικού Εργατικού Κόμματος (PKK) και της Ένωσης Κοινοτήτων του Κουρδιστάν (KCK). Τα μέλη του προσωπικού του πρακτορείου ειδήσεων Dicle και της τουρκόφωνης εφημερίδας Özgür Gundem ειδικότερα έχουν στοχοποιηθεί, όπως και οι δημοσιογράφοι της Azadiya Welat, της μοναδικής κουρδόφωνης καθημερινής εφημερίδας στην Τουρκία. Τρεις πρώην αρχισυντάκτες της Azadiya Welat φυλακίστηκαν, όταν η CPJ διεξήγαγε την έρευνά της την 1 Αυγούστου του 2012.

Κατά τη διάρκεια των διώξεων εναντίων των Κούρδων δημοσιογράφων, η CPJ διαπίστωσε ότι η κυβέρνηση ταύτιζε κάθε ευνοϊκή αναφορά για το ΡΚΚ ή για άλλες επικηρυγμένες κουρδικές ομάδες με πραγματική υποστήριξη των οργανώσεων αυτών. Βασικές δραστηριότητες συλλογής ειδήσεων, όπως συμβουλές, ανάθεση μιας ιστορίας, συνεντεύξεις, η μετάδοση πληροφοριών στους συναδέλφους, χαρακτηρίζονταν από τους εισαγγελείς ως συμμετοχή σε τρομοκρατική επιχείρηση.

Οι αρχές χρησιμοποιούσαν ευρέως τον αντιτρομοκρατικό νόμο της χώρας εναντίον των Κούρδων δημοσιογράφων. Ανεξάρτητοι αναλυτές λένε ότι ο ορισμός της τρομοκρατίας σύμφωνα με το νόμο είναι υπερβολικά γενικευμένος και ασαφής, επιτρέποντας στους με υπερβάλλοντα ζήλο εισαγγελείς και δικαστές να φυλακίζουν δημοσιογράφους που είναι φιλικά προσκείμενοι στο κουρδικό ζήτημα σαν να επρόκειτο για μέλη της τρομοκρατικής οργάνωσης. Τέτοιες διώξεις αντιβαίνουν του άρθρου 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, η οποία προστατεύει την ελευθερία της έκφρασης.

Στην προσπάθειά της να καταπνίξει τις κουρδικές απόψεις, η κυβέρνηση έχει φτάσει στο σημείο να ελέγχει τη χρήση των λέξεων. Το 2012, το Συμβούλιο της Επικρατείας απαγόρευσε τη χρήση της λέξης «αντάρτης» στην τηλεόραση σε σχέση με το ΡΚΚ, λέγοντας ότι με αυτό τον τρόπο θα «νομιμοποιούνταν οι τρομοκράτες και η τρομοκρατία».

 ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΠΙΛΟΓΗΣ

Σε επιστολές προς την CPJ, ανώτερα κυβερνητικά στελέχη διακήρυσσαν τη νομοθεσία που εγκρίθηκε τον Ιούλιο του 2012, ως ένα πακέτο μεταρρυθμίσεων που θα βελτίωναν την ελευθερία του Τύπου. Το μέτρο μειωμένων ποινών για ορισμένα αδικήματα, όπως «η προσπάθεια επιρροής επί της δίκαιης δίκης», περιόρισε τη λογοκρισία των περιοδικών που κατηγορούνται για τη διάδοση προπαγάνδας και τροποποίησε το σύστημα που επιδίκαζε σοβαρές αντικρατικές και τρομοκρατικές υποθέσεις. Αλλά το μέτρο δεν άλλαξε ριζικά τη γενικευμένη και διφορούμενη διατύπωση του αντιτρομοκρατικού νόμου και του ποινικού κώδικα που είχε ως στόχο τη φίμωση επικριτικών ειδήσεων και διαφορετικών απόψεων.

Δυσοίωνα, τον ίδιο μήνα που εγκρίθηκε η νομοθεσία, το κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης πρότεινε μια σαρωτική συνταγματική τροποποίηση που θα περιόριζε την κάλυψη του δικαστικού συστήματος, της εθνικής ασφάλειας και άλλων δημόσιων ζητημάτων, καθώς και διάφορων αόριστων θεμάτων, όπως η «δημόσια ηθική» και «τα δικαιώματα των άλλων». Η πρόταση, που εκκρεμεί στο κοινοβούλιο από τον Οκτώβριο του 2012, θα κατοχυρώσει σε έγγραφο του έθνους την καταστολή των επικριτικών ειδήσεων και απόψεων.

Οι προσπάθειες της κυβέρνησης να υπονομεύσει την ιδιότητα που έχουν τα μέσα ενημέρωσης στο να επαγρυπνούν και να καταπνίξει κάθε άποψη που εναντιώνεται στην κυβέρνηση εμποδίζει την Τουρκία στην επίτευξη των μακροπρόθεσμων στρατηγικών της στόχων. Το οικονομικό μέλλον της χώρας παραμένει συνδεδεμένο με την Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, αλλά η ελευθερία του Τύπου που βρίσκεται σε κρίση ανησυχεί ιδιαίτερα τους Ευρωπαϊκούς φορείς χάραξης πολιτικής. Η προσχώρηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι απίθανη, εκτός αν διορθωθούν αυτά τα προβλήματα.

Η στενή σχέση της Τουρκίας με τις ΗΠΑ, βασισμένη εν μέρει στην εικόνα της Άγκυρας ως δημοκρατικό περιφερειακό μοντέλο, βρίσκεται επίσης σε κίνδυνο. Η Τουρκία συνεχίζει να προωθεί τον εαυτό της ως ηγέτιδα περιφερειακή δύναμη για την προάσπιση της ελευθερίας. «Πιστεύουμε ακράδαντα ότι η διασφάλιση των θεμελιωδών ελευθεριών είναι ζωτικής σημασίας για τη δημοκρατία μας», ανέφερε σε επιστολή του προς την CPJ τον Ιούνιο του 2012, o Namık Tan, ο πρέσβης της χώρας στις Ηνωμένες Πολιτείες. «Αυτό είναι ακόμη πιο σημαντικό τώρα που η Τουρκία γίνεται ένα σημαντικό παράδειγμα για πολλές άλλες χώρες της περιοχής μας.» Ωστόσο, οι εν λόγω ισχυρισμοί αντικρούονται από τις διώξεις των δημοσιογράφων σε επίπεδα που τοποθετούν την Τουρκία παράλληλα με τα παγκόσμια ακραία φαινόμενα, όπως αυτά που συμβαίνουν στο Ιράν.

Οι εθνικές απειλές για την ασφάλεια της Τουρκίας είναι πραγματικές, αλλά δεν μπορούν να δικαιολογήσουν το τρέχον περιβάλλον, όπου η διαφωνία εξισώνεται με την τρομοκρατία. Η τροποποίηση επιμέρους νόμων και οι σταδιακές μεταρρυθμίσεις δεν θα επιλύσουν την κρίση. Ο πρωθυπουργός Erdoğan και η κυβέρνησή του χρειάζεται πολιτική βούληση για να σταματήσει τη συστηματική καταστολή των επικριτικών απόψεων και να αποσυναρμολογήσει το αχανές σύστημα καταστολής των μέσων ενημέρωσης της χώρας. ■

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΟΝ ΤΥΠΟ

Η Νuray Mert, μία από τους πιο διακεκριμένους πολιτικούς αρθρογράφους και σχολιαστές της Τουρκίας, είχε μια μακρά ιστορία επικριτικής αρθρογραφίας σε θέματα που αφορούσαν την κυβερνητική πολιτική, αλλά κατά την άποψη του πρωθυπουργού Recep Tayyip Erdoğan, οι παρατηρήσεις της το περασμένο έτος που ήταν αντίθετες με τις πολιτικές διοίκησης έναντι των Κούρδων υπερέβησαν κάθε όριο. Ο Erdoğan ξέσπασε με μια προσωπική επίθεση που υπαινισσόταν την προδοσία της Mert, εξαπολύοντας ένα χείμαρρο δριμύτατης κριτικής, καθώς και απειλών για την προσωπικής της ασφάλεια. Αυτό οδήγησε τα αφεντικά της που είχαν μια πιο ευαισθητοποιημένη στάση απέναντι στα πολιτικά ζητήματα να ακυρώσουν την τηλεοπτική της εκπομπή και τη στήλη της στην εφημερίδα.

«Νιώθω ότι υφίσταμαι εκφοβισμό με πολλούς τρόπους», δήλωσε η Mert σε μια συναρπαστική αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο που δημοσιεύεται στην παρούσα έκθεση. «Έλαβα ένα σεξιστικό mail γεμάτο μίσος, βρήκα μυστηριωδώς ανακατεμένη τη βαλίτσα μου σε ένα ταξίδι μου και οι κλήσεις μου καταγράφονται». Και όμως, κατά τα λεγόμενά της, η Mert είναι πολύ πιο τυχερή από ό, τι οι περισσότεροι δημοσιογράφοι που τόλμησαν να αμφισβητήσουν τις θέσεις του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης του Erdoğan (AKP) και των προκατόχων του στην εξουσία.

Οι Τούρκικες αρχές έχουν εξαπολύσει τη μεγαλύτερη επιχείρηση καταστολής της ελευθερίας του Τύπου στην πρόσφατη ιστορία. Τουλάχιστον 76 δημοσιογράφοι φυλακίστηκαν, σχεδόν όλοι με κατηγορίες για αντικυβερνητική στάση, όταν η CPJ διεξήγαγε εκτεταμένη έρευνα τον Αύγουστο του 2012. Πάνω από τα τρία τέταρτα των δημοσιογράφων δεν είχαν καταδικαστεί για κάποιο έγκλημα, αλλά είχαν κρατηθεί για πολλούς μήνες ή ακόμη και χρόνια εν αναμονή της δίκης τους ή της δικαστικής ετυμηγορίας. Ένα πλήθος δημοσιογράφων αντιμετώπισαν ποινικές διώξεις και πολλοί από αυτούς πολλαπλές κατηγορίες, για την κάλυψη επικριτικών θεμάτων που θεωρήθηκαν ότι «πρόσβαλαν το τουρκικό αίσθημα» ή ότι επηρέασαν την έκβασης μιας δίκης. Περίπου 3.000 με 5.000 είναι ο αριθμός των ποινικών υποθέσεων που εκκρεμούσαν εναντίον δημοσιογράφων σε εθνικό επίπεδο στο τέλος του 2011, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των τουρκικών οργανώσεων Τύπου. Ο Erdoğan ηγήθηκε αυτής της εκστρατείας κατά του Τύπου, καταθέτοντας ο ίδιος αρκετές αγωγές για συκοφαντική δυσφήμιση εναντίον δημοσιογράφων. Επιπλέον, ο Erdoğan και η κυβέρνησή του έχουν ασκήσει πίεση σε ειδησεογραφικούς οργανισμούς προκειμένου να ελέγξουν τους εργαζομένους τους που ασκούσαν κριτική. Οι ενέργειες αυτές έχουν εξαπλώσει ένα κύμα αυτολογοκρισίας, και τα ειδησεογραφικά πρακτορεία καθώς και οι δημοσιογράφοι τους, φοβούμενοι τα οικονομικά, επαγγελματικά ή νομικά αντίποινα αποφεύγουν να ασχοληθούν με πιο ευαίσθητα θέματα, όπως το κουρδικό ζήτημα και η καταστολή της ελευθερίας έκφρασης.

«Η προσέγγιση του πρωθυπουργού είναι σημαντικός παράγοντας. Μας έχει πει ποιες εφημερίδες δεν θέλει να διαβάζουμε. Έχει πει σε ιδιοκτήτες σταθμών μέσων ενημέρωσης ότι θα πρέπει να απολύσουν δημοσιογράφους και αρθρογράφους που διαφωνούν με την πολιτική της κυβέρνησης. Πολλοί το κάνανε ήδη», είπε ο Hakan Altinay, πρόεδρος του ιδρύματος Ανοικτής Κοινωνίας της Τουρκίας, Open Society Foundation, το οποίο προωθεί τα ανθρώπινα δικαιώματα, τη δημοκρατία και το κράτος δικαίου. «Είναι εξίσου σημαντικό ότι ο πρωθυπουργός Erdoğan δεν έχει δηλώσει ποτέ ότι έμαθε κάτι από μια διαφορετική φωνή ή ότι ήταν ευγνώμων για κάποια κριτική που τον βοήθησε στο να εντοπίσει τυχόν λάθη».

Τον Ιούλιο του 2012 το κόμμα AKP έστειλε ένα ηχηρό μήνυμα, δηλώνοντας έτοιμο να ελέγξει τα μέσα ενημέρωσης, προτείνοντας μια συνταγματική τροποποίηση που θα περιόριζε την κάλυψη θεμάτων της δημόσιας ζωής, από το δικαστικό σύστημα μέχρι την εθνική ασφάλεια, καθώς και θεμάτων γενικής φύσης, όπως «η δημόσια τάξη, η δημόσια ηθική, (και) τα δικαιώματα των άλλων».

 «Η ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΙΝΑΙ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ. ΜΑΣ ΕΧΕΙ ΠΕΙ ΠΟΙΕΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ ΔΕΝ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΔΙΑΒΑΖΟΥΜΕ. ΕΧΕΙ ΠΕΙ ΣΤΟΥΣ ΙΔΙΟΚΤΗΤΕΣ ΣΤΑΘΜΩΝ ΜΕΣΩΝ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ ΟΤΙ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΠΟΛΥΣΟΥΝ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΥΣ ΚΑΙ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥΣ ΠΟΥ ΔΙΑΦΩΝΟΥΝ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ», Hakan Altinay, πρόεδρος, του ιδρύματος Ανοικτής Κοινωνίας της Τουρκίας (Open Society Foundation-Turkey)

 

Από τους 76 δημοσιογράφους που φυλακίστηκαν την 1η Αυγούστου 2012, οι τουλάχιστον 61 φυλακίστηκαν σαν αντίποινα για το δημοσιογραφικό έργο τους, σύμφωνα με την ανάλυση της CPJ, η οποία βασίστηκε σε ανασκόπηση των δικαστικών εγγράφων και αρχείων του Υπουργείου Δικαιοσύνης, μαζί με συνεντεύξεις των κατηγορουμένων και των δικηγόρων που εμπλέκονται στις υποθέσεις. Τα στοιχεία εναντίον των υπόλοιπων 15 δημοσιογράφων ήταν λιγότερο σαφή, ενώ η CPJ συνεχίζει να ερευνά τους λόγους προφυλάκισης τους.

Οι φυλακίσεις αποτελούν μία από τις μεγαλύτερες καταστολές που έχει καταγράψει η CPJ τα τελευταία 27 χρόνια που ασχολείται με τις υποθέσεις δημοσιογράφων που φυλακίστηκαν. Η Τουρκία βρίσκεται στην πρώτη θέση όσον αφορά την έκταση της τρέχουσας εκστρατείας κατά του Τύπου. Το 1996, όταν ο περιορισμός του κουρδικού Τύπου βρισκόταν στο αποκορύφωμά του, οι Τούρκικες αρχές φυλάκισαν 78 δημοσιογράφους για κατηγορίες που είχαν άμεση σχέση με το έργο τους. Σε όλο τον κόσμο, τα ποσοστά φυλάκισης στην Τουρκία ξεπερνούν εκείνα και των πλέον καταπιεστικών εθνών, όπως το Ιράν, όπου 42 δημοσιογράφοι φυλακίστηκαν, όταν η CPJ διεξήγαγε απογραφή στις φυλακές τον Δεκέμβριο του 2011. Ακολουθούν η Ερυθραία, με 28 κρατούμενους και η Κίνα με 27 φυλακισμένους. Η έρευνα της CPJ για τις φυλακίσεις στην Τουρκία διαπίστωσε επίσης ότι ο ρυθμός της καταστολής έχει επιταχυνθεί τα τελευταία δύο χρόνια: Τα δύο τρίτα των φυλακισμένων δημοσιογράφων συνελήφθησαν το 2011 ή το 2012.

Περίπου το 70 τοις εκατό των ατόμων που φυλακίστηκαν τον Αύγουστο του 2012 ήταν Κούρδοι δημοσιογράφοι που κατηγορήθηκαν για στήριξη της τρομοκρατίας, μέσα από δημοσιογραφικά ρεπορτάζ για τις απόψεις και τις δραστηριότητες του απαγορευμένου Κουρδικού Εργατικού Κόμματος (PKK) και της Ένωσης Κοινοτήτων του Κουρδιστάν (KCK). Σχεδόν όλοι οι λοιποί φυλακισμένοι δημοσιογράφοι αντιμετωπίζουν κατηγορίες για συμμετοχή σε αντικυβερνητικές συνωμοσίες ή σε απαγορευμένα πολιτικά κινήματα. Αρκετοί έχουν συνδεθεί με τη φερόμενη υπόθεση Ergenekon, την οποία οι εισαγγελείς έχουν χαρακτηρίσει σαν μια σκοτεινή συνωμοσία με στόχο την ανατροπή της κυβέρνησης μέσω στρατιωτικού πραξικοπήματος. Σύμφωνα με τη θεωρία της κυβέρνησης, οι δημοσιογράφοι χρησιμοποιούν την ειδησεογραφική κάλυψη για να δημιουργήσουν ένα χάος στην κοινωνία που θα ευνοήσει ένα πραξικόπημα.

Η CPJ εξέτασε τα αρχεία των υποθέσεων και διαπίστωσε αναρίθμητες περιπτώσεις παραβίασης νομότυπων διαδικασιών. Οι δημοσιογράφοι συνήθως κρατούνται για παρατεταμένες περιόδους, εν αναμονή της δίκης ή της ετυμηγορίας τους, με αποτέλεσμα να υποβάλλονται σε σκληρές τιμωρίες κατόπιν απλών κατηγοριών. Για παράδειγμα, η Fusun Erdoğan, γενική διευθύντρια του αριστερού ραδιοφωνικού σταθμού Özgür Radyo, παρέμεινε στη φυλακή για έξι χρόνια, γιατί η υπόθεσή της βρισκόταν εν αναμονή της ετυμηγορίας των δικαστών. Στις περιπτώσεις των Κούρδων δημοσιογράφων, οι δικαστές και οι υπάλληλοι επιβολής του νόμου συχνά απαγορεύουν στους εναγόμενους να καταθέτουν στη μητρική τους γλώσσα, τα Κουρδικά, την ώρα που σε άλλους κατηγορούμενους επιτρέπονται συμβιβασμοί όσον αφορά τη γλώσσα. «Καλούν ένα μεταφραστή για υποθέσεις, όπως η διακίνηση ναρκωτικών, αλλά δεν καλούν για τέτοιες περιπτώσεις», δήλωσε στην CPJ ο συνήγορος υπεράσπισης, Özcan Kılıç.

Οι απαγγελίες κατηγοριών, οι συνεντεύξεις και τα ειδησεογραφικά πρακτορεία δείχνουν μια κυβέρνηση αποφασισμένη να φυλακίσει δημοσιογράφους για δημοσιοποίηση απόψεων, οι οποίες θεωρούνται προσβλητικές από τις αρχές. Ένα ρεπορτάζ σχετικό με το ΡΚΚ, για παράδειγμα, σημαίνει και τη στήριξη του ΡΚΚ. Για τους συγκεκριμένους δημοσιογράφους, οι βασικές δραστηριότητες συλλογής ειδήσεων, όπως η λήψη συμβουλών, η μετάδοση μιας είδησης, η μετάδοση πληροφοριών σε συναδέλφους, χαρακτηρίζονται από τους εισαγγελείς ως συμμετοχή σε τρομοκρατική επιχείρηση. Η διεξαγωγή συνεντεύξεων με τους λάθος ανθρώπους, όπως με εκπροσώπους της KCK ή με αξιωματούχους ασφαλείας της κυβέρνησης, αποτελεί απόδειξη ενός εγκλήματος. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η έκφραση ορισμένων ιδεών και η κατοχή συγκεκριμένων βιβλίων, εφημερίδων και περιοδικών θεωρούνται αξιόποινες πράξεις. Τα κατηγορητήρια μοιάζουν σαν να είναι βγαλμένα από μυθιστόρημα του Όργουελ: ένας δημοσιογράφος κηρύσσεται ύποπτος και ένας άλλος κατηγορείται ότι επικοινωνούσε με τον πρώτο. Στην υπόθεση Ergenekon, η κυβέρνηση όρισε τη συνωμοσία με τόσο γενικευμένους και ασαφείς χαρακτηρισμούς, έτσι ώστε για δημοσιογράφους με επικριτικές απόψεις, όπως οι εξέχοντες ερευνητικοί δημοσιογράφοι, Nedim Şener και Ahmet Şık, να αφήνεται ο υπαινιγμός ότι είναι ένοχοι.

Η CPJ ζήτησε από τον πρωθυπουργό Erdoğan να κάνει κάποιο σχόλιο, αποσπώντας την απάντηση του Τούρκου πρέσβη στις ΗΠΑ, Namık Tan. Σε επιστολή του προς την CPJ τον Ιούνιο, o Tan δήλωσε ότι η κυβέρνησή του έχει ξεκινήσει μεταρρυθμίσεις σε συνεννόηση με την Ευρωπαϊκή Ένωση, το Συμβούλιο της Ευρώπης και τον Οργανισμό για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη. O Tan, του οποίου η πλήρης δήλωση δημοσιεύεται στο παράρτημα της παρούσας έκθεσης, επισήμανε μια αλλαγή που έγινε το 2008, όταν ο υπουργός δικαιοσύνης κλήθηκε να εγκρίνει βάσει νόμου τις διώξεις για προσβολή του Τούρκικου αισθήματος. Ανέφερε, επίσης, ένα πακέτο νομοθετικών μέτρων που πάρθηκαν το 2012, το οποίο είχε εγκριθεί από το κοινοβούλιο τον Ιούλιο. Το μέτρο μείωσε τις ποινές για ορισμένα αδικήματα, περιόρισε τη λογοκρισία των περιοδικών που κατηγορούνται για διάδοση προπαγάνδας και τροποποίησε το σύστημα που επιδίκαζε σοβαρές αντικρατικές και τρομοκρατικές υποθέσεις.

Ο Tan δήλωσε ότι η «μεγάλη πλειοψηφία» των φυλακισμένων δημοσιογράφων κατηγορήθηκε για εγκλήματα «που αφορούν την ασφάλεια και την ακεραιότητα της χώρας μας και δεν σχετίζονται με το δημοσιογραφικό τους έργο». Ο Tan δηλώνει ότι οι προφυλακισμένοι έχουν το τεκμήριο της αθωότητας, ενώ υποστηρίζει ότι θα ήταν «ανακριβές και άδικο» να θεωρήσουμε αυτές τις φυλακίσεις σαν παραβίαση της ελευθερίας του Tύπου.

«ΤΑ ΑΡΘΡΑ, Η ΑΛΛΗΛΟΓΡΑΦΙΑ ΜΟΥ, ΟΙ ΣΥΖΗΤΗΣΕΙΣ ΠΑΝΩ ΣΤΟΥΣ ΤΙΤΛΟΥΣ ΕΙΔΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΑ ΑΙΤΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΝΕΑ ΚΑΙ ΟΠΤΙΚΟ ΥΛΙΚΟ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΡΕΠΟΡΤΕΡ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΗΚΑΝ ΩΣ “ΔΙΑΤΑΓΕΣ” ΚΑΙ “ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ” ΕΞ ΟΝΟΜΑΤΟΣ ΜΙΑΣ ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΗΣ ΟΜΑΔΑΣ»,Tayip Temel, αρχισυντάκτης στην Azadiya Welat

 

«ΕΝΑ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΠΟΥ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΕΙ Η ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΕΙΝΑΙ ΟΤΙ ΚΑΘΕ ΦΟΡΑ ΠΟΥ ΕΝΑ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΟΜΜΑ ΑΠΟΚΤΑ ΕΞΟΥΣΙΑ, ΚΑΤΑΣΤΕΛΛΕΙ ΤΟΝ ΤΥΠΟ ΚΑΙ ΔΕΝ ΔΕΧΕΤΑΙ ΚΑΜΙΑ ΚΡΙΤΙΚΗ», Gulsun Bilgehan, βουλευτής από την Άγκυρα.

Ο Υπουργός Δικαιοσύνης, Sadullah Ergin πήρε μια παρόμοια θέση στο ζήτημα, όταν του ζητήθηκε από την CPJ να κάνει κάποιο σχόλιο «Εμείς, σαν κυβέρνηση, δεν θέλουμε κανένας, είτε είναι δημοσιογράφος είτε όχι, να ενοχοποιείται λόγω των σκέψεων και των απόψεών του», δήλωσε ο Ergin σε επιστολή του, που θα τη βρείτε ολόκληρη στο παράρτημα της παρούσας έκθεσης. Ωστόσο, ο Ergin δικαιολόγησε την ποινική δίωξη των δημοσιογράφων, λέγοντας ότι η Τουρκία πρέπει να εξισορροπήσει την προστασία της ελεύθερης έκφρασης με την ανάγκη απαγόρευσης «της επιδοκιμασίας της βίας και της τρομοκρατικής προπαγάνδας». Ούτε ο Ergin ούτε ο Tan σχολίασαν τη συνταγματική πρόταση του AKP για την επιβολή περιορισμών, ενώ οι αξιωματούχοι της κυβέρνησης δεν απάντησαν στις ερωτήσεις της CPJ σχετικά με το σχέδιο.

Σε μια χώρα με ιστορία στρατιωτικών πραξικοπημάτων, η σκιά του πραξικοπήματος της 12ης Σεπτεμβρίου 1980 σκεπάζει τα σημερινά γεγονότα. Η κοινή δικαιολογία για το πραξικόπημα του 1980, ότι δηλαδή ο στρατός πυροδότησε την πολιτική ένταση για να προκαλέσει την ανατροπή, αντηχεί στους γενικευμένους ισχυρισμούς της κυβέρνησης Erdoğan ότι οι συνωμότες στην υπόθεση Ergenekon προωθούσαν το κοινωνικό χάος. Και η αχανής, συγκαλυμμένη κατασταλτική νομική δομή που δημιουργήθηκε μετά το πραξικόπημα και την επακόλουθη κουρδική εξέγερση, η οποία συνεχίζεται, επέτρεψε στις κυβερνήσεις που διαδέχτηκαν, συμπεριλαμβανόμενης της κυβέρνησης Erdoğan, να ποινικοποιήσουν την εναντίωση, να κατηγορήσουν τους αντιπάλους τους από το χώρο του πνεύματος για τρομοκρατία και να φυλακίζουν δημοσιογράφους που ασκούσαν κριτική στην κυβέρνηση.

«Η κυβέρνηση εξακολουθεί να χρησιμοποιεί τους ξεπερασμένους νόμους της εποχής του πραξικοπήματος της 12ης Σεπτεμβρίου», δήλωσε ο Mehmet Ali Birand, γνωστός τηλεοπτικός δημοσιογράφος και αρχισυντάκτης του τμήματος ειδήσεων του Kanal D. «Οι νόμοι είναι γραμμένοι με τέτοια ασάφεια που είναι ανοιχτοί σε ερμηνείες». Ένας δικαστής μπορεί να το πάρει έτσι, ένας άλλος να το πάρει αλλιώς. Ποτέ δεν ξέρεις. Για το λόγο αυτό, φοβόμαστε πάντα ότι είτε έτσι είτε αλλιώς, βρισκόμαστε μπλεγμένοι».

Ο Deniz Ergürel, γενικός γραμματέας του συλλόγου για τα ΜΜΕ της Τουρκίας, Media Association, μιας ομάδας που προασπίζεται την ελευθερία του Τύπου, επισημαίνει επίσης ότι η νομική δομή που θεμελιώθηκε μετά το πραξικόπημα είναι η πηγή της σημερινής καταστολής. «Έχουμε ακόμα ένα σύνταγμα που γράφτηκε μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα», δήλωσε ο Ergürel στην CPJ. «Χρειαζόμαστε ένα πιο φιλελεύθερο, δημοκρατικό και ποικιλόμορφο σύνταγμα. Το ισχύον σύνταγμα θεμελιώθηκε κάτω από δύσκολες στιγμές, ενώ περιέχει αντιφατικά θέματα, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων, όπως είναι η ελευθερία της έκφρασης. Και χρειαζόμαστε καλύτερους, πιο δημοκρατικούς αντιτρομοκρατικούς νόμους».

Ο ποινικός κώδικας της Τουρκίας, ο αντιτρομοκρατικός νόμος καθώς και ο κώδικας ποινικής δικονομίας, που εφαρμόζονται μεμονωμένα και συνδυαστικά, επιτρέπουν την ερμηνεία του τι ορίζει κανείς ως τρομοκρατία ή την προσχώρηση σε τρομοκρατικές ομάδες. Οι δημοσιογράφοι κατηγορήθηκαν βάσει του άρθρου 220 παράγραφος 6 του ποινικού κώδικα για «διάπραξη εγκλήματος εξ ονόματος μιας οργάνωσης», βάσει του άρθρου 220 παράγραφος 7 για «συνειδητή και εκούσια στήριξη και συνέργεια σε οργάνωση», βάσει του άρθρου 220 παράγραφος 8 για «διάδοση προπαγάνδας για μια οργάνωση και τους στόχους τους», βάσει του άρθρου 309 παράγραφος 1 για «προσπάθεια μετατροπής της συνταγματικής τάξης δια της βίας» και βάσει του άρθρου 314 παράγραφος 2 για «συμμετοχή σε μια οργάνωση», σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παράγραφος 2 του αντιτρομοκρατικού νόμου για «διάπραξη εγκλήματος εξ ονόματος μιας οργάνωσης» και του άρθρου 7 παράγραφος 2 για «παραγωγή προπαγάνδας για τρομοκρατική οργάνωση». Πάνω από το 95 τοις εκατό των δημοσιογράφων που φυλακίστηκαν την 1η Αυγούστου του 2012, βρέθηκαν κατηγορούμενοι για τόσο σοβαρά αδικήματα.

Ο αντιτρομοκρατικός νόμος έχει χρησιμοποιηθεί σαν ρόπαλο εναντίον Κούρδων δημοσιογράφων, τόσο τα παλαιότερα χρόνια όσο και τα τελευταία δυο χρόνια με ιδιαίτερη συχνότητα, σύμφωνα με την έρευνα της CPJ. Στην περίπτωση του Tayip Temel, αρχισυντάκτη της Azadiya Welat, της μοναδικής κουρδόφωνης καθημερινής εφημερίδας στην Τουρκία, ο ίδιος αντιμετωπίζει ποινή φυλάκισης 22 ετών για τη συμμετοχή στην απαγορευμένη ομάδα KCK. Ως αποδεικτικά στοιχεία, η κυβέρνηση αναφέρθηκε στο δημοσιευμένο έργο του Temel, καθώς και στις υποκλαπείσες τηλεφωνικές συνομιλίες του με άλλους συναδέλφους και τις πηγές ειδήσεων, συμπεριλαμβανομένων των συνομιλιών του με μέλη δύο κουρδικών πολιτικών κομμάτων. «Τα άρθρα, η αλληλογραφία μου, οι συζητήσεις πάνω στους τίτλους ειδήσεων και τα αιτήματα για νέα και οπτικό υλικό από τους ρεπόρτερ χαρακτηρίστηκαν ως “διαταγές” και δραστηριότητα” εξ ονόματος μιας απαγορευμένης ομάδας», έγραψε ο Temel σε επιστολή του από τη φυλακή τον Ιανουάριο του 2012, η οποία δημοσιεύθηκε από την ανεξάρτητη πύλη ειδήσεων Bianet.

Οι υποθέσεις, όπως αυτή του Temel, οι οποίες φέρονται ως εγκλήματα τρομοκρατικής ή αντικυβερνητικής φύσης, εκδικάζονται σε «δικαστήρια ειδικής δικαιοδοσίας», τα οποία είναι επιφορτισμένα από τον κώδικα ποινικής δικονομίας με εξαιρετικές αρμοδιότητες που φέρνουν σε ιδιαίτερα μειονεκτική θέση τους κατηγορουμένους. Σε αυτά τα ειδικά δικαστήρια οι κατηγορούμενοι μπορούν να μείνουν υπό κράτηση για μήνες ή ακόμα και για χρόνια χωρίς διεξαγωγή δίκης. Αυτά τα δικαστήρια μπορούν να θέσουν τους κρατούμενους σε απομόνωση, να περιορίσουν την επικοινωνία με τον συνήγορο υπεράσπισης, να τερματίσουν και να φιλτράρουν την ανταλλαγή μηνυμάτων μεταξύ των κατηγορουμένων και των δικηγόρων τους και να διακόψουν την πρόσβαση των υπόπτων στα αρχεία τους. Επίσης, αυτές οι δυνάμεις έχουν παραβιάσει νομότυπες διαδικασίες, έχουν εξαφανίσει το τεκμήριο αθωότητας και έχουν υπάρξει φιλικά προσκείμενες προς την κυβέρνηση. Τον Ιούλιο του 2012, μετά από δριμύτατη κριτική για παραβιάσεις νομότυπων διαδικασιών, το κοινοβούλιο ενέκρινε νομοσχέδιο που ζητούσε τον τερματισμό της χρήσης των ειδικών δικαστηρίων. Ωστόσο, το μέτρο μετακίνησε μεγάλο μέρος της εξουσίας των δικαστηρίων στα περιφερειακά ποινικά δικαστήρια. Επιπλέον, οι υποθέσεις που εκκρεμούν δεν επηρεάζονται από αυτή την αλλαγή. Τα ειδικά δικαστήρια θα συνεχίσουν να αποφαίνονται επί των υποθέσεων που είχαν προηγηθεί.

«ΟΤΑΝ Η ΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΣΚΛΗΡΑΙΝΕΙ, ΟΤΑΝ Ο ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΕΙ ΣΚΛΗΡΕΣ ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ ΣΤΙΣ ΟΜΙΛΙΕΣ ΤΟΥ, Η ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΣΚΛΗΡΑΙΝΕΙ ΕΠΙΣΗΣ»,  Mehmet Ali Birand, αρχισυντάκτης της Kanal D

Το νομοθέτημα του Ιουλίου του 2012 μείωσε τις ποινές για αδικήματα, όπως «η παραβίαση του απορρήτου της έρευνας» και «η προσπάθεια επιρροής επί της δίκαιης δίκης», κατηγορίες που έχουν χρησιμοποιηθεί κατά των επικριτικών δημοσιογράφων που προσπάθησαν να εκθέσουν τις λεπτομέρειες των έντονων και πολυδιάστατων αντικυβερνητικών διώξεων στην Τουρκία. Επιπρόσθετα, τα μέτρα αφαίρεσαν από τα δικαστήρια και τις εισαγγελικές αρχές τη δικαιοδοσία τερματισμού των περιοδικών που βρίσκονται κατηγορούμενα για «διάδοση προπαγάνδας για μια τρομοκρατική οργάνωση».

Σε γενικές γραμμές, σύμφωνα με την έρευνα της CPJ, οι μεταρρυθμίσεις είναι ιδιαιτέρως μετριοπαθείς και πραγματοποιήθηκαν κατόπιν διαβουλεύσεων με Τούρκους δικηγόρους. Για παράδειγμα, μια από τις αλλαγές είναι η αναστολή της ποινικής δίωξης των δημοσιογράφων, υπό την προϋπόθεση ότι οι κατηγορούμενοι δεν θα επαναλάβουν το υποτιθέμενο έγκλημα για τα επόμενα τρία χρόνια. Έτσι, οι δημοσιογράφοι θα μπορούσαν να αποφύγουν την ποινική δίωξη, εάν αυτολογοκρίνονται για τα θέματα που τους οδήγησαν εξαρχής σε αυτή την κατάσταση.

Αυτό που έχει σημασία είναι ότι οι μεταρρυθμίσεις του Ιουλίου δεν τροποποιούν θεμελιωδώς τον αντιτρομοκρατικό νόμο και τον ποινικό κώδικα της Τουρκίας, προκειμένου να σταματήσει η χρήση της γενικευμένης και διφορούμενης γλώσσας που χρησιμοποιείται συνήθως για να φιμώσει επικριτικές ειδήσεις και διαφορετικές απόψεις. Οι αλλαγές αυτές έρχονται επίσης αντιμέτωπες με το πολιτικό υπόβαθρο, όπου κάθε νέα μεταρρύθμιση μπορεί να αντισταθμιστεί με ένα νέο κατασταλτικό βήμα. Λίγες μέρες μετά την έγκριση του νομοσχεδίου τον Ιούλιο, το AKP εισήγαγε μια συνταγματική τροποποίηση που θα περιόριζε την ελευθερία του τύπου «προκειμένου να προστατέψει την εθνική ασφάλεια, τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ηθική, τα δικαιώματα των άλλων, την προσωπική και οικογενειακή ζωή, να αποτρέψει τα εγκλήματα, να εξασφαλίσει την ανεξαρτησία και την αμεροληψία του δικαστικού σώματος, να εμποδίσει τους πολεμοχαρείς και τη διάδοση κάθε είδους διακρίσεων, εχθρότητας, μνησικακίας και μίσους». Το σαρωτικό μέτρο, που ήταν εν αναμονή τον Οκτώβριο του 2012, θα εξάλειφε επίσης τη συνταγματική εγγύηση που προστατεύει τους εκδοτικούς οίκους από κατασχέσεις ή απαγορεύσεις των λειτουργιών τους. Οι αναλυτές δήλωσαν ότι παραμένουν επιφυλακτικοί για το αν η πρόταση τελικά θα γίνει δεκτή. Ωστόσο, η εισαγωγή της αντανακλά το ζήλο του κυβερνώντος κόμματος να περιορίσει τον τύπο.

«Ένα σημαντικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει η Τουρκική Δημοκρατία είναι ότι κάθε φορά που ένα πολιτικό κόμμα αποκτά εξουσία, καταστέλλει τον Τύπο και δεν δέχεται καμία κριτική», δήλωσε η Gulsun Bilgehan, μια βουλευτής από την Άγκυρα, μέλος της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης και του αντιπολιτευόμενου Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος. «Η κυβέρνηση του AKP έχει διατηρήσει αυτή την αρνητική συνήθεια και αύξησε την πίεση στον Τύπο κατά τη διάρκεια της τρίτης θητείας της».

Εκτός από τους κατασταλτικούς νόμους και τις νομικές δομές στο επίκεντρο του προβλήματος βρίσκεται επίσης και το κλίμα που έχει δημιουργηθεί στα ανώτερα επίπεδα της διοίκησης. «Το δικαστικό σύστημα ακολουθεί την προσέγγιση της κυβέρνησης», δήλωσε ο Ali Birand. «Όταν η στάση της κυβέρνησης σκληραίνει, όταν ο πρωθυπουργός χρησιμοποιεί σκληρές εκφράσεις στις ομιλίες του, η στάση του δικαστικού σώματος σκληραίνει επίσης».
Και ο Erdoğan υπήρξε σκληρός και επιθετικός απέναντι στον Τύπο, αποδοκιμάζοντας δημόσια δημοσιογράφους, υποβάλλοντας νομικές καταγγελίες και πιέζοντας τα δημοσιογραφικά πρακτορεία να μειώσουν τα μέλη του προσωπικού τους που ασκούσαν κριτική. Όπως και στην περίπτωση της Mert, πολλοί επιφανείς αρθρογράφοι και σχολιαστές έχουν υποβιβαστεί ή απολυθεί, γιατί εξόργισαν τον πρωθυπουργό. Ένας δημοσιογράφος, ο οποίος μίλησε υπό το καθεστώς ανωνυμίας φοβούμενος τα αντίποινα, ανακάλεσε στη μνήμη του τα λόγια ενός ιδιοκτήτη ειδησεογραφικού σταθμού για την αλλαγή πολιτικής που θα ακολουθούσε: «Παιδιά, τελείωσε. Δεν θέλω πια να γίνεται καμία κριτική. Δεν θέλω να χάσω τα χρήματά μου». Ο ιδιοκτήτης έδωσε στους δημοσιογράφους την εξής απλή εναλλακτική: «Εάν θέλετε να μείνετε μαζί μου κάντε το. Αν όχι, μπορείτε να φύγετε».

Ο Erdoğan έχει δημιουργήσει ένα σημαντικό ρεκόρ καταθέσεων αγωγών για συκοφαντική δυσφήμιση εναντίον όσων άσκησαν κριτική στην κυβέρνησή του από όλο το φάσμα των μέσων ενημέρωσης. Το Μάρτιο του 2005, σύμφωνα με την Bianet, ο πρωθυπουργός κατέθεσε μήνυση εναντίον του εκδότη του σατιρικού περιοδικού Penguen με την κατηγορία ότι «προσέβαλε τα προσωπικά δικαιώματα του πρωθυπουργού», παραλληλίζοντας τον με τα διάφορα ζώα σε κινούμενα σχέδια που υπήρχαν στο εξώφυλλό του. Ένα χρόνο αργότερα, ο πρωθυπουργός μήνυσε την αριστερή καθημερινή εφημερίδα Günlük Evrensel και τον αρθρογράφο της, Yücel Sarpdere, για δυσφήμηση στo πλαίσιο ενός άρθρου, όπου ο τελευταίος άλλαξε τους στίχους ενός αγαπημένου τραγουδιού του AKP με σκοπό να επικρίνει την απάντηση του Erdoğan στις κατηγορίες για διαφθορά εναντίον του υπουργού οικονομικών. Το άρθρο δεν προσέβαλε απλώς τον πρωθυπουργό, αλλά όπως δήλωσαν οι δικηγόροι του Erdoğan «ξεπέρασε τα όρια της ελευθερίας του Τύπου». Το ίδιο έτος, ο Erdoğan κατέθεσε αγωγή για δυσφήμιση κατά του Erbil Tuşalp, ενός δημοσιογράφου της αριστερής καθημερινής εφημερίδας Birgün, σε σχέση το άρθρο που έγραψε ο τελευταίος τον Δεκέμβριο του 2005, λέγοντας ότι η κυβερνητική πολιτική γίνεται ολοένα και πιο αυταρχική. Πέρυσι, ο πρωθυπουργός υπέβαλε μήνυση εναντίον του Ahmet Altan, αρχισυντάκτη της ανεξάρτητης καθημερινής εφημερίδας Taraf, για συκοφαντική δυσφήμιση για τον τίτλο του τον Ιανουάριο του 2011 «Ο Erdoğan και οι κούφιες απειλές». Ο Erdoğan απέσυρε την καταγγελία, όμως το Μάρτιο του 2012 μήνυσε και πάλι τον Altan, για το editorial του, όπου χαρακτήριζε τον πρωθυπουργό ως «αλαζόνα, ανενημέρωτο και αδιάφορο απέναντι στις μεταρρυθμίσεις». Οι δικηγόροι του Erdoğan κατήγγειλαν ότι σκοπός του editorial ήταν να ταπεινώσει τον πρωθυπουργό, αναφέρει η Bianet

«ΟΙ ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ ΠΟΥ ΔΗΜΟΣΙΕΥΟΝΤΑΙ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ ΞΕΡΟΥΝ ΤΙ ΔΕΝ ΠΑΕΙ ΚΑΛΑ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ, ΟΜΩΣ ΦΟΒΟΥΝΤΑΙ ΝΑ ΚΑΝΟΥΝ ΣΩΣΤΗ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΑ»,  Asli Aydıntaşbaş, αρθρογράφος στην Milliyet

 

Οι καταγγελίες για δυσφήμιση και οι ποινικές διώξεις οδήγησαν σε δημοσιογραφικά ρεπορτάζ γεγονότων με έναν πιο ήρεμο και ευπρεπή τρόπο. «Οι εφημερίδες που δημοσιεύονται καθημερινά ξέρουν τι δεν πάει καλά στην Τουρκία, όμως φοβούνται να κάνουν σωστή δημοσιογραφία», έγραψε η αρθρογράφος στην Milliyet, Asli Aydıntaşbaş, η οποία δήλωσε ότι η πολιτική επιρροή έχει σημαντική εκφοβιστική επίδραση στους ιδιοκτήτες ειδησεογραφικών σταθμών. Ένα μεγάλο μέρος των μέσων ενημέρωσης στην Τουρκία ανήκει σε ορισμένους ομίλους με ποικίλες μετοχές στον τομέα των κατασκευών, των τραπεζών, του τουρισμού και της οικονομίας. Αυτή η κατάσταση κάνει τις εταιρίες αυτές να είναι ευάλωτες απέναντι στις πολιτικές πιέσεις, σύμφωνα με έρευνα του 2010 από το Ευρωπαϊκό Κέντρο Δημοσιογραφίας, European Journalism Center.

Το 2011, ο Όμιλος Doğan, η μεγαλύτερη εταιρεία χαρτοφυλακίου μέσων ενημέρωσης του έθνους, αναγκάστηκε να πουλήσει μέρος της περιουσίας της, συμπεριλαμβανομένης και της καθημερινής εφημερίδας Milliyet, προκειμένου να πληρώσει ένα τεράστιο πρόστιμο, που είχε εκτιμηθεί αρχικά στα 2.500.000.000 δολάρια, ενώ αργότερα το ποσό αυτό μειώθηκε. Η φορολογική υπόθεση θεωρήθηκε από το ευρύ κοινό σαν μια πολιτικά υποκινούμενη προσπάθεια εξημέρωσης του ομίλου, του οποίου η ναυαρχίδα εφημερίδα, Hürriyet, ήταν γνωστή για την κριτική της απέναντι στην κυβερνητική πολιτική και το ρόλο που διαδραμάτιζε στην κοινή γνώμη. Τέσσερα χρόνια νωρίτερα, οι Τούρκικες ρυθμιστικές αρχές κατάσχεσαν τα περιουσιακά στοιχεία του Ομίλου Ciner, ενώ κατόπιν ακολούθησε μια από τις μεγαλύτερες εταιρίες μέσων μαζικής ενημέρωσης της χώρας. Αργότερα εκποίησε την εφημερίδα Sabah και άλλα περιουσιακά στοιχεία της εταιρίας σε μια δημοπρασία της κυβέρνησης. Σύμφωνα με δημοσιεύματα του Τύπου, μια εταιρία υπό τη διοίκηση του γαμπρού του Erdoğan, Berat Albayrak, ήταν ο μοναδικός πλειοδότης, αγοράζοντας τα περιουσιακά στοιχεία με δάνεια που πήρε από δυο κρατικές τράπεζες.

«Όλα ξεκίνησαν με την εξαγορά της Sabah από την κυβέρνηση το 2007, με την κατάσταση να επιδεινώνεται μετά το τεράστιο φορολογικό πρόστιμο που επιβλήθηκε στον Όμιλο Dogan», δήλωσε στην CPJ η δημοσιογράφος Aydıntaşbaş. «Στη συνέχεια, παρατηρήσαμε αλλαγές στην εκδοτική διαχείριση των εφημερίδων, απολύσεις αρθρογράφων και μια σταδιακή αλλά σταθερή αλλαγή στους σχολιασμούς και τις ειδήσεις που δυσαρεστούν ή ασκούν κριτική στην κυβέρνηση. Οι εφημερίδες ασκούν συστηματική αυτολογοκρισία και περιορίζουν τις πληροφορίες και τις ειδήσεις που στοχεύουν στην κριτική της κυβέρνησης, ακόμα και μετά τη μείωση που παρατηρήθηκε στη διανομή του Τύπου».

Η υπόθεση της Odatv, μιας υπερεθνικιστικής ιστοσελίδας που επέκρινε σκληρά την κυβέρνηση, αποτελεί ένα καλό παράδειγμα. Εν ολίγοις, η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι οι εργαζόμενοι της διαδικτυακής πύλης, μαζί με τους ερευνητικούς δημοσιογράφους, Şener και Şık, βοηθούσαν στη φερόμενη συνωμοσία Ergenekon. Μεταξύ άλλων, οι εναγόμενοι κατηγορούνται για «παροχή βοήθειας σε ένοπλη τρομοκρατική οργάνωση» και «υποκίνηση μίσους και εχθρότητας», εγκλήματα που επισύρουν ποινές φυλάκισης 15 ετών ή άνω. Αλλά το κατηγορητήριο στηρίζεται σε ελάχιστα αποδεικτικά στοιχεία. Παραθέτει τα δημοσιευμένα άρθρα, τις μυστικά καταγεγραμμένες συνομιλίες μεταξύ υπαλλήλων, καθώς και τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μεταξύ δημοσιογράφων του Odatv και των πηγών ειδήσεων. Το Φεβρουάριο και το Μάρτιο του 2011, δώδεκα δημοσιογράφοι κατηγορούνται στην υπόθεση. Τουλάχιστον τέσσερις ήταν ακόμα υπό κράτηση την 1η Αυγούστου 2012, καθώς η υπόθεσή τους προχώρησε μέσω του δικαστικού συστήματος.

«Τα ρεπορτάζ από το Odatv και άλλα ειδησεογραφικά πρακτορεία θεωρήθηκαν αποδεικτικά στοιχεία εναντίον μου», δήλωσε ο εκδότης του Odatv, Soner Yalçın, σε επιστολή του από τη φυλακή, η οποία δημοσιεύθηκε στην Bianet. «Οι συνεντεύξεις και οι επαφές που είχαμε με το τηλεφωνικό κέντρο της αίθουσας σύνταξης με κάποιο τρόπο θεωρούνται αποδεικτικά στοιχεία».

Ωστόσο, οι δημοσιογράφοι στην Τουρκία δίστασαν να καλύψουν με μια πιο κριτική ματιά την υπόθεση Odatv. «Μια τέτοια υπόθεση μπορεί να προσελκύσει την προσοχή των μέσων ενημέρωσης και να θεωρηθεί ότι έτσι στηρίζουμε τους συναδέλφους μας σε ευρεία κλίμακα. Όμως, δεν ισχύει κάτι τέτοιο», έγραψε η Ece Temelkuran, μια επικριτική αρθρογράφος που έχασε τη δουλειά της στην καθημερινή τουρκική εφημερίδα Habertürk, μιλώντας στον Δείκτη Λογοκρισίας (Index on Censorship), μια οργάνωση που υπερασπίζεται την ελευθερία της έκφρασης με έδρα το Λονδίνο.

«ΟΙ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΑΦΕΣ ΠΟΥ ΕΙΧΑΜΕ ΜΕ ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΑΙΘΟΥΣΑΣ ΣΥΝΤΑΞΗΣ ΜΕ ΚΑΠΟΙΟ ΤΡΟΠΟ ΘΕΩΡΟΥΝΤΑΙ ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΠΟΙΝΙΚΑ ΚΟΛΑΣΙΜΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ», Soner Yalçın, Odatv εκδότης του Odatv

 

«Δεδομένου ότι ο Πρωθυπουργός Erdoğan απείλησε προσωπικά τους δημοσιογράφους που διατηρούν επικριτική στάση απέναντι στην υπόθεση, ελάχιστοι ήταν οι δημοσιογράφοι που εμφανίστηκαν στο δικαστήριο. Πιθανότατα, οι συνάδελφοι φοβήθηκαν ότι θα καταλήξουν, όπως και εγώ πριν λίγες μέρες, άνεργοι. Ή χειρότερα ότι θα καταλήξουν πίσω από τα κάγκελα της φυλακής».

Και ενώ δώδεκα δημοσιογράφοι κατέληξαν στη φυλακή, οι ύποπτοι για τη συμμετοχή τους στη δολοφονία του τουρκοαρμένιου εκδότη, Hrant Dink, τον Ιανουάριο του 2007, αφέθηκαν ελεύθεροι. Μόνο ο έφηβος τότε οπλοφόρος και τρεις μικρότερης σημασίας συνεργοί του έχουν καταδικαστεί και φυλακιστεί γι’ αυτήν την υπόθεση. Οι υπάλληλοι ασφάλειας και οι στρατιωτικοί αξιωματούχοι με ριζοσπαστικές εθνικιστικές ιδέες που κατηγορήθηκαν από τους υποστηρικτές του Dink για συνενοχή και συγκάλυψη της δολοφονίας, ποτέ δεν ερευνήθηκαν σωστά. Πριν από τη δολοφονία του, ο Dink είχε δεχτεί απειλές για τη ζωή του, μηνύματα μίσους και πολιτικοποιημένες ποινικές διώξεις σε αντίποινα για το εικονοκλαστικό έργο του, μαζί με έγγραφα του για τις μαζικές δολοφονίες Αρμενίων στην Τουρκία κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Τον Ιούνιο του 2011, ένα δικαστήριο στην Τραπεζούντα της Μαύρης Θάλασσας καταδίκασε έξι αξιωματικούς του στρατού, γιατί δεν ενήργησαν ενώ είχαν πληροφορίες ότι ο Dink επρόκειτο να δολοφονηθεί. Και οι έξι καταδικάστηκαν σε πολύμηνη φυλάκιση, κατά της οποίας άσκησαν έφεση. Ακόμα δεν έχουν φυλακιστεί.

Ενώ αντίθετα, στις περιπτώσεις που ένας δημοσιογράφος είναι το θύμα, η φυλάκιση πριν την εκδίκαση της υπόθεσης φαίνεται να λειτουργεί με διαφορετικό τρόπο. Η ανισότητα είναι εντυπωσιακή, αν λάβουμε υπόψιν μας ότι ο Şener ήταν μεταξύ των δημοσιογράφων που φυλακίστηκαν.

Το Φεβρουάριο του 2009, ο Şener δημοσίευσε ένα βιβλίο με τίτλο «Η δολοφονία του Dink και τα ψεύδη των μυστικών υπηρεσιών» («The Dink Murder and Intelligence Lies»), όπου ο ίδιος υποστήριξε τη συμμετοχή αξιωματούχων στη δολοφονία του συντάκτη, τη συγκάλυψη εκ μέρους των αστυνομικών αρχών, την απόκρυψη στοιχείων καθώς και τις απειλές εναντίον του Dink. Μετά τη δημοσίευση του βιβλίου, ο Şener διώχθηκε ποινικά για μια σειρά κατηγοριών, όπως η «αποκάλυψη έμπιστων πληροφοριών» και η «προσπάθεια επιρροής επί της δίκης». Στην περίπτωση που καταδικαζόταν, η τιμωρία θα ήταν πάνω από 30 χρόνια φυλάκιση, ποινή μεγαλύτερη και από αυτή που επιβλήθηκε στον δολοφόνο του Dink. O Şener αθωώθηκε από αυτές τις κατηγορίες τον Ιούνιο του 2010, μέχρι που φυλακίστηκε και πάλι μέσα σε λιγότερο από ένα χρόνο, ύποπτος για την υπόθεση Odatv.

Ο απίθανος συνδετικός κρίκος του Şener με τις υποθέσεις Odatv και Ergenekon ήταν κάποια ηλεκτρονικά έγγραφα αμφιβόλου γνησιότητας στα οποία στηρίχτηκαν αβάσιμοι χαρακτηρισμοί δημοσιογραφικής δραστηριότητας. Ο Şener διαψεύδει τους ισχυρισμούς αυτούς, οι οποίοι ακόμα και αν ήταν αληθείς, δεν θα αποτελούσαν έγκλημα σε μια ελεύθερη κοινωνία. Ο Şener που τέθηκε υπό κράτηση για περισσότερο από 12 μήνες πριν απελευθερωθεί, τιμωρήθηκε με έως και 15 χρόνια φυλάκιση εν αναμονή της δικαστικής ετυμηγορίας. ■

 

Η ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ, της Nuray Mert.

Εγώ είμαι μεταξύ εκείνων που είχαν την ατυχία να κριθούν αντικυβερνητικοί στην Τουρκία. Δεν λέω ότι είμαι η πιο άτυχη στο είδος μου στην Τουρκία, πολλοί άλλοι έχουν υποφέρει επί σειρά ετών, κάτω από διάφορες κυβερνήσεις και πολιτικές με κύριο γνώρισμά τους, τον αυταρχισμό. Στη δεκαετία του 1990, άνθρωποι φυλακίστηκαν, βασανίστηκαν και δολοφονήθηκαν με ατιμωρησία.

Αυτό δεν συμβαίνει τώρα. Οι καιροί έχουν αλλάξει και ελπίζουμε ότι δεν θα επιστρέψουμε ξανά στις σκοτεινές αυτές μέρες. Ωστόσο, δεν μπορεί να χαρακτηρίσει κανείς την τρέχουσα ζόρικη κατάσταση μας ως μια σημαντική βελτίωση. Σήμερα, από τότε που η κυβέρνηση του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) αφαίρεσε την ηγεμονία από τα χέρια του στρατού, μας λένε ότι ζούμε σε μια «προηγμένη δημοκρατία». Υπό την έννοια αυτή, το AKP ασκεί την αυταρχική του πολιτική σε πιο ήπιους τόνους και με διαφορετικούς τρόπους. Είμαι ένα από τα πρόσφατα θύματα αυτής της πολιτικής.

Το τηλεοπτικό μου πρόγραμμα «κόπηκε» με αιφνίδιο τρόπο στον αέρα, όταν στοχοποιήθηκα σε ομιλία της προεκλογικής εκστρατείας του Πρωθυπουργού Recep Tayyip Erdoğan στην πόλη του Ικονίου το Μάιο του 2011. Την επόμενη μέρα, όλες οι εφημερίδες έγραψαν ότι ο πρωθυπουργός μου είχε επιτεθεί.

Έπαιξε με τις λέξεις, χρησιμοποιώντας το επίθετό μου, «Mert», το οποίο στα Τούρκικα σημαίνει «γενναίος, αξιόπιστος και ειλικρινής». Με αποκάλεσε με το επίθετο «Namert», το οποίο στα Τούρκικα σημαίνει ανέντιμος και συνεπάγεται προδοσία. Από τότε, αυτά τα επίθετα χρησιμοποιούνται διαρκώς στον πολιτικό λόγο στην Τουρκία. Έκτοτε έχω λάβει emails μίσους και δεχτεί όλα τα είδη των κατηγοριών, όχι μόνο από υποστηρικτές του ΑΚΡ, αλλά από εθνικιστές που θεωρούν ζήτημα εθνικής ανησυχίας τις κατηγορίες του πρωθυπουργού εναντίον μου.

Όλα ξεκίνησαν το Μάιο, όταν έδωσα μια ομιλία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με το κουρδικό ζήτημα και τη σφαγή στο Ντέρσιμ και τις δολοφονίες χιλιάδων Κούρδων Αλεβιτών κατά τη διάρκεια των αντιπαραθέσεων του 1937-1938, οι οποίοι εκτοπίστηκαν από τις στρατιωτικές αρχές. Άσκησα κριτική στην πολιτική της κυβέρνησης απέναντι στους Κούρδους, καθώς δεν διέφερε ιδιαίτερα από τις παλιές τακτικές ασφαλείας. Είπα ότι ακόμη και η κατασκευή στην κουρδική επικράτεια πραγματοποιείται με εξαναγκασμό. Αναφέρθηκα σε δημοσιογραφικά ρεπορτάζ που αναφέρονται στην «κατασκευή φραγμάτων για την προστασία από τους τρομοκράτες».

«Η ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΕΠΙΘΕΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΜΟΥ ΣΤΟ ΙΚΟΝΙΟ ΗΤΑΝΕ ΤΟ ΚΑΘΟΡΙΣΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΟ ΓΙΑ ΝΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΩ ΑΝΤΙΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ. ΟΜΩΣ, ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΚΑΤΙ ΤΟ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ», Nuray Mert

 

Υπενθύμισα στο Κοινοβούλιο της ΕΕ ότι, αν και δεν μπορούν να υπάρξουν άμεσοι παραλληλισμοί με το παρελθόν, το κράτος πριν τη σφαγή στο Ντέρσιμ, έχτισε δρόμους και γέφυρες για να χρησιμοποιηθούν σε στρατιωτικές επιχειρήσεις. Είπα ότι παρόλο που τα πράγματα έχουν αλλάξει, η πολιτική ασφαλείας του κράτους παραμένει ίδια.

Αργότερα, κάποιοι αρθρογράφοι-υποστηρικτές του ΑΚΡ χαρακτήρισαν τις δηλώσεις μου ως «μαύρη προπαγάνδα κατά της κυβέρνησης», ενώ ο πρωθυπουργός δεν δίστασε να μου επιτεθεί στην ομιλία του μπροστά σε εκατομμύρια Τούρκους που παρακολούθησαν το γεγονός στο Ικόνιο ή από την τηλεόραση.

Η Τουρκία είναι μια εθνικιστική χώρα και εγώ δεν έχω νιώσει ασφαλής από τότε. Η προσωπική επίθεση του πρωθυπουργού εναντίον μου στο Ικόνιο ήτανε το καθοριστικό σημείο για να χαρακτηριστώ αντικυβερνητική στην Τουρκία, όμως αυτό δεν είναι κάτι το καινούργιο. Εδώ και καιρό ασκώ κριτική στην κυβέρνηση και θεωρούμαι εχθρός της, ειδικά μετά τη δήλωση μου σε συνέντευξη στα τέλη του 2009 όπου εξέφρασα την «ανησυχία μου για την άνοδο της αυταρχικής πολιτικής με το πρόσχημα μιας κυβερνητικής πολιτικής». Τότε, είχα κατηγορηθεί μεταξύ άλλων για «την προετοιμασία του εδάφους για ένα στρατιωτικό πραξικόπημα», παρά το γεγονός ότι ήμουν ένθερμη υποστηρίκτρια των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των Μουσουλμάνων για πάνω από 15 χρόνια. Υπέφερα από πολλές πιέσεις που δέχτηκα λόγω της θέσης μου ενώ κατηγορήθηκα ότι υποστήριζα τότε τον Εξισλαμισμό.

Τώρα κατηγορούμαι ότι υποστηρίζω «κούρδους τρομοκράτες» από τους ανθρώπους που είχαν την πλήρη στήριξή μου κατά το παρελθόν. Πιο πρόσφατα, μου είπαν να «κάνω ένα διάλειμμα» από τη δουλειά μου στην εφημερίδα Milliyet, όπου έγραφα για μια στήλη τρεις φορές την εβδομάδα. Έπρεπε να το περιμένω. Ξέρω ότι πολλοί ιδιοκτήτες σταθμών μέσων ενημέρωσης ανησυχούν για τις επιχειρήσεις τους και ότι ο Πρωθυπουργός ανοιχτά τους καλεί να «τιμωρήσουν» τους δημοσιογράφους τους.

Μετά τη λεκτική επίθεση που δέχτηκα από τον πρωθυπουργό, νιώθω ότι βρίσκομαι στο περιθώριο των μέσων ενημέρωσης: Οι παρουσιαστές φοβούνται να με καλέσουν στην τηλεοπτική εκπομπή τους. Για να είμαι ειλικρινής, αυτό μου έδωσε την ευκαιρία να χαλαρώσω μετά από χρόνια συνεχούς παρουσίας μου στα μέσα ενημέρωσης. Αλλά ακόμα κι αν αισθάνομαι ανακουφισμένη με τον αποκλεισμό μου από το παιχνίδι των πολιτικών συζητήσεων, οι οποίες γίνονται όλο και πιο γελοίες τις τελευταίες μέρες, ανησυχώ σοβαρά για το μέλλον της χώρας μου.

Σε προσωπικό επίπεδο, νιώθω ότι με εκφοβίζουν με πολλούς τρόπους: Έλαβα ένα σεξιστικό mail όλο μίσος, βρήκα ανακατεμένη τη βαλίτσα σε ένα ταξίδι μου, οι προσωπικές κλήσεις μου καταγράφονται και το περιεχόμενο τους μερικές φορές δημοσιεύεται σε ιστοσελίδες και εφημερίδες σαν «αποδεικτικά στοιχεία» της υποτιθέμενης σύνδεσής μου με την επικηρυγμένη κουρδική οργάνωση KCK. Αν και διεξήχθη περιορισμένη έρευνα εναντίον μου, φοβάμαι ότι μπορεί να με συλλάβουν ανά πάσα στιγμή και νιώθω αβοήθητη μπροστά στην παραβίαση της προσωπικής μου ζωής και των πολιτικών μου δικαιωμάτων.

Αν υπάρχει μια θετική πλευρά σε ό, τι έχει συμβεί σε μένα, είναι ότι νιώθω πιο αποφασισμένη από ποτέ στο να ξεπεράσω τις πιέσεις της ανερχόμενης αυταρχικής πολιτικής. Δεν είμαι μαζοχίστρια ούτε καμιά ηρωίδα, όμως αυτή η εμπειρία με βοήθησε να ξαναβρώ τις αξίες και τα ιδανικά μου. Προερχόμενη από μια αυστηρή κοσμική οικογένεια και κοινωνικό κύκλο και υποστηρίζοντας τα Μουσουλμανικά δικαιώματα, η στάση μου ήταν αντικυβερνητική στη δεκαετία του 1990. Τότε, το τίμημα που πλήρωνα για τις απόψεις μου ήταν ο κοινωνικός αποκλεισμός. Τώρα, έχω την ευκαιρία να ανακαλύψω εκ νέου πόσο πολύτιμες είναι οι πολιτικές και ηθικές αξίες για μένα, όταν έπρεπε να θυσιάσω, μεταξύ άλλων, και μια επιτυχημένη καριέρα. Η όλη διαδικασία έχει τονώσει όχι μόνο τον αυτοσεβασμό μου, αλλά με έχει πείσει πως τώρα ζω πιο ευτυχισμένα, ξέροντας ότι υποστηρίζω έναν δίκαιο σκοπό. Πιστέψτε με, αυτό δεν είναι ένα θέμα τυχοδιωκτισμού ή πολιτικού ρομαντισμού. Κανένα από τα δύο δεν θα άντεχε τις δοκιμασίες σε μια αυταρχική περίοδο. Είναι θέμα αξιοπρέπειας.

Η Nuray Mert είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης. Συνέχισε το έργο της ως σχολιαστής, γράφοντας σε μια εβδομαδιαία στήλη στην Αγγλική γλώσσα για την Hürriyet Daily News και έκανε εμφανίσεις στην εβδομαδιαία πολιτική εκπομπή, «Gundem Müzakere» στο IMC TV.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

 ΟΙ ΑΝΤΙΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΕΣ ΔΙΩΞΕΙΣ

Ο δημοσιογράφος Ahmet Şık βρέθηκε πίσω από τα κάγκελα για τη συγγραφή ενός βιβλίου που δεν έχει καν δημοσιευθεί. Τόσο εκρηκτικό ήταν το θέμα του βιβλίου «Ο στρατός του Ιμάμη» («The Imam”s Army») που ο πρωθυπουργός Recep Tayyip Erdoğan το παρομοίασε με βόμβα. Ο Sik διερεύνησε σε μεγάλο βαθμό μία από τις πλέον σημαίνουσες και λιγότερο δημοσιοποιημένες δυνάμεις στη σύγχρονη Τούρκικη πολιτική, το κίνημα Γκιουλέν.

«Με συνέλαβαν πριν μου δοθεί η ευκαιρία να γράψω κάτι καινούργιο στο βιβλίο», δήλωσε ο Şık στην CPJ σχετικά με την κράτησή του το Μάρτιο του 2011 με αρχικές κατηγορίες για συμμετοχή στη φερόμενη αντικυβερνητική συνωμοσία Ergenekon. Ο Şık είχε ήδη αναζητήσει στοιχεία προκειμένου να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς ότι το Ισλαμικό κίνημα με επικεφαλής τον κληρικό με έδρα τις ΗΠΑ, Fethullah Gülen, είχε εισχωρήσει στο ισχυρό αστυνομικό και δικαστικό σώμα της Τουρκίας, ασκώντας αυξανόμενη επιρροή στην κυβέρνηση Erdoğan. Ο Erdoğan έχει διατελέσει πρωθυπουργός από το 2003 στην κεφαλή του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, γνωστό με τα τουρκικά αρχικά ΑΚΡ, μια νεοφιλελεύθερη, κοινωνικά συντηρητική ομάδα με ρίζες στο Ισλάμ.

«Θα μπορούσα να προσθέσω και άλλα έγγραφα στο βιβλίο, όμως παρακολουθούσαν και εμένα και τις πηγές μου. Είχαν βάλει κοριούς… Και επειδή δεν ήθελαν αυτά τα έγγραφα να συμπεριληφθούν στο βιβλίο μου, με συνέλαβαν», δήλωσε ο Şık.

O Şık ήταν μέρος του 18ου κύματος συλλήψεων που ακολούθησε μετά την έναρξη της έρευνας το 2007 για την υπόθεση Ergenekon, ενός φερόμενου υπόγειου δικτύου, υπερεθνικιστών, κοσμικών αξιωματικών του στρατού και δημοσίων υπαλλήλων που σχεδίαζαν την ανατροπή της κυβέρνησης. Η σύλληψη του Şık προκάλεσε εντυπώσεις, γιατί ο ίδιος συμμετείχε σε μια μικρή ομάδα δημοσιογράφων και συγγραφέων που είχαν επιχειρήσει να αποκαλύψουν την έκταση της συνωμοσίας. Έχει, επίσης, περάσει το μεγαλύτερο μέρος της καριέρας του, γράφοντας για την επίδραση του «βαθέως κράτους» στην πολιτική ζωή της Τουρκίας. Έγραψε ακόμα και για την ακαθόριστη υπερεθνικιστική στρατιωτική και πολιτική διοίκηση που για δεκαετίες έχει υπερασπιστεί την κοσμική κληρονομιά του ιδρυτή της σύγχρονης Δημοκρατίας της Τουρκίας, Mustafa Kemal Atatürk.

Μαζί με τον Şık, η αστυνομία συνέλαβε έναν ακόμα διακεκριμένο δημοσιογράφο και συγγραφέα, τον Nedim Şener. Και ο Şener αρχικά κατηγορήθηκε από τον ειδικό εισαγγελέα, Zekeriya Öz, και τον αρχηγό της αστυνομίας, Ali Fuat Yılmaze, για τη συμμετοχή του στην υπόθεση Ergenekon. Η κράτηση των δύο δημοσιογράφων προκάλεσε αναστάτωση τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και στο εξωτερικό. Πολλές δεκάδες δημοσιογράφων, κυρίως Κούρδων, έχουν φυλακιστεί κατά το παρελθόν, αλλά η προβολή που πήρε η υπόθεση των Şık και Şener έδειξε να δημιουργεί αντιθέσεις, κάτι που πολλοί εξέλαβαν ως αυξανόμενη εχθρότητα εκ μέρους της κυβέρνησης προς τα ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης. Εν μέσω μιας θύελλας αρνητικής δημοσιότητας, ο εισαγγελέας Öz άφησε στην άκρη την υπόθεση Ergenekon και ο αρχηγός της αστυνομίας Υılmazer πήρε μετάθεση αμέσως μετά.

 

«ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΣΥΛΛΑΜΒΑΝΟΜΑΙ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΟΥΤΕ ΕΧΩ ΓΡΑΨΕΙ ΟΥΤΕ ΕΧΩ ΒΟΗΘΗΣΕΙ ΩΣΤΕ ΝΑ ΓΡΑΦΤΟΥΝ», Nedim Şener, δημοσιογράφος-ερευνητής

 

Ωστόσο, παρά τα διεθνή φώτα της δημοσιότητας, τόσο ο Şık όσο και ο Şener τέθηκαν υπό κράτηση για περισσότερο από 12 μήνες, όσο τα δικαστήρια πραγματοποιούσαν τις αρχικές ακροάσεις για την υπόθεσή τους. Με τις κατηγορίες ακόμα να εκκρεμούν στα μέσα του 2012, βρέθηκαν αντιμέτωποι με το ενδεχόμενο πρόσθετου χρόνου παραμονής στη φυλακή. Οι συλλήψεις τους έλαβαν χώρα μερικές εβδομάδες μετά την επιδρομή απεσταλμένων της κυβέρνησης στα γραφεία του Odatv, ενός διαδικτυακού σταθμού ειδήσεων που ασκούσε έντονη κριτική στο AKP και στην κοινότητα Γκιουλέν. Η επιδρομή, που οδήγησε στις συλλήψεις αρκετών δημοσιογράφων του Odatv με την κατηγορία της συμμετοχής στην υπόθεση Ergenekon, οδήγησε στο να συνδεθεί ο υπερεθνικιστικός σταθμός με τους δύο δημοσιογράφους-ερευνητές.

Η αστυνομία ισχυρίζεται ότι βρήκε ψηφιακό χειρόγραφο του βιβλίου «Ο στρατός του Ιμάμη» σε υπολογιστή του Odatv που είχε κατασχεθεί. Ο δικηγόρος του Şık, Tora Pekin, δήλωσε ότι ο πελάτης του είχε κατηγορηθεί για τη συγγραφή του βιβλίου που κατευθυνόταν από τους εργαζομένους του Odatv με σκοπό την προώθηση των στόχων της συνωμοσίας Ergenekon. Οι αρχές υποστηρίζουν επίσης ότι έχουν βρεθεί ηλεκτρονικά έγγραφα που λένε ότι ο Şener είχε βοηθήσει τον Sik με το βιβλίο, καθώς και τον πρώην επικεφαλής της περιφερειακής αστυνομίας, Hanefi Avci, στη συγγραφή ενός βιβλίου το 2010 που ισχυρίζεται ότι το κίνημα Γκιουλέν είχε εισχωρήσει στο αστυνομικό σώμα.

Όταν το κατηγορητήριο τελικά αποσύρθηκε τον Αύγουστο του 2011, οι κατηγορίες εναντίον των Şık και Şener είχαν μεταβληθεί από τη συμμετοχή στην υπόθεση Ergenekon στην «υποβοήθηση και υποκίνηση» της οργάνωσης, δήλωσε ο Pekin στην CPJ. Ο Şık και ο Şener βρέθηκαν κατηγορούμενοι μαζί με άλλους 12 δημοσιογράφους στην υπόθεση Odatv. Οι άλλοι θα δικαστούν υπό το βάρος πολλών κατηγοριών, συμπεριλαμβανομένων της συμμετοχής τους στην υπόθεση Ergenekon και την υποκίνηση βίας. Η υπόθεση βρίσκεται ενώπιον «δικαστηρίου ειδικής δικαιοδοσίας» που ερευνά υποθέσεις τρομοκρατίας και εξέγερσης. Οι συνήγοροι υπεράσπισης του Şık ισχυρίζονται ότι το βιβλίο του, όπως και άλλα ηλεκτρονικά έγγραφα, τοποθετήθηκαν στους υπολογιστές της πύλης ειδήσεων από χάκερ που υποπτεύονται ότι εργάζονταν για τις αρχές. Οι πραγματογνώμονες που προσέλαβε η πλευρά της υπεράσπισης κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι υπολογιστές του Odatv μολύνθηκαν από τον ιό Trojan που έκανε τα μηχανήματα ευάλωτα στην παραποίηση αρχείων. Μεταξύ άλλων, οι πραγματογνώμονες διαπίστωσαν ότι τα αρχεία αυτά αλλοιώθηκαν την ημέρα της αστυνομικής εισβολής, αυξάνοντας έτσι τις πιθανότητες να επρόκειτο για παγίδα.

Ο αριστερός δημοσιογράφος, Şık, δηλώνει ότι είναι αστείο να κατηγορείται από τη δίωξη ότι εργαζόταν υπό τις εντολές ενός σταθμού, όπως ο Odatv, οι απόψεις του οποίου βρίσκονται στο αντίθετο άκρο του πολιτικού φάσματος από αυτό που πιστεύει ο ίδιος. «Έχω μερικά προβλήματα με τον Odatv όσον αφορά τη συντακτική του τοποθέτηση και τις αρχές του, αλλά γιατί βρίσκονται στη φυλακή; Γιατί έγραψαν για τη σέχτα [Γκιουλέν]», δήλωσε. Ο Şık αρνείται ότι έγραψε το βιβλίο σαν μέρος της συνωμοσίας Ergenekon ή ότι είχε βοήθεια από τον Şener.

Η διερεύνηση της υπόθεσης Ergenekon είχε σκοπό αρχικά να εξετάσει τις πιθανότητες ενός στρατιωτικού πραξικοπήματος και σήμερα έχει πάρει γιγάντιες διαστάσεις. Συνολικά, στην υπόθεση διερευνώνται πάνω από 400 δημοσιογράφοι και κυβερνητικοί αντίπαλοι που βρίσκονται κατηγορούμενοι. Η κυβέρνηση πίστευε ότι οι συνωμότες θέλησαν να χρησιμοποιήσουν τα μέσα ενημέρωσης προκειμένου να δημιουργήσουν μια ατμόσφαιρα πολιτικού και κοινωνικού χάους που θα ευνοήσει ένα πραξικόπημα. (Πράγματι, ένας αριθμός δημοσιογράφων και αναλυτών, συμπεριλαμβανομένων και ορισμένων που ερωτήθηκαν σε αυτή την έκθεση, ισχυρίζονται ότι η δολοφονία του Tουρκοαρμένιου εκδότη Hrant Dink το 2007 ήταν μέρος αυτού του σχεδίου, στο οποίο εξέχουσες προσωπικότητες, όπως μη μουσουλμάνοι σαν τον Dink, θα στοχοποιούνταν για τη δημιουργία πολιτικής αναταραχής και διάσπασης. Ωστόσο, δεν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία για να στηρίξουν αυτή τη θεωρία.

Αρχικά, η έρευνα για την υπόθεση Ergenekon έγινε αποδεκτή από πολλούς Τούρκους, οι οποίοι είδαν μια δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση να περιορίζει το «βαθύ κράτος». «Ήταν η πρώτη φορά που ο στρατός καταδικάστηκε και ακόμη φυλακίστηκε. Πριν από αυτό κανείς δεν μπορούσε να πλησιάσει τον στρατό», δήλωσε η Τουρκάλα, Maya Arakon, πολιτική αναλύτρια στο Κέντρο Στρατηγικής και Άμυνας του Πανεπιστημίου του Στρασβούργου στη Γαλλία. Όμως, η αρχική αποδοχή του κοινού για την έρευνα μετατράπηκε σε αμφιβολία με κάθε νέο γύρο συλλήψεων, είπε στην CPJ. «Μετά το πρώτο ή το δεύτερο κύμα συλλήψεων, είπαμε ok. Μετά το 13ο και 14ο κύμα όμως αναρωτηθήκαμε: Είναι όντως τόσο σοβαρό ή είναι απλώς μια δικαιολογία εναντίον όλων των πολιτικών αντιπάλων;»

Ο Şık πιστεύει ότι η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι ολοφάνερη. «Υπάρχουν πολλοί ανάμεσα στους κατηγορούμενους που πιστεύω ότι είναι ένοχοι, αλλά δεν δικάζονται για τα πραγματικά τους εγκλήματα. Πρόκειται για πολιτική εκδίκηση. Πιστεύω ότι αν διεξαγόταν μια δίκαιη έρευνα για την υπόθεση Ergenekon, αυτό θα οδηγούσε στον εκδημοκρατισμό. Όμως, δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο».

Ο Şener θεωρεί ότι κατηγορήθηκε για συμμετοχή στη συνωμοσία εξαιτίας των ερευνών του σχετικά με τη δολοφονία του Dink. Το 2010, η υπόθεσή του εκδικάστηκε και στο πλαίσιο του αντιτρομοκρατικού νόμου απαλλάχθηκε από τις κατηγορίες για αποκάλυψη μυστικών εγγράφων σε ένα βιβλίο που είχε γράψει υπαινισσόμενος την ανάμειξη της εθνικής υπηρεσίας πληροφοριών (MIT), της αστυνομίας και της χωροφυλακής στη δολοφονία του Dink.

«Οι αστυνομικοί που είναι υπεύθυνοι για τη δολοφονία του Hrant Dink είναι οι ίδιοι που διεξάγουν την έρευνα για την υπόθεση Ergenekon, οι οποίοι ανήκουν επίσης στο κίνημα Φετουλάχ Γκιουλέν. Με συμπεριέλαβαν στην επιχείρησή τους με αφορμή τα όσα έγραφα στο βιβλίο μου», δήλωσε ο Şener. Σχολιάζοντας τις τρέχουσες κατηγορίες ότι παρείχε βοήθεια τόσο στον Şık όσο και στον επικεφαλής της αστυνομίας, Avci, με τις έρευνές τους, ο Şener επεσήμανε ειρωνικά, «Πρώτα φορά με συλλαμβάνουν για βιβλία που ούτε έγραψα ούτε βοήθησα κάποιον να τα γράψει».

Το να σε συλλάβουν ή να σε ενοχλούν για μια έρευνα που διεξάγεις δεν είναι κάτι το καινούργιο στην Τουρκία, ειδικά για τους Κούρδους ή τους αριστερούς δημοσιογράφους. Αλλά τώρα όλοι οι ανεξάρτητοι δημοσιογράφοι δέχονται επιθέσεις από πολλαπλά μέτωπα: από την κυβέρνηση AKP που δεν είναι ανεκτική στην κριτική των μέσων ενημέρωσης, από τους υπερεθνικιστές εισαγγελείς που είναι οπλισμένοι με μια σειρά νόμων κατάπνιξης της ελευθερίας της έκφρασης και από ιδιοκτήτες σταθμών μέσων ενημέρωσης που διστάζουν να διακινδυνεύσουν τα επιχειρηματικά τους συμφέροντα προκαλώντας ανοιχτά την κυβέρνηση.

«Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ο Ποινικός Κώδικας της Τουρκίας», είπε ο Şık. «Υπάρχουν περίπου 30 νόμοι που περιορίζουν την ελευθερία της έκφρασης στην Τουρκία». Πράγματι, τον Ιούλιο του 2012, ασκήθηκε δίωξη στον Şık με επιπρόσθετες κατηγορίες ποινικών αδικημάτων για «απειλές εναντίον δικαστών και εισαγγελέων και τη στοχοποίησή τους από τρομοκρατική οργάνωση». Το έγκλημά του; Είχε επικρίνει δημοσίως τις αρχές, λέγοντας ότι έπρεπε να φυλακιστούν, γιατί άσκησαν αδικαιολόγητες διώξεις σε αυτόν καθώς και σε άλλους δημοσιογράφους.

«ΑΠΟ ΤΟ 2008 ΕΧΟΥΝ ΑΣΚΗΘΕΙ 75 ΔΙΩΞΕΙΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΜΟΥ. ΕΧΩ ΑΘΩΩΘΕΙ ΣΤΙΣ ΜΙΣΕΣ ΑΠΟ ΑΥΤΕΣ»,  Hanım Büşra Erdal, ανταποκρίτρια στην εφημερίδα Zaman

 

«ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΚΔΙΚΗΣΗ. ΠΙΣΤΕΥΩ ΟΤΙ ΑΝ ΔΙΕΞΑΓΟΤΑΝ ΜΙΑ ΔΙΚΑΙΗ ΕΡΕΥΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ, ΑΥΤΗ ΘΑ ΟΔΗΓΟΥΣΕ ΣΤΟΝ ΕΚΔΗΜΟΚΡΑΤΙΣΜΟ. ΟΜΩΣ, ΔΕΝ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΚΑΤΙ ΤΕΤΟΙΟ»,  Ahmet Şık, Τούρκος δημοσιογράφος

 

Στη σημερινή Τουρκία, όποιος πιστεύει ότι μπορεί να μιλάει ανοιχτά για την εξουσία μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος με την παραβίαση του σαρωτικού αντιτρομοκρατικού νόμου, ο οποίος εισήχθη το 1991 εν μέσω της κουρδικής εξέγερσης. Κατά τη διάρκεια της πρώτης θητείας της, η κυβέρνηση του ΑΚΡ επεδίωξε ορισμένες νομικές μεταρρυθμίσεις, προκειμένου να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Όμως, η διαδικασία ένταξης στην ΕΕ έχει ουσιαστικά παγώσει και το νομικό οπλοστάσιο κατά των μέσων μαζικής ενημέρωσης της χώρας συνεχίζει ανέπαφο την πορεία του. Οι Κούρδοι δημοσιογράφοι συνεχίζουν να ταλανίζονται με τους δρακόντειους αντιτρομοκρατικούς νόμους, ενώ οι εισαγγελείς σε ολόκληρο το πολιτικό φάσμα έχουν ξεκινήσει την εκδίκαση χιλιάδων υποθέσεων εναντίον μη Κούρδων δημοσιογράφων κατά τη διάρκεια της θητείας του AKP σε μια προσπάθεια κατάπνιξης των ανταποκρίσεων που είχαν μια κριτική στάση απέναντι στην κυβέρνηση και το «βαθύ κράτος».

Κάποια από τα άρθρα του ποινικού κώδικα που χρησιμοποιούνται συχνότερα αφορούν τον πυρήνα της συλλογής ειδήσεων, όπως είναι η συνομιλία με αξιωματούχους της ασφάλειας και η απόκτηση εγγράφων. Μεταξύ άλλων, πρόκειται και για τα άρθρα 285 (παραβίαση του απόρρητου) και 288 (προσπάθεια επιρροής επί της δίκης). Μερικά από αυτά τα αδικήματα συνεπάγονται ποινές φυλάκισης, αλλά ο σκοπός δεν είναι τόσο η φυλάκιση των δημοσιογράφων όσο η εφαρμογή αυτολογοκρισίας μέσω του εκφοβισμού.

Για την εκδίκαση αυτών των αποφάσεων, οι δημοσιογράφοι αναγκάζονται να προσλάβουν δικηγόρους και να εμφανίζονται στο δικαστήριο, μερικές φορές και δύο φορές μέσα στην ίδια μέρα. «Από το 2008 έχουν ασκηθεί 75 διώξεις εναντίον μου. Έχω αθωωθεί στις μισές από αυτές», δήλωσε η Hanım Büşra Erdal, ανταποκρίτρια στην Zaman, μια καθημερινή εφημερίδα που θεωρείται γενικώς ότι πρόσκειται στην κυβέρνηση. Οι υπόλοιπες υποθέσεις εναντίον της Erdan εκκρεμούν ενώπιον των δικαστηρίων, μια κατάσταση που δυσκολεύει τη δημοσιογράφο μετά την εκρηκτική υπόθεση Ergenekon και μιας ακόμα αντικυβερνητικής συνωμοσίας, γνωστής ως σχέδιο Balyoz ή επιχείρηση «Βαριοπούλα». Σχεδόν 200 στελέχη του στρατιωτικού προσωπικού, που εργάζονται ακόμα ή που έχουν πάρει σύνταξη, έχουν προσαχθεί σε δίκη στο πλαίσιο της επιχείρησης «Βαριοπούλας», η οποία χρονολογείται από το 2003. Δημοσιεύματα του 2010 αποκάλυψαν πρώτα τους ισχυρισμούς ότι οι συνωμότες σχεδίασαν μια βομβαρδιστική εκστρατεία με σκοπό να προετοιμάσουν το έδαφος για ένα στρατιωτικό πραξικόπημα. (Οι κατηγορούμενοι, μαζί με άλλους ανώτερους αξιωματικούς, δήλωσαν ότι η «συνωμοσία» ήταν απλώς ένα σεμινάριο πάνω στα σενάρια πολέμου. Ο αρχηγός των ένοπλων δυνάμεων, Işık Koşaner, παραιτήθηκε τον Ιούλιο του 2011 μαζί με τους επικεφαλής του στρατού, του ναυτικού και της πολεμικής αεροπορίας σε μια πρωτοφανή ένδειξη διαμαρτυρίας για τις διώξεις σχετικά με την επιχείρηση «Βαριοπούλα».)

Η απλή κάλυψη ενός ευαίσθητου θέματος, όπως η επιχείρηση «Βαριοπούλα» κρύβει πολλούς νομικούς κινδύνους. «Οι τυπικές υποθέσεις που κατατίθενται στο πλαίσιο άρθρων του ποινικού κώδικα αφορούν κυρίως την παραβίαση του απορρήτου της έρευνας και την προσπάθεια επιρροής επί της δίκης», δήλωσε η Erdal. Όταν παρουσίασε μια έρευνα εξετάζοντας τους περιορισμούς των δικαστών απέναντι σε διάφορες υποθέσεις, όπως για παράδειγμα, στην επιχείρηση «Βαριοπούλα», η Erdal κατηγορήθηκε για «προσβολή του δικαστικού σώματος», «παραβίαση του απορρήτου» και «προσπάθεια επιρροής επί της δίκαιης δίκης».

Εκτός από τα έξοδα που πρέπει να καλυφθούν για την πρόσληψη δικηγόρων και τα προβλήματα που δημιουργούνται στα ωράρια εργασίας, καθώς ενδέχεται να πρέπει να παρίστανται σε πολλαπλές ακροαματικές διαδικασίες, οι συνεχόμενες διώξεις μπορούν να έχουν τρομακτικές επιπτώσεις στους δημοσιογράφους. Ορισμένοι ισχυρίζονται ότι η πιθανότητα φυλάκισης ή προσωρινής κράτησης υπάρχει πάντα στο μυαλό τους, κάτι που εκμεταλλεύονται οι αρχές.

Σύμφωνα με τον Pekin, δικηγόρο του Şık, η νομοθεσία γίνεται ολοένα και πιο περιοριστική στην ελευθερία της έκφρασης, παρά την αναπτυσσόμενη οικονομία και διπλωματία αλλά και το άνοιγμα που επιχειρεί η Τουρκία στον έξω κόσμο. Μαζί με τις κατηγορίες του ποινικού κώδικα και του αντιτρομοκρατικού νόμου, οι δημοσιογράφοι αντιμετωπίζουν όλο και περισσότερο ένα τρίτο είδος κατηγοριών: τη συμμετοχή ή στήριξη μιας οργάνωσης μέσα από τα ρεπορτάζ τους.

«Εάν λάβεις υπόψιν σου αυτά τα τρία είδη κατηγοριών, είναι πιθανό να θεωρήσεις ότι η κυβέρνηση έχει μια πολιτική αυστηρής πειθαρχίας απέναντι στη δημοσιογραφία στην Τουρκία», δήλωσε ο Pekin. «Στην Τουρκία δεν υπάρχει αληθινή ελευθερία του Τύπου. Είμαι νομικός εκπρόσωπος εφημερίδας εδώ και 12 χρόνια. Προσωπική μου άποψη είναι ότι δεν έχει σημειωθεί καμία πρόοδος σε σχέση με όσα συνέβαιναν 12 χρόνια πριν. Στην πραγματικότητα, μελετώντας το τρίτο είδος κατηγοριών, θα διαπιστώσουμε ότι η πορεία είναι οπισθοδρομική».

Μερικοί αναλυτές θεωρούν ότι οι αρχές έχουν στείλει ένα τρομακτικό μήνυμα στον Τύπο με τις αντικυβερνητικές διώξεις και επιχειρούν να εφαρμόσουν την ίδια τακτική καταστολής στα κουρδικά μέσα ενημέρωσης. «Η κυβέρνηση δεν ασχολείται πια με την υπόθεση Ergenekon, γιατί είναι γενικά ευχαριστημένη με την έκβαση της υπόθεσης», δήλωσε η αναλύτρια Arakon. «Όλοι φυλακίστηκαν. Τώρα σειρά έχουν οι δίκες της KCK», λέει αναφερόμενη στο κύμα ποινικών διώξεων Κούρδων δημοσιογράφων, ακαδημαϊκών και πολιτικών, κατηγορούμενων για συμμετοχή στην Ένωση Κοινοτήτων Κουρδιστάν (KCK), την οποία η κυβέρνηση χαρακτήρισε ως τρομοκρατική ομάδα.

«Η Τουρκία έδειξε ότι μπορεί να κατασχέσει ένα βιβλίο που δεν εκδόθηκε και να συλλάβει έναν δημοσιογράφο για τη συγγραφή δύο βιβλίων στην οποία δεν συμμετείχε. Γίναμε μια παράξενη, παρανοϊκή χώρα», δήλωσε ο Şener. Αναφερόμενος όμως στα δεινά των Κούρδων δημοσιογράφων, πρόσθεσε: «Οι άνθρωποι στη νοτιοανατολική Τουρκία συλλαμβάνονται σαν τρομοκράτες απλώς και μόνο για όσα γράφουν. Βρίσκονται σε πολύ χειρότερη κατάσταση από εμάς».

 

ΚΑΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΓΙΑ ΤΟΝ HRANT DINK, της Nicole Pope

 

Σχεδόν έξι χρόνια μετά τον πυροβολισμό του Τουρκο-Αρμένιου δημοσιογράφου Hrant Dink από έναν 17χρονο υπερεθνικιστή έξω από το γραφείο του στην Κωνσταντινούπολη, δεν έχουν διερευνηθεί ακόμα πλήρως οι πραγματικοί υποκινητές, η σχέση τους με τους κρατικούς θεσμούς καθώς και ο ρόλος που διαδραμάτισαν τα Τούρκικα μέσα ενημέρωσης στη στοχοποίηση του διάσημου δημοσιογράφου και ακτιβιστή για τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Ο Ogün Samast συνελήφθη αμέσως μετά τη δολοφονία του Dink στις 19 Ιανουαρίου του 2007 και καταδικάστηκε από δικαστήριο ανηλίκων τον Ιούλιο του 2011 με σχεδόν 23 χρόνια φυλάκιση. Από την αρχή της έρευνας, ήταν φανερό ότι ο νεαρός άνδρας, που ταξίδεψε από την Τραπεζούντα της Μαύρης Θάλασσας στην Κωνσταντινούπολη, δεν έδρασε μόνος του. Κατά τη διάρκεια της έρευνας, διαπιστώθηκε ότι η αστυνομία, η χωροφυλακή και οι αξιωματούχοι της υπηρεσίας πληροφοριών σε Τραπεζούντα, Κωνσταντινούπολη και Άγκυρα ήταν ενήμεροι για την επικείμενη απόπειρα δολοφονίας, όμως δεν έκαναν τίποτα για να προειδοποιήσουν ή να προστατέψουν τον Dink.

Στις 17 Ιανουαρίου του 2012, το 14ο Πλημμελειοδικείο στην Κωνσταντινούπολη αποφάνθηκε σχετικά με την τύχη των άλλων βασικών υπόπτων. Σε ισόβια κάθειρξη καταδικάστηκε ο Yasin Hayal, που θεωρήθηκε ο εγκέφαλος της υπόθεσης. Δύο κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν σε φυλάκιση 12 ετών και 6 μηνών για συνέργεια στη δολοφονία του Dink, ενώ ένας άλλος τιμωρήθηκε για παράνομη κατοχή όπλου. Αλλά προς απογοήτευση των συγγενών και υποστηρικτών του Dink, το δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ο Erhan Tuncel, ένας υπερεθνικιστής πληροφοριοδότης της αστυνομίας που πίστευαν ότι ήταν ο κύριος «εγκέφαλος», δεν είχε καμία ανάμειξη στη δολοφονία. Και οι 19 ύποπτοι απαλλάχτηκαν από τις κατηγορίες για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση.

«Η Τουρκία έχει παράδοση στις πολιτικές δολοφονίες από την Οθωμανική εποχή. Το νομικό σύστημα έχει ακόμα τα αυτόματα αντανακλαστικά για να προστατέψει το κράτος και τους δημόσιους υπαλλήλους», δήλωσε η Fethiye Çetin, δικηγόρος της οικογένειας Dink. «Δεν μπορούν να αποκαλύψουν την αλήθεια για την υπόθεση Dink, γιατί ήταν μέρος της κρατικής πολιτικής».

Παραδόξως, ο ίδιος ο πρόεδρος του δικαστηρίου παραδέχτηκε ότι η ετυμηγορία ήταν πεπλανημένη. «Απαλλάξαμε τους υπόπτους από κατηγορίες για οργανωμένο έγκλημα», δήλωσε ο δικαστής Rüstem Eryılmaz στην εφημερίδα Vatan. «Η εν λόγω δικαστική απόφαση δεν συνεπάγεται τη μη συμμετοχή σε οργάνωση. Συνεπάγεται όμως την απουσία επαρκών στοιχείων για να αποδειχθεί η δράση αυτής της οργάνωσης».

Σε προφητικά άρθρα που δημοσιεύθηκαν λίγο πριν τον θάνατό του, ο Dink είχε εκφράσει το φόβο του ότι βρισκόταν σε κίνδυνο. «Γιατί έγινα εγώ ο στόχος;», έγραψε στην Agos, μια Αρμενο-Τουρκική εφημερίδα που ίδρυσε το 1996. Ο συγγραφέας Αρμενικής καταγωγής δεχόταν πιέσεις εδώ και χρόνια. Μια σειρά άρθρων σχετικά με την ταυτότητα των Αρμενίων που δημοσιεύθηκε το 2004 οδήγησαν στη δίωξή του στο πλαίσιο του αμφιλεγόμενου Άρθρου 301 του ποινικού κώδικα περί «προσβολής του τουρκικού αισθήματος». Καταδικάστηκε σε εξάμηνη ποινή φυλάκισης με αναστολή, η οποία επικυρώθηκε σε δεύτερο βαθμό το 2006.

Η εκστρατεία εναντίον του Dink και άλλων μη Μουσουλμάνων μπορεί να οφείλεται σε ένα έγγραφο γενικής πολιτικής που εξέδωσε το 2001 το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας, σύμφωνα με το οποίο οι «μειονότητες» και οι «ιεραποστολικές δραστηριότητες» θεωρούνταν απειλές για την εθνική ασφάλεια. «Αφού το έγγραφο συντάχθηκε, άρθρα έκαναν την εμφάνισή τους στα μέσα ενημέρωσης υπαινισσόμενα ότι η χώρα κατακλύστηκε από ιεραποστόλους και ότι Χριστιανικές εκκλησίες κτίζονταν παντού», ισχυρίστηκε η Çetin.

Το 2006, ο Καθολικός ιερέας, Andrea Santoro, έχασε την ζωή του από έναν ακροδεξιό έφηβο, επίσης από την Τραπεζούντα και λίγους μήνες μετά τη δολοφονία του Dink, τρεις προτεστάντες ιεραπόστολοι σφαγιάστηκαν στην πόλη Μαλάτεια της ανατολικής Τουρκίας. Και σε αυτή την υπόθεση, υπάρχουν υποψίες για κρατική ανάμειξη..

Σε μια εποχή που οι ισορροπίες ισχύος αλλάζουν και η επιρροή του στρατού εξασθενεί, η δικαστική έρευνα για τη δολοφονία του Dink θεωρείται ευρέως σαν μια δοκιμή: Μπορεί η Τουρκία να βάλει τέλος στην ατιμωρησία και στην ιδεολογία του άκαμπτου κράτους που βλέπει ορισμένα μέλη της κοινωνίας σαν εσωτερικούς εχθρούς; Η υπόθεση αναδεικνύει επίσης ανησυχητικά θέματα σχετικά με τα Τούρκικα μέσα ενημέρωσης. Παρόλο που έχουν επιβληθεί περιορισμοί στην ελευθερία του Τύπου, τα μέσα ενημέρωσης διαδραματίζουν επίσης έναν ενεργό ρόλο στη δυσφημιστική εκστρατεία εναντίον του Dink αλλά και άλλων που θεωρήθηκαν εχθροί του κράτους.

«Η ΤΟΥΡΚΙΑ ΕΧΕΙ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΣΤΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΔΟΛΟΦΟΝΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΕΠΟΧΗ. ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΕΧΕΙ ΑΚΟΜΑ ΤΑ ΑΥΤΟΜΑΤΑ ΑΝΤΑΝΑΚΛΑΣΤΙΚΑ ΓΙΑ ΝΑ ΠΡΟΣΤΑΤΕΨΕΙ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΥΣ», Fethiye Çetin, δικηγόρος της οικογένειας Dink.

 

«Τα μέσα ενημέρωσης χρησιμοποιήθηκαν σαν όργανο ενόψει της δολοφονίας του Hrant Dink», είπε ο Rober Koptaş, που έγινε συντάκτης της Agos. «Έγινε μια δίκη εις βάρος του, αλλά είχε ήδη δεχτεί επιθέσεις αρχικά από τον ακροδεξιό Τύπο και ύστερα από τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης».

Η δολοφονία ενός δημοσιογράφου γνωστού για τις ειρηνευτικές του προσπάθειες τάραξε τον πυρήνα της Τουρκίας. Ο Koptaş ισχυρίζεται ότι τα συναισθήματα που γεννήθηκαν συνέβαλαν στη βελτίωση των αντιλήψεων των 50.000 μελών της ισχυρής Αρμενικής κοινότητας της Τουρκίας. Ο δημόσιος διάλογος για τις σφαγές του 1915 έχει επίσης διευρυνθεί σημαντικά, παρά την επίμονη άρνηση των Τούρκικων αρχών να παραδεχτούν ότι δεν υπήρξε γενοκτονία. «Οι πιέσεις στην Agos μειώθηκαν μετά τη δολοφονία του Hrant Dink. Το άρθρο 301 τροποποιήθηκε μετά τη δολοφονία και κάθε δίωξη πρέπει τώρα να έχει την έγκριση του υπουργού δικαιοσύνης», δήλωσε ο Koptaş. «Τα τελευταία τέσσερα χρόνια δεν έχει κατατεθεί καμία δικαστική υπόθεση εναντίον μας».

Τα τελευταία χρόνια, συνελήφθησαν δεκάδες αξιωματικοί του στρατού και άλλες προσωπικότητες, ύποπτοι για συνωμοσία με στόχο την ανατροπή της κυβέρνησης, μεταξύ των οποίων και αξιωματούχοι που επιχείρησαν να ενοχλήσουν και να εκφοβίσουν τον Dink. Οι δημοσιογράφοι είναι μεταξύ όσων κατηγορούνται για τρομοκρατική δραστηριότητα, συμπεριλαμβανομένου του Nedim Şene, ο οποίος έγραψε ένα βιβλίο που επικαλείται τη συγκάλυψη της αστυνομίας στην υπόθεση Dink. Ο δημοσιογράφος αποφυλακίζεται ενώ εκκρεμεί η δίκη του το Μάρτιο του 2012 μετά από πάνω από ένα χρόνο παραμονής στη φυλακή και κατηγορείται για συμμετοχή στο δίκτυο για το οποίο διεξήγαγε έρευνα.

Οι εισαγγελείς ερευνώντας τα αδικήματα του «βαθέως κράτους» κατά το παρελθόν, έχουν περιορίσει τις έρευνές τους στα στοιχεία που θεωρούνται ότι αποτελούν άμεση απειλή για τη συντηρητική κυβέρνηση. Οι αδικίες που διαπράχθηκαν εναντίον μειονοτήτων δεν έλαβαν την ίδια προσοχή. Όπως επισημαίνει η Çetin, «η υπόθεση δολοφονίας του Hrant Dink παράμεινε στην άλλη άκρη του πράγματος».

Η οικογένεια του Dink έχει ασκήσει έφεση στην απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, υπογραμμίζοντας την αποτυχία της εισαγγελικής αρχής να ακολουθήσει ζωτικής σημασίας κατευθυντήριες ερευνητικές γραμμές που δείχνουν την κρατική συμμετοχή στη δολοφονία του δημοσιογράφου. Η υπόθεση θα επανεξεταστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο θα επιβεβαιώσει τη δικαστική απόφαση ή θα διατάξει την επανεκδίκαση της υπόθεσης. Δεν προβλέπεται απόφαση μέχρι το τέλος του έτους. Το ενδιαφέρον για την τελική έκβαση της υπόθεσης παραμένει έντονο, τόσο στην Τουρκία όσο και στο εξωτερικό και ασκούνται πιέσεις προς το κυβερνών κόμμα προκειμένου να διασφαλιστεί η απονομή της δικαιοσύνης. Μετά την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου τον Ιανουάριο του 2012, ο πρωθυπουργός Recep Tayyip Erdoğan δεσμεύτηκε ότι η υπόθεση δεν θα χαθεί στους «σκοτεινούς διαδρόμους» της Άγκυρας. Δεν θα συγκαλυφθούν προκλήσεις και σκευωρίες».

Η Çetin έχει καταγράψει δημοσίως τις ασυνέπειες και τις αδυναμίες της δικαστικής διαδικασίας. Τα πάντα είναι εκτεθειμένα», είπε η ίδια. Παρά την επιμονή από την πλευρά των συνηγόρων, οι εικόνες που κατέγραψαν οι κάμερες ασφαλείας καθώς και τα αρχεία των τηλεφωνικών συνομιλιών που θα μπορούσαν να αποδείξουν την παρουσία των υπόπτων στη σκηνή της δολοφονίας, δεν προσκομίστηκαν στο δικαστήριο. Οι εισαγγελείς έκαναν τα στραβά μάτια στη γραφειοκρατική κωλυσιεργία.

Η Çetin διατηρεί την αισιοδοξία της ότι το ανώτατο εφετείο θα απορρίψει την απόφαση και θα απαιτήσει ευρύτερη δικαστική έρευνα. Μια έρευνα που εκπονήθηκε το Φεβρουάριο από τον επίσημο μηχανισμό επίβλεψης, τον Κρατικό Ελεγκτικό Οργανισμό, δήλωσε ότι ο ρόλος των δημοσίων υπαλλήλων δεν έχει επαρκώς ερευνηθεί. Το 2010, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων κατέληξε σε ένα παρόμοιο συμπέρασμα βάσει των πρώτων αποτελεσμάτων της έρευνας για τη δολοφονία. Το δικαστήριο αποφάσισε, επίσης, ότι η Τουρκία παραβίασε το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης του Hrant Dink και δεν προστάτευσε τη ζωή του. ■

Η Nicole Pope είναι Ελβετή δημοσιογράφος με έδρα στην Κωνσταντινούπολη. Υπήρξε ανταποκρίτρια της καθημερινής Le Monde για 15 χρόνια και σήμερα εργάζεται σαν αρθρογράφος και ανεξάρτητη ερευνήτρια. Είναι η συγγραφέας του Honor Killings in the Twenty-First Century και από κοινού συγγραφέας του Turkey Unveiled: A History of Modern Turkey.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΟΙ ΚΟΥΡΔΙΚΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ

Τα κατηγορητήρια των εργαζομένων του πρακτορείου ειδήσεων Dicle είναι γεμάτα με λεπτομέρειες από τη δημοσιογραφική τους καθημερινότητα: Ο συντάκτης χειρίζεται τις χρήσιμες πληροφορίες σχετικά με τις φιλοκουρδικές διαδηλώσεις, ένας δημοσιογράφος καλύπτει την ιστορία ενός νεαρού που αυτοπυρπολήθηκε σε ένδειξη πολιτικής διαμαρτυρίας, ενώ ένας άλλος προσπαθεί να εντοπίσει μια πιθανή αστυνομική καταστολή εναντίον του κουρδικού πολιτικού κόμματος. Ωστόσο, σύμφωνα με το κατηγορητήριο της κυβέρνησης, όλες οι λεπτομέρειες βρίθουν απρεπειών: Οι πληροφορίες δόθηκαν στις αρχές. Η συγκάλυψη της διαμαρτυρίας του νεαρού ήταν μια πράξη της προπαγάνδας και η καταστολή του συμβάντος αποσκοπούσε στον εξευτελισμό της κυβέρνησης.

Είκοσι δύο δημοσιογράφοι του φιλοκουρδικού πρακτορείου ειδήσεων, γνωστό με το όνομα DİHA, φυλακίστηκαν στην Τουρκία ως την 1η Αυγούστου του 2012. Όλοι πλην ενός κατηγορήθηκαν για στήριξη της απαγορευμένης Ένωσης Κοινοτήτων του Κουρδιστάν ή της θυγατρικής της, του Εργατικού Κόμματος του Κουρδιστάν (ΡΚΚ). Μεταξύ των κατηγορουμένων υπήρξε και ο Sinan Aygül, δημοσιογράφος σε πρακτορείο στο Μπιτλίς, ο οποίος αντιμετώπισε ποινή φυλάκισης έως 15 χρόνια. Ο συνήγορος υπεράσπισης, Murat Timur, ισχυρίστηκε ότι οι αρχές χαρακτήρισαν την κάλυψη ενός δελτίου τύπου του Aygül σαν τα αποδεικτικά στοιχεία της συμμετοχής του στις δραστηριότητες μιας τρομοκρατικής ομάδας. «Τα έγγραφα στο φάκελο είναι οι ειδησεογραφικές ιστορίες που έγραψε», δήλωσε ο Timur στην CPJ. «Οι υποθέσεις που εκδικάζονται είναι πράξεις δημοσιογραφίας».

Οι Κούρδοι δημοσιογράφοι αντιπροσώπευαν πάνω από το 70 τοις εκατό των συνολικά 76 δημοσιογράφων που φυλακίστηκαν στην Τουρκία, όταν η CPJ διεξήγαγε εκτεταμένη έρευνα τον Αύγουστο του 2012. Το κουρδικό ζήτημα δίνει ένα ιδιαίτερα έντονο πλαίσιο στο ερώτημα της ελευθερίας του Τύπου στην Τουρκία. Η μοίρα των Κούρδων δημοσιογράφων δεν δοκιμάζει απλώς τον δημοκρατικό χαρακτήρα του τουρκικού κράτους. Αμφισβητεί το αίσθημα ταυτότητας της Τουρκίας και συνδέεται στενά με τον αγώνα των Κούρδων να εδραιώσουν τη δική τους εθνική ταυτότητα.

Οι Κούρδοι της Τουρκίας ανέρχονται στα 12 με 20 εκατομμύρια από τον συνολικό πληθυσμό της χώρας που αγγίζει τα 75 εκατομμύρια. Οι μισοί από αυτούς ζουν νοτιοανατολικά της χώρας ενώ οι άλλοι μισοί στις δυτικές πόλεις, και πιο συγκεκριμένα στην Κωνσταντινούπολη, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Παρατηρητηρίου της ΕΕ για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Λόγω της μεγάλης διασποράς, ιδιαίτερα στην Κεντρική Ευρώπη, η κουρδική διαμάχη αντηχεί στο εξωτερικό. Η έρευνα της CPJ δείχνει ότι η τουρκική κυβέρνηση έχει επανειλημμένα επιδιώξει το κλείσιμο του Roj TV, ενός δορυφορικού σταθμού ευνοϊκά προσκείμενου στο PKK με έδρα τη Δανία και το Βέλγιο. Στις αρχές του 2012, πιθανοί υποστηρικτές του PKK λεηλάτησαν και επιτέθηκαν με εμπρηστικό μηχανισμό σε γραφεία της εφημερίδας Zaman στο Παρίσι, την Κολωνία και άλλες ευρωπαϊκές πόλεις, της κορυφαίας Τούρκικης εφημερίδας που θεωρείται ότι έχει σχέσεις με το κίνημα Φετουλάχ Γκιουλέν και ότι υποστηρίζει γενικά τις θέσεις του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP).

«ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ, ΔΙΩΚΟΝΤΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ, ΕΠΕΙΔΗ ΕΚΦΡΑΖΟΥΝ ΧΩΡΙΣ ΒΙΑ ΤΗ ΓΝΩΜΗ ΤΟΥΣ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΚΟΥΡΔΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ, ΕΠΕΙΔΗ ΣΥΖΗΤΟΥΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΥΡΔΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΣΧΟΛΙΑΖΟΥΝ ΤΗΝ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΩΝ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΩΝ», Παρατηρητήριο της ΕΕ για τα ανθρώπινα δικαιώματα

Σημαντικοί πολιτιστικοί, θρησκευτικοί, εθνικοί και πολιτικοί παράγοντες καθορίζουν τη συζήτηση σχετικά με το κουρδικό ζήτημα. Μετά την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον απόηχο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, η νίκη του Mustafa Kemal Atatürk στον πόλεμο της ανεξαρτησίας και η γέννηση ενός «νέου κράτους» βασίστηκε στο τουρκικό αίσθημα. Η στρατιωτική και πολιτική ελίτ της Άγκυρας επικεντρώθηκε στους κίνδυνους του εθνικού διχασμού, της γλωσσικής ποικιλομορφίας, των θρησκευτικών διαφορών και της εθνικής αποσύνθεσης. «Πολλοί Τούρκοι ανατράφηκαν με το σκεπτικό ότι εάν επιτρέψουν στους Κούρδους να μιλούν και να μελετούν στη μητρική τους γλώσσα, αυτό θα ήταν ένα πρώτο βήμα προς τη διχοτόμηση», δήλωσε η Διεθνής Ομάδα Κρίσεων, International Crisis Group, ένας μη κερδοσκοπικός οργανισμός επίλυσης κρίσεων, σε μια έκθεση τον Σεπτέμβριο του 2011 σχετικά με την εξέγερση του PKK.

«ΟΙ ΚΟΥΡΔΟΙ ΠΟΥ ΔΙΕΚΔΙΚΗΚΗΣΑΝ ME ΔΗΜΟΣΙΟ Ή ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΤΡΟΠΟ ΤΗΝ ΚΟΥΡΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ Ή ΠΟΥ ΠΡΟΩΘΗΣΑΝ ΤΗ ΧΡΗΣΗ ΤΗΣ ΚΟΥΡΔΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΣΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΤΟΜΕΑ, ΚΙΝΔΥΝΕΨΑΝ ΝΑ ΛΟΓΟΚΡΙΘΟΥΝ, ΝΑ ΠΑΡΕΝΟΧΛΗΘΟΥΝ Ή ΝΑ ΔΙΩΧΘΟΥΝ», ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ ΤΩΝ ΗΠΑ

Η κουρδική μειονότητα έχει αντισταθεί σθεναρά στις προσπάθειες αφομοίωσης της Άγκυρας και έχει πληρώσει το τίμημα. «Οι Κούρδοι αντιμετωπίζονται σαν πολίτες δεύτερης κατηγορίας», είπε ο διάσημος Τούρκος δημοσιογράφος και συγγραφέας, Ece Temelkuran, σε συνέντευξή του στην καθημερινή εφημερίδα της Βηρυτού, Al-Akhbar, τον Ιανουάριο του 2012. Η ένοπλη εξέγερση του PKK που ξεκίνησε το 1984 έχει τα αίτιά της στην οικονομική υπανάπτυξη και στη φτώχεια και προκαλείται από το βαθύ αίσθημα διάκρισης και ταπείνωσης των Κούρδων από το Τούρκικο κράτος.

Η βίαιη τακτική του PKK και η μετωπική σύγκρουση, σε συνδυασμό με τη σφοδρή αντίδραση του τουρκικού στρατού, επιδείνωσαν την κατάσταση. Μεταξύ του 1984 και στις αρχές του 2000, στη νοτιοανατολική Τουρκία εφαρμόστηκε η τακτική της καμένης γης από τις Τούρκικες δυνάμεις ασφαλείας και τις τοπικές παραστρατιωτικές ομάδες τους. Η τακτική αυτή περιλάμβανε την καταστροφή χιλιάδων χωριών, τον εσωτερικό εκτοπισμό εκατοντάδων χιλιάδων Κούρδων αγροτών και τις συστηματικές δολοφονίες. Η κυβέρνηση υπολογίζει περίπου ότι 44.000 στρατιώτες, αντάρτες του PKK και άμαχοι σκοτώθηκαν στη βίαιη δίνη των επιχειρήσεων των ανταρτών και των αντιπάλων τους.

Μετά την εκλογική της νίκη το 2002, η κυβέρνηση του AKP έδειξε μια πιο ανοικτή στάση απέναντι στο κουρδικό ζήτημα από ό,τι οι προηγούμενες διοικήσεις. Το κυβερνών κόμμα, ανταποκρινόμενο εν μέρει στην επιμονή της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο θέμα του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και βασιζόμενο εν μέρει στην έκκληση του για μια κοινή Μουσουλμανική πίστη, προσπάθησε να μειώσει τον Τούρκικο εθνικισμό που εδώ και καιρό αρνούνταν στην ύπαρξη της κουρδικής κοινότητας. Η κυβέρνηση εισήγαγε μια σειρά μεταρρυθμίσεων που μετρίασαν τους περιορισμούς στη χρήση της κουρδικής γλώσσας, ιδιαίτερα στα μέσα ενημέρωσης. Τον Ιανουάριο του 2009, ιδρύθηκε ένα κρατικό κουρδόφωνο τηλεοπτικό κανάλι, το TRT6.

Μόλις τον Ιούλιο του 2009, ο Πρωθυπουργός Recep Tayyip Erdoğan φάνηκε πρόθυμος να συνεχίσει τις προσπάθειες ομαλοποίησης, εγκαινιάζοντας το λεγόμενο «δημοκρατικό» ή «κουρδικό άνοιγμα» με σκοπό την ενθάρρυνση των Κούρδων μετριοπαθών και την απομόνωση των σκληροπυρηνικών. «Για πρώτη φορά η τουρκική κυβέρνηση προσεγγίζει με τόση σοβαρότητα το κουρδικό ζήτημα», έγραψε ο αρθρογράφος Hasan Cemal στην Milliyet.

Η ύφεση ήταν σύντομη. Για διάφορους και περίπλοκους λόγους, μεταξύ των οποίων η σθεναρή αντίσταση Τούρκων υπερεθνικιστών στρατιωτικών και δικαστικών κύκλων, που σε συνδυασμό με την αδιαλλαξία του PKK, οδήγησε την κυβέρνηση να επιστρέψει στην παλιά συμβατική πολιτική, σημειώνοντας νίκες εναντίον των ανταρτών.

Το Δεκέμβριο του 2011 ένα Τούρκικο αεροπορικό χτύπημα στην Ουλούντερε που σκότωσε 34 αμάχους που θεωρήθηκαν λανθασμένα αντάρτες του PKK, μαζί με μια σειρά θανατηφόρων επιθέσεων του PKK, σήμαναν τη συνέχιση της ένοπλης αντιπαράθεσης.

Σε αυτό το βίαιο πλαίσιο, η οποιαδήποτε συζήτηση σχετικά με το κουρδικό ζήτημα μετατρέπεται αναπόφευκτα σε ναρκοπέδιο. «Οι Κούρδοι που δημόσια ή πολιτικά διεκδίκησαν την κουρδική τους ταυτότητα ή που προώθησαν τη χρήση της κουρδικής γλώσσας στο δημόσιο τομέα, κινδύνεψαν να λογοκριθούν, να παρενοχληθούν ή να διωχθούν», δήλωσε το Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ σε μια έκθεση του για τη χώρα το 2011. Εκείνη τη χρονιά, οι τουρκικές αρχές κατέφυγαν σε μαζικές συλλήψεις Κούρδων πολιτικών, δημοσιογράφων, ακαδημαϊκών και ακτιβιστών της κοινότητας και των σωματείων, χαρακτηρίζοντάς τους μέλη της απαγορευμένης Ένωσης Κοινοτήτων του Κουρδιστάν (KCK), μιας κεντρικής οργάνωσης των κουρδικών ομάδων στην οποία ανήκει και το PKK.

Πράγματι, η κυβέρνηση συχνά αποδοκίμαζε την έκφραση απόψεων που θεωρούνταν σχετικές με το κουρδικό ζήτημα με τη δικαιολογία ότι συνδέονται με τρομοκρατική δραστηριότητα. Παρακολουθούνταν ακόμα και η χρήση των λέξεων: Για παράδειγμα, το Μάιο του 2012, το Συμβούλιο Επικρατείας, το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο της Τουρκίας, απαγόρευσε να χρησιμοποιείται στην τηλεόραση η λέξη «αντάρτης» σε ό,τι αφορά το PKK. Μετά την απόφαση που πάρθηκε σχετικά με μια υπόθεση του 2009 που αφορούσε το πρόγραμμα CNN Türk, το συμβούλιο έκρινε ότι «η λέξη “αντάρτης” χρησιμοποιείται για να αναφερθούμε στους στασιαστές που μάχονται για ένα νόμιμο σκοπό. Η χρήση της συγκεκριμένης λέξης για τα μέλη του PKK θα νομιμοποιούσε τους τρομοκράτες και την τρομοκρατία».

Στα τέλη Οκτωβρίου του 2011, οι εισαγγελείς έφτασαν στα άκρα διατάζοντας τη φυλάκιση του διάσημου ανεξάρτητου εκδότη Ragıp Zarakolu, υποστηρικτή της ειρήνης, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ελευθερίας της έκφρασης. Ο Zarakolu κατηγορήθηκε ότι διατηρούσε δεσμούς με την επικηρυγμένη οργάνωση KCK και το Μάρτιο του 2012 παραπέμφθηκε σε δίκη με την κατηγορία της «παροχής στήριξης και υποκίνησης σε παράνομη οργάνωση», ένα αδίκημα που τιμωρείται με 15 χρόνια φυλάκιση. Το κατηγορητήριο αναφερόταν στη συμμετοχή του Zarakolu στην Πολιτική Ακαδημία της Κωνσταντινούπολης, (Istanbul Political Academy). Το εν λόγω ίδρυμα διατηρεί στενές σχέσεις με το νόμιμο φιλοκουρδικό Κόμμα Ειρήνης και Δημοκρατίας, το οποίο κατέχει 36 έδρες στο τουρκικό κοινοβούλιο. Τον Απρίλιο αφέθηκε ελεύθερος εν αναμονή της δίκης του.

Όλοι οι δημοσιογράφοι που κάλυψαν το κουρδικό ζήτημα με μια πιο κριτική ματιά είναι εύκολο να κατηγορηθούν για στήριξη της τρομοκρατίας. Πόσο σοβαρές είναι όμως αυτές οι κατηγορίες; Πολλοί παρατηρητές προσκείμενοι θετικά στο ζήτημα διστάζουν να ασκήσουν κριτική στη σχέση του κουρδικού Τύπου με το PKK, φοβούμενοι ότι η οποιαδήποτε υπόνοια περί στήριξης των θέσεων των ένοπλων ομάδων από την πλευρά των Κούρδων δημοσιογράφων θα επιδείνωνε την κατάσταση.

 

«ΠΟΛΛΟΙ ΤΟΥΡΚΟΙ ΑΝΑΤΡΑΦΗΚΑΝ ΜΕ ΤΟ ΣΚΕΠΤΙΚΟ ΟΤΙ ΕΑΝ ΕΠΙΤΡΕΨΟΥΝ ΣΤΟΥΣ ΚΟΥΡΔΟΥΣ ΝΑ ΜΙΛΟΥΝ ΚΑΙ ΝΑ ΜΕΛΕΤΟΥΝ ΣΤΗ ΜΗΤΡΙΚΗ ΤΟΥΣ ΓΛΩΣΣΑ, ΑΥΤΟ ΘΑ ΗΤΑΝ ΕΝΑ ΠΡΩΤΟ ΒΗΜΑ ΠΡΟΣ ΤΗ ΔΙΧΟΤΟΜΗΣΗ», Διεθνής Ομάδα Κρίσεων, International Crisis Group

Μια ανάλυση της CPJ έδειξε ότι υπάρχει ποικιλομορφία και κλιμάκωση στις ανταποκρίσεις των κουρδικών μέσων ενημέρωσης. Το πρακτορείο ειδήσεων Fırat και η Roj TV, που εδρεύουν εκτός Τουρκίας, μεταδίδουν τα γεγονότα με μια οπτική απροκάλυπτα προσκείμενη στο PKK. Τα κορυφαία εγχώρια κουρδικά μέσα ενημέρωσης, όπως το πρακτορείο ειδήσεων Dicle και η καθημερινή εφημερίδα Özgür Gündem, διατηρούν μια ευρύτερη φιλοκουρδική προσέγγιση. Από τη μια πλευρά, τα ρεπορτάζ τους κρατάνε μια επιεική στάση απέναντι στους Κούρδους, ενώ η προσέγγισή τους απέναντι στο AKP και τον τουρκικό στρατό είναι πιο αρνητική. Ωστόσο, τα συγκεκριμένα μέσα ενημέρωσης δεν υποστηρίζουν ανοιχτά ή άμεσα τη χρήση ένοπλης βίας. Η δημοσίευση άρθρων από φιλοκούρδους και ηγέτες του PKK εξοργίζουν τις αρχές.

Σύμφωνα με πολλούς παρατηρητές, ο Kουρδικός Τύπος αντικατοπτρίζει απλώς την πολιτική επικαιρότητα. Όπως γράφει και η Aliza Marcus το 2007 στο βιβλίο της «Αίμα και Πίστη», («Blood and Belief»), «η θέση του PKK αποτελεί την κυρίαρχη πολιτική φωνή των Κούρδων της Τουρκίας». Παρόλο που τα εθνικιστικά κόμματα που πρόσκεινται στο PKK συγκεντρώνουν μόνο το ήμισυ των κουρδικών ψήφων στις εθνικές εκλογές, η ένοπλη ομάδα θεωρεί τον εαυτό της ως τη μοναδική νόμιμη κουρδική οργάνωση. Συνεπώς, στον τεταμένο και συχνά αδιάλλακτο κόσμο του κουρδικού εθνικισμού, η οποιαδήποτε κριτική απέναντι στις ιδέες, την πολιτική και την τακτική του PKK θεωρείται προδοσία του σκοπού. «Ορισμένοι Κούρδοι διανοούμενοι και δημοσιογράφοι αποστασιοποιήθηκαν από το PKK, διατηρώντας όμως στενούς δεσμούς τους με το κουρδικό ζήτημα», δήλωσε ο Pierre Vanrie, ανταποκριτής για την Τουρκία στην εβδομαδιαία εφημερίδα με έδρα το Παρίσι, Courrier international. «Ωστόσο, συχνά αντιμετωπίζουν την εχθρική στάση του PKK και των υποστηρικτών του».

Οι Κούρδοι δημοσιογράφοι έχουν επίσης να αντιμετωπίσουν και τις τουρκικές αρχές που θολώνουν διαρκώς τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ της έκφρασης ριζοσπαστικών πολιτικών ιδεών και της άμεσης στήριξης των βιαιοπραγιών του PKK. «Η φωνή της κριτικής είναι δικαίωμα σε κάθε ελεύθερη κοινωνία. Ανεξάρτητα από το πόσο σκληρή μπορεί να είναι μια κριτική, είναι λάθος να την ερμηνεύουμε ως τρομοκρατία», είπε ο τότε επίτροπος του Συμβουλίου της Ευρώπης για τα ανθρώπινα δικαιώματα, Thomas Hammarberg, σε μια συνέντευξή του τον Απρίλιο του 2012 στην πύλη ειδήσεων Bianet.

Η στάση της τουρκικής κυβέρνησης απέναντι στα ρεπορτάζ για το κουρδικό ζήτημα δεν αποτελεί απλώς μια έκφραση πολιτικού αυταρχισμού. Αντανακλά επίσης τη δυσκολία επανεξέτασης της Τουρκίας, που όπως έδειξε η έρευνα για τους αντιτρομοκρατικούς νόμους που διεξήγαγε το Παρατηρητήριο της ΕΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα του 2010, «η τουρκική υπηκοότητα και ταυτότητα έχει εξομοιωθεί με την ένταξη στη τουρκική και σουνιτική μουσουλμανική πλειοψηφία. Οι υπήκοοι (εξαιρουμένων των Αρμενίων, των Εβραίων και των Ελλήνων που αναγνωρίστηκαν σαν μειονότητες με τη Συνθήκη της Λωζάνης το 1923) έπρεπε να αποτινάξουν άλλες εθνικές ή θρησκευτικές πεποιθήσεις και συνδέσμους. Ακόμα και σήμερα, διώκονται άνθρωποι, επειδή εκφράζουν χωρίς βία τη γνώμη τους πάνω στο Kουρδικό ζήτημα, επειδή συζητούν για την κουρδική ιστορία και σχολιάζουν την κυβερνητική πολιτική απέναντι στα δικαιώματα των μειονοτήτων ή απλώς επειδή κουβεντιάζουν για την πρόσφατη ιστορία των μειονοτήτων».

Οι υποθέσεις εναντίον Κούρδων δημοσιογράφων υπογραμμίζουν την υπερβολική στάση της έννομης στάσης της Τουρκίας, συμπεριλαμβανομένου του ποινικού κώδικα που δεν δίνει ιδιαίτερη βάση στην ελευθερία της έκφρασης. Για παράδειγμα, το άρθρο 216 τιμωρεί «όποιον υποκινήσει ανοιχτά το μίσος ή την εχθρότητα σε ομάδες του πληθυσμού εναντίον μια άλλης ομάδας με βάση την κοινωνική τάξη, τη φυλή, τη θρησκεία ή τις σχισματικές διαφορές, με τρόπο που μπορεί να αποτελέσει σαφή και άμεσο κίνδυνο όσον αφορά τη δημόσια ασφάλεια. Οι αρχές έχουν συχνά υπερβεί τη χρήση του εν λόγω άρθρου. «Αυτό το άρθρο χρησιμοποιείται για τη φίμωση των αντιφρονούντων», έγραψε ο Ολλανδός ανεξάρτητος ανταποκριτής, Frederike Geerdink, με έδρα του την Κωνσταντινούπολη. «Οι Κούρδοι πολιτικοί και δημοσιογράφοι συγκεκριμένα καταδικάζονται στο πλαίσιο του παρόντος νόμου, όταν, για παράδειγμα, ζητούν περισσότερα δικαιώματα για τους Κούρδους ή όταν υποβάλλουν εκθέσεις σχετικά με τους αντάρτες του PKK».

Οι τουρκικές αρχές χρησιμοποιούν επίσης αυτή την ιδιαίτερα σκληρή αντιτρομοκρατική νομοθεσία. «Τα τελευταία τρία χρόνια, το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν η κατάχρηση των αντιτρομοκρατικών νόμων με σκοπό την άσκηση ποινικών διώξεων εναντίον απλών ανθρώπων που συμμετείχαν σε νόμιμες και μη βίαιες φιλοκουρδικές ή αριστερές πολιτικές δραστηριότητες», δήλωσε η Emma Sinclair-Webb, ανώτερη ερευνήτρια του Παρατηρητηρίου της ΕΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Έρευνα που διεξήγαγε το Associated Press το 2011 έδειξε ότι το ένα τρίτο, ή αλλιώς οι 12.897 του συνόλου των καταδικαστικών αποφάσεων σε θέματα που σχετίζονται με την τρομοκρατία από τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου εκδόθηκαν από τα τουρκικά δικαστήρια.

Ο αντιτρομοκρατικός νόμος της Τουρκίας, γνωστός ως Terörle Mücadele Kanunu (TMK), χρησιμοποιεί έναν ορισμό της τρομοκρατίας που χαρακτηρίστηκε από τους περισσότερους ειδικούς ως πολύ γενικευμένος και πολύ ασαφής. «Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων δεν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία που θα έπρεπε ή θα μπορούσαν να χαρακτηρίσουν τρομοκρατική οποιαδήποτε δραστηριότητα», ισχυρίστηκε η Sinclair-Webb. «Και όμως, η γενικευμένη και ασαφής φύση των τρομοκρατικών νόμων της Τουρκίας δίνουν τη δυνατότητα στους ένθερμους εισαγγελείς και δικαστές να φυλακίζουν και να εκδικάζουν τους κατηγορουμένους σαν να επρόκειτο για μέλη του PKK».

Οι τούρκοι εισαγγελείς έχουν καταφύγει σε «δικαστήρια ειδικής δικαιοδοσίας για την εξέταση αυτών των υποθέσεων. Όπως προβλέπουν τα άρθρα 250 και 251 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, τα ειδικά δικαστήρια κάλυψαν τις τρομοκρατικές οργανώσεις και τα εγκλήματα εναντίον της συνταγματικής τάξης. Τα δικαστήρια ιδρύθηκαν το 2005 προκειμένου να αντικαταστήσουν τα δικαστήρια κρατικής ασφαλείας που καθιερώθηκαν από το στρατό. Στην αρχή επικεντρώθηκαν στις υποτιθέμενες αντικυβερνητικές συνωμοσίες εντός του κοσμικού κεμαλικού κατεστημένου, συμπεριλαμβανομένου και του στρατού. Ωστόσο, οι υποστηρικτές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων επέκριναν έντονα τις πρακτικές των δικαστηρίων, καθώς πολλοί κατηγορούμενοι αναγκάστηκαν να περάσουν πολλά χρόνια στη φυλακή χωρίς να υπάρχει ετυμηγορία στο προσκήνιο. Επιπλέον, τα δικαστήρια επεκτάθηκαν πέραν των φερόμενων στρατιωτικών συνωμοσιών και καταδίκασαν συγγραφείς και δημοσιογράφους που κάλυψαν με κριτικό τρόπο τις δράσεις της κυβέρνησης. Τον Ιούλιο του 2012, το κοινοβούλιο εξαιτίας της αυξανόμενης δυσαρέσκειας θέσπισε νομοθεσία για τον τερματισμό της χρήσης των ειδικών δικαστηρίων και τη μεταφορά των αρμοδιοτήτων τους στα περιφερειακά ποινικά δικαστήρια. Εντούτοις, οι εκκρεμούσες υποθέσεις εναντίον δημοσιογράφων και άλλων που κατηγορήθηκαν για συνωμοσία με σκοπό την οργάνωση πραξικοπήματος ή για σχέση με το PKK δεν επηρεάζονται από αυτό το μέτρο.

«ΤΟ ΝΑ ΔΟΥΛΕΥΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΥΡΔΙΚΟ ΤΥΠΟ ΚΑΙ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΓΥΝΑΙΚΑ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ ΕΙΝΑΙ ΣΚΛΗΡΟ, ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΜΑΡΤΥΡΙΟ»,  Hamdiye Çiftçi, ανταποκρίτρια του πρακτορείου ειδήσεων Dicle

 

Ενώ η μοίρα των κούρδων δημοσιογράφων αντιπαραβάλλεται με τα ευρύτερα θέματα της πολιτικής βίας και των εθνικών, πολιτιστικών και εθνικών ταυτοτήτων, αυτοί οι παράγοντες δεν δικαιολογούν τις Τούρκικες συστηματικές παραβιάσεις του δικαιώματος στην ελευθερία της έκφρασης. «Με τις διώξεις και την καταδίκη των μέσων ενημέρωσης και των δημοσιογράφων που καλύπτουν το κουρδικό ζήτημα, η Τουρκία έχει επανειλημμένα παραβιάσει το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών», δήλωσε ο Dirk Voorhoof, καθηγητής δικαίου των μέσων ενημέρωσης του Πανεπιστημίου της Γάνδης στο Βέλγιο. «Η στήριξη ή ακόμα και η αναφορά στο κίνημα ανεξαρτησίας των Κούρδων, η κριτική της στρατιωτικής δράσης της κυβέρνησης στη νοτιοανατολική Τουρκία, οι αναφορές στο ρόλο και τις δραστηριότητες του PKK ή οι συνεντεύξεις με μέλη του PKK θεωρούνται από την Τουρκία ως στήριξη της τρομοκρατίας, υποκίνηση της βίας ή αποσχιστική προπαγάνδα. Εντούτοις, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων θεωρεί αποδεκτές αυτές τις παρεμβάσεις στο πλαίσιο του άρθρου 10 μόνο σε περιπτώσεις υποκίνησης της βίας ή όταν υπάρχει ο πραγματικός κίνδυνος ότι αυτή η υποκίνηση μπορεί να οδηγήσει σε βιαιοπραγίες, ένοπλη αντίσταση ή εξέγερση».

Μια δημοκρατική κοινωνία δεν μπορεί να ευδοκιμήσει χωρίς την κριτική του Τύπου ακόμα και στα πιο ευαίσθητα θέματα. «Κάθε ιστορία είναι ένας καθρέπτης. Όταν ένας θεσμός, είτε είναι η κυβέρνηση, η γραφειοκρατία, ο στρατός ή μια θρησκευτική σέκτα … φοβάται να αντικρίσει την ίδια του την εικόνα στον καθρέπτη, φοβάται να μιλήσει για αυτό που είναι και για αυτά που κάνει, ζητά από εμάς, τους δημοσιογράφους, να μην ασχοληθούμε με την ιστορία, να μην κοιτάξουμε στον καθρέπτη», λέει η αναπληρώτρια αρχισυντάκτρια της δραστήριας φιλελεύθερης καθημερινής εφημερίδα Taraf, Yasemin Çongar, στην Παγκόσμια Ημέρα Ελευθερίας του Τύπου το 2012. Για το θέμα του κουρδικού ζητήματος, η ελευθερία του Τύπου εξαρτάται τελικά από το πώς βλέπει η Τουρκία τον εαυτό της ως δημοκρατία και ως έθνος.

 

ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΦΥΛΑΚΗ

Εδώ θα διαβάσετε αποσπάσματα από επιστολές που έχουν γραφτεί από τέσσερις δημοσιογράφους που βρίσκονται φυλακισμένοι στην Τουρκία. Είχαν δημοσιευθεί για πρώτη φορά από την ανεξάρτητη πύλη ειδήσεων Bianet τον Ιανουάριο και το Φεβρουάριο του 2012.

Όπως και σε δεκάδες άλλες υποθέσεις, οι εισαγγελείς έχουν κατηγορήσει αυτά τα άτομα για σοβαρά αντικυβερνητικά εγκλήματα. Αυτές οι περιγραφές σε πρώτο πρόσωπο μας δείχνουν μια διαφορετική οπτική της κατάστασης. Οι δημοσιογράφοι περιγράφουν με δικά τους λόγια τις εμπειρίες τους, εξηγούν τις απόψεις τους και μιλούν με λεπτομέρειες για τη μεταχείριση που υπέστησαν από το τουρκικό νομικό σύστημα.

ΜΑΡΤΥΡΙΟ, της Hamdiye Çiftçi, ανταποκρίτριας του Πρακτορείου Ειδήσεων Dicle.

Η δουλειά του δημοσιογράφου στην περιοχή μου είναι ένα μαρτύριο. Τα αγαπημένα σου πρόσωπα σε αποχαιρετούν κάθε μέρα σαν να μην πρόκειται να ξαναγυρίσεις. Γιατί, στην πραγματικότητα, ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να συμβεί. Μπορεί να σου επιτεθούν άγνωστοι ή να σου συμβούν ακόμα χειρότερα. Το να δουλεύεις για τον κουρδικό Τύπο και να είσαι γυναίκα δημοσιογράφος είναι σκληρό, είναι ένα μαρτύριο.

Έχοντας ξεκινήσει σε ηλικία 18 ετών, η διαδρομή μου από την τοπική στην εθνική δημοσιογραφία ήταν αρκετά ομαλή μέχρι που άρχισα να δουλεύω για τον κουρδικό Τύπο. Εάν δεν δουλεύεις για το σύστημα καλύπτοντας ειρηνικά θέματα, τότε θα σε κάνουν να υποταχθείς στη βούλησή τους μέσω της βίας και του εκφοβισμού. Και αν δεν τα καταφέρουν, θα καταλήξεις στη φυλακή.

Έμαθα όμως να μην με ενοχλούν οι απειλές και συνέχισα να εργάζομαι παρόλα αυτά. Μετά ήρθε η στιγμή που κατέγραψα εικόνες τις αστυνομίας να σπάζει το χέρι του 14χρονου Cüneyt Ertuş κατά τη διάρκεια της απαγορευμένης συγκέντρωσης Νεβρόζ στο Χακάρι το 2008.

Οι αστυνομικοί άρπαξαν από το στόμα του αγοριού το ροζ ύφασμα που χρησιμοποιούσε για να προστατευτεί από το σπρέι πιπεριού. Στη συνέχεια, έριξαν σπρέι πιπεριού μέσα στο λαιμό του και τον βασάνιζαν μπροστά στα μάτια μας. Εκείνη τη στιγμή ήθελα να τραβήξω φωτογραφίες, αλλά η αστυνομία δεν με άφησε.

 

«ΑΝΑΓΚΑΣΤΗΚΑΜΕ ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΤΥΠΟΥ. Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΜΑΣ ΔΕΝ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΕΝΑ ΟΜΟΡΦΟ ΘΕΑΜΑ ΚΑΙ ΟΙ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΙ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ»,  Ozan Kılınç, αρχισυντάκτης στην εφημερίδα Azadiya Welat

 

Δεν άντεχα να παρακολουθώ όσα συνέβαιναν. Μπροστά στα μάτια μου, δίπλα από το άγαλμα του Atatürk στη μέση του δρόμου, χαρακτήρισαν καθίκι το αγόρι. Το αγόρι δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Μόνο έκλαιγε, με τα δάκρυά του να λεκιάζουν τα ροδαλά του μάγουλα. Την ώρα που τον συλλάμβανε η αστυνομία, με κοίταξε μέσα στα μάτια σαν να μου έλεγε: «Σώσε με». Το βλέμμα του ήταν τόσο αθώο και απελπισμένο που μου σπάραξε την καρδιά.

Καθώς το παιδί πάλευε, ένας μυστικός αστυνομικός άρπαξε το παλτό του αγοριού. «Τράβηξε το!», μου είπε ο αστυνομικός. «Πάρε μια φωτογραφία. Δείξε σε όλους πως φέρονται στα παιδιά». Και μετά έστριψε το χέρι του παιδιού.

Ήθελα να καταγράψω τον ήχο μαζί με τις εικόνες, αλλά δεν μπορούσα. Κατάφερα, όμως, να βρω μάρτυρες αυτού του βασανιστηρίου στη μέση του δρόμου. Οι φωτογραφίες που τράβηξα εμφανίστηκαν στα διεθνή τηλεοπτικά μέσα στις επόμενες μέρες. Το αγόρι είχε έρθει στην αγορά για να αγοράσει ψωμί, όμως τον πιάσανε την ώρα των διαδηλώσεων, τον προφυλάκισαν και τον βασάνισαν.

Μετά τη δημοσίευση των φωτογραφιών στα μέσα ενημέρωσης, εισέβαλαν στο σπίτι μου. Κατάσχεσαν τις κασέτες, τα προσωπικά μου αντικείμενα, τον υπολογιστή και τα βιβλία μου. Ήμουν καταζητούμενη.

(Αρχικά δημοσιεύτηκε στις 22 Φεβρουαρίου του 2012. Η Çiftçi πέρασε σχεδόν δύο χρόνια στη φυλακή πριν αφεθεί ελεύθερη τον Απρίλιο του 2012 εν αναμονή της δίκης της. Συνέχισε να αντιμετωπίζει κατηγορίες για υποβοήθηση της απαγορευμένης οργάνωσης, της Ένωσης Κοινοτήτων του Κουρδιστάν.)

 

ΔΕΝ ΞΑΝΑΕΠΙΑΣΑ ΤΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΜΟΥ,του Ozan Kılınç, αρχισυντάκτη στην Azadiya Welat

 

Φθάνοντας στο Ντιγιαρμπακίρ σε νεαρή ηλικία, άρχισα να διανέμω εφημερίδες. Εκείνα τα χρόνια, οι δημοσιογράφοι γίνονταν θύματα δολοφονιών από αγνώστους, όμως εγώ δεν το γνώριζα. Τα ξημερώματα, έχοντας τελειώσει τη διανομή των εφημερίδων, κατευθυνόμουν για το σχολείο, κρατώντας την τσάντα μου.

Όταν πήγα στο γυμνάσιο, άρχισα να επισκέπτομαι το Πολιτιστικό και Καλλιτεχνικό Κέντρο Güneş (GKM) και να διαβάζω τους τίτλους των εφημερίδων που διένεμα. Τότε ήταν που παρατήρησα ότι ήμουν και εγώ ένας από αυτούς που προσπαθούσαν να διαφωτίσουν τον κόσμο σε περίοδο πολέμου. Τα όσα διάβασα για τους θανάτους των Κούρδων δημοσιογράφων με εντυπωσίασαν τόσο πολύ εκείνο το διάστημα, που άρχισε να γεννιέται μέσα μου η ιδέα να γίνω δημοσιογράφος.

… Στις 22 Ιουλίου του 2010 τέθηκα υπό κράτηση. Τότε ήμουν εκδότης και αρχισυντάκτης της κουρδόφωνης εφημερίδας Azadiya Welat. Όπως όταν ήμουν παιδί, που για μια ακόμα φορά έγινε διάρρηξη στο σπίτι μου. Για μια ακόμα φορά, παρατήρησα τις μπότες και τα όπλα των αξιωματικών της αστυνομίας που είχαν εισβάλει στο σπίτι μου. Μόνο που τώρα δεν έμοιαζαν τόσο μεγάλοι ή τόσο δυνατοί, όπως τότε που ήμουν παιδί.

Μετά την προφυλάκισή μου, με μετέφεραν στο γραφείο του εισαγγελέα. Οι εισαγγελείς με ρώτησαν με ποιον τρόπο λάμβανα τις διαταγές από την (τρομοκρατική) οργάνωση. Τους είπα ότι δεν έλαβα κανένα μήνυμα από καμία οργάνωση. Το μόνο που λάμβανα ήταν ειδήσεις από τα πρακτορεία, τις οποίες και δημοσίευα.

Στην πραγματικότητα, ένιωσα ανακουφισμένος, όταν άκουσα τις κατηγορίες που μου απαγγέλθηκαν με λεπτομέρειες από το δικαστή. Κατάλαβα ότι το έγκλημα μου ήταν η δημοσιογραφία μου. Ο δικαστής με ρώτησε για τις ειδήσεις που δημοσιεύονταν στην εφημερίδα μου. Μου έδειξε αντίγραφα από μεταφρασμένα άρθρα της εφημερίδας μου. Τα άρθρα είχαν μεταφραστεί από δήθεν ειδικούς, που στην πραγματικότητα ήταν οι ίδιοι οι αστυνομικοί.

Τα πραγματικά νέα διέφεραν από τα μεταφρασμένα κείμενα, κάτι που προσπάθησα να το εξηγήσω στο δικαστή. Του είπα ότι λάμβανα τα ρεπορτάζ από τα πρακτορεία ειδήσεων στα οποία ήμουν εγγεγραμμένος και ότι τα μεταφρασμένα κείμενα ήταν μεροληπτικά και δεν είχαν μεταφραστεί σωστά. Πολύ πριν ο συνήγορος τελειώσει την υπεράσπιση μου, ο δικαστής έδωσε εντολή να με συλλάβουν.

Ζήτησα να υπερασπιστώ τον εαυτό μου ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων του Ντιγιαρμπακίρ στα Κουρδικά που είναι η μητρική μου γλώσσα, όμως κάτι τέτοιο δεν έγινε δεκτό. Όχι ότι θα άλλαζε τίποτα. Το όλο σκηνικό έμοιαζε με θεατρική παράσταση. Οι ειδήσεις που συγκεντρώναμε από τα πρακτορεία και στη συνέχεια δημοσιεύαμε, μεταφράστηκαν λάθος από τα Κουρδικά στα Τουρκικά από τους αστυνομικούς. Οι μεταφράσεις ήταν εντελώς λαθεμένες και μεροληπτικές. Το επονομαζόμενο δικαστήριο δεν τήρησε το γράμμα του νόμου. Οι εισαγγελείς και οι δικαστές έπαιξαν καλά τους ρόλους τους.

Η κριτική του Τύπου αναγκάστηκε να βυθιστεί στη σιωπή. Η κατάσταση στη χώρα μας δεν αποτελεί ένα όμορφο θέαμα και οι δημοσιογράφοι πρέπει να είναι οι αγγελιοφόροι της αλήθειας. Εάν ήμουν έξω τώρα, θα άρπαζα την κάμερά μου και θα έκανα ρεπορτάζ για να εκθέσω αυτή τη σκανδαλώδη εντολή.

(Αρχικά δημοσιεύτηκε στις 13 Ιανουαρίου του 2012. Ο Kılınç κατηγορήθηκε για τη διάδοση προπαγάνδας για το απαγορευμένο Κουρδικό Εργατικό Κόμμα.)

 

«ΕΙΜΑΣΤΕ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΙ ΚΑΙ ΔΕΝ ΘΑ ΠΑΡΑΠΟΝΕΘΟΥΜΕ ΣΕ ΑΥΤΕΣ ΤΙΣ ΑΚΡΟΑΣΕΙΣ. ΘΑ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΙΘΟΥΣΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΣΕ ΑΙΘΟΥΣΑ ΣΥΝΤΑΞΗΣ»,  Soner Yalçın, Odatv εκδότης του Odatv

 ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΤΕ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΣΕ ΑΙΘΟΥΣΑ ΣΥΝΤΑΞΗΣ, του Soner Yalçın, εκδότη του Odatv

 

Θα προτιμούσα να έγραφα χρησιμοποιώντας έναν υπολογιστή ή μια γραφομηχανή, αλλά δεν επιτρέπονται στη φυλακή. Θα σας έστελνα την κατάθεση που υπέβαλα στην αρχική ακροαματική διαδικασία, αν μου το επέτρεπαν.

Γεννήθηκα το 1966 και το 1987 ασχολήθηκα επαγγελματικά με τη δημοσιογραφία. Εργάστηκα για το περιοδικό 2000”e Doğru, τις εφημερίδες Aydınlık, Siyah Beyaz, το Show TV και το Star TV. Είμαι ο εκδότης του Odatv και πατέρας ενός 11χρονου αγοριού. Τέθηκα υπό κράτηση στις 14 Φεβρουαρίου του 2011 στις φυλακές του Σιλιβρί (Silivri Prison No. 1.)

Θα προστατέψω τις ιδέες μου, το έργο μου, τον επαγγελματισμό και την ανθρωπιά μου πάση θυσία, παρά την καταστροφή που επικρατεί. Παρά τις δυσφημιστικές εκστρατείες, τις απειλές, τις παραβιάσεις της ιδιωτικής ζωής που λαμβάνουν χώρα στο βάρβαρο αυτό περιβάλλον, τυφλωμένο από το μίσος. Η πραγματική αιχμαλωσία είναι η πραγματική πρόκληση. Η σωματική αιχμαλωσία είναι προσωρινή.

Είμαι δημοσιογράφος εδώ και 25 χρόνια. Έχω κάνει ρεπορτάζ για χιλιάδες ιστορίες ειδήσεων. Έχω γράψει 11 βιβλία και έχω γυρίσει αρκετά ντοκιμαντέρ. Τα αποδεικτικά στοιχεία εναντίον μου συνίστανται στις ανταποκρίσεις επικαιρότητας από το Odatv και άλλα μέσα ενημέρωσης. Οι συνεντεύξεις και οι επαφές που είχαμε με το τηλεφωνικό κέντρο της αίθουσας σύνταξης για κάποιο λόγο θεωρούνται ποινικά αποδεικτικά στοιχεία.

Δικάζεται η ελευθερία του Τύπου. Είμαστε δημοσιογράφοι και δεν θα παραπονεθούμε σε αυτές τις ακροάσεις. Θα πορευτούμε με θάρρος σε αυτό το σκοτεινό σύστημα. Αυτό πρέπει να κάνουν οι δημοσιογράφοι. Θα μεταμορφώσουμε την αίθουσα του δικαστηρίου σε αίθουσα σύνταξης. ■

(Αρχικά δημοσιεύτηκε στις 18 Ιανουαρίου του 2012. Οι αρχές κατηγόρησαν τον Yalçın μεταξύ άλλων για συμμετοχή στην αντικυβερνητική συνωμοσία Ergenekon, για υποκίνηση μίσους και για αποκάλυψη κρατικών μυστικών. Η υπόθεσή του εκκρεμούσε στα μέσα του 2012.)

 

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΓΡΑΠΤΟΥ ΛΟΓΟΥ, του Barış Açıkel, αρχισυντάκτη της İşçi Köylü

 

Έκανα τα πρώτα μου βήματα στο χώρο της δημοσιογραφίας, όταν ξεκίνησα να επισκέπτομαι τα μαγαζάκια στο Τσορούμ, όπου μπορούσες πάντα να βρεις τοπικές εφημερίδες. Οι καθημερινές εφημερίδες ξεγλιστρούσαν μέσα από τα παραθυρόφυλλα του τοπικού χαλκουργείου που δούλευα κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών μου διακοπών. Όντας ο μόνος μαθητευόμενος στο μαγαζί, σφουγγάριζα τα πατώματα και έφτιαχνα τσάι. Με την άκρη του ματιού μου συνήθιζα να διαβάζω τις εφημερίδες.

Πάντα κουβαλούσα βιβλία (του Aziz Nesin, του Yaşar Kemal, του Halikarnas Balıkçısı) στις τσέπες του μπουφάν μου για να τα διαβάζω, όπου ήταν δυνατόν. Ο πατέρας μου, που με μύησε στη χαρούμενη συνήθεια του διαβάσματος και ο μεγαλύτερος αδερφός μου διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην επιλογή της καριέρας μου. Πώς γίνεται κάποιος να μην γίνει δημοσιογράφος, όταν έχει έρθει τόσο κοντά με τις φράσεις και τις λέξεις;

Εξέτισα την ποινή μου στην Καντίρα, διαβάζοντας, ερευνώντας, κάνοντας περπάτημα και άσκηση. Δεν έχασα ποτέ την ελπίδα μου. Έμαθα πως να εκτίω την ποινή μου από τους ειδικούς που το έκαναν πριν από εμένα, από τον Ahmet Arif και τον Rıfat Ilgaz.

Οι γονείς μου δεν με εγκατέλειψαν ποτέ. Στάθηκαν στο πλευρό μου από την αρχή της φυλάκισης μου. Δεν ξέρω πως θα μπορέσω να ανταποδώσω τη στήριξή τους. Τα χρήματα δεν μπορούν να ξεπληρώσουν τις φορές που οι γονείς μου έρχονταν στην πύλη της φυλακής για να μου φέρουν πουλόβερ και παντελόνια.

Ήμουν τόσο χαρούμενος όταν λάμβανα τα θερμά, υποστηρικτικά καρτ ποστάλ από συναδέλφους, όπως ο πρόεδρος της Ένωσης Τούρκων Δημοσιογράφων, Ercan İpekçi, και από τους Δημοσιογράφους Χωρίς Σύνορα, Ece Temelkuran και Musa Ağacık. Μου έδιναν δύναμη και ελπίδα οι διαμαρτυρίες των συναδέλφων μου στις απογευματινές ειδήσεις και στις σελίδες των εφημερίδων, που φώναζαν: «Πρέπει να απελευθερωθούν οι φυλακισμένοι δημοσιογράφοι». Ξέρω ότι η ελευθερία και η δημοκρατία δεν μπορούν να υπάρχουν χωρίς θυσίες.

(Αρχικά δημοσιεύτηκε στις 10 Ιανουαρίου του 2012. Ο Açıkel αφέθηκε ελεύθερος αμέσως αφού έγραψε αυτή τη διαμαρτυρία. Παρέμεινε στη φυλακή για επτά χρόνια και εννιά μήνες μετά από διάφορες κατηγορίες για αντικυβερνητική δραστηριότητα συνδεδεμένη με το έργο του.)

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

ΔΟΚΙΜΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΒΟΥΛΗΣΗΣ

Στις 25 Μαρτίου του 2012, μια μέρα πριν ξεκινήσει η Σύνοδος Κορυφής για την Πυρηνική Ασφάλεια στη Σεούλ της Νότιας Κορέας, ο πρωθυπουργός των ΗΠΑ, Barack Obama, συνάντησε τον Τούρκο πρωθυπουργό Recep Tayyip Erdoğan προκειμένου να συζητήσουν για τα παγκόσμια προβλήματα. Στην ημερήσια διάταξη περιλαμβάνονταν θέματα, όπως ο εξαναγκασμός του Σύριου προέδρου Bashar al-Assad να υποβάλει παραίτηση και ο περιορισμός του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν. Αμέσως μετά τη σύνοδο στη Σεούλ, ο Erdoğan ταξίδεψε στην Τεχεράνη για να συναντηθεί με την Ιρανική ηγεσία. Την επόμενη κιόλας εβδομάδα, διοργανώθηκε στην Κωνσταντινούπολη η συνάντηση των «Φίλων της Συρίας», την οποία παρακολούθησαν η υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Hillary Rodham Clinton αλλά και διπλωμάτες από 70 χώρες.

Στη συνάντηση στη Σεούλ τονίστηκε η τεράστια στρατηγική σημασία της Τουρκίας όχι μόνο για τις ΗΠΑ αλλά και για το σύνολο της διεθνούς κοινότητας. Εκτός από το ρόλο που διαδραμάτισε στα θέματα της Συρίας και του Ιράν, η Τουρκία αποτελεί έναν παράγοντα αποφασιστικής σημασίας σε ζητήματα, όπως η ενεργειακή πολιτική στην Ανατολική Μεσόγειο και η αντιπυραυλική προστασία στην Ευρώπη. Με την ακμάζουσα οικονομία της και την αναπτυσσόμενη περιφερειακή επιρροή της, η Τουρκία έχει επίσης χαρακτηριστεί από τον Obama ως πρότυπο για τις χώρες της Μέσης Ανατολής που επιδιώκουν να συνδυάσουν την Ισλαμική προσέγγιση με τις δημοκρατικές αξίες. Πράγματι, μέχρι τον Ιούνιο του 2012, ο Obama είχε συναντήσει τον Erdoğan επτά φορές ενώ είχε επικοινωνήσει μαζί του τηλεφωνικώς άλλες 15 φορές. Στο πλαίσιο αυτών των συναντήσεων, ο Obama και ο Erdoğan ανέπτυξαν μια προσωπική σχέση, την οποία πρόβαλαν στις δημόσιες εμφανίσεις τους. Στις παρατηρήσεις που υπεβλήθησαν μετά τη συνάντηση στη Σεούλ, ο Obama είπε ότι με τον Erdoğan πέρασαν την ώρα τους συζητώντας για τις κόρες τους. «Πάντα με ενδιέφερε η προοπτική του στο θέμα ανατροφής των κοριτσιών», σημείωσε. Ωστόσο, παρά τη στενή τους σχέση, δεν υπάρχουν στοιχεία σύμφωνα με τα οποία ο Obama να έχει θίξει τα ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή να έχει εκφράσει τις ανησυχίες του στις συναντήσεις τους.

Η σχέση του Obama είναι ένα παράδειγμα του τρόπου με τον οποίον ο Erdoğan έχει καταφέρει να αξιοποιήσει τη στρατηγική σημασία της Τουρκίας προκειμένου να αμβλύνει τη διεθνή κριτική πάνω σε θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθερίας του Τύπου της χώρας του. Ο Erdoğan, εύθικτος και ισχυρογνώμων, τείνει να εκλαμβάνει την οποιαδήποτε κριτική του ασκείται σαν προσωπική επίθεση. Έχει εξαπολύσει επιθέσεις εναντίον των επικριτών του στα μέσα ενημέρωσης, τροφοδοτώντας ατμόσφαιρα φόβου και αυτολογοκρισίας. Πιο ανησυχητική όμως είναι η εμφανής άποψή του ότι η οποιαδήποτε δημόσια έκφραση στήριξης πολιτικών στόχων που ταυτίζεται με τις παράνομες ένοπλες ομάδες είναι prima facie απόδειξη συμμετοχής σε εγκληματική συνωμοσία. Σε πολλές περιπτώσεις, η CPJ διαπίστωσε ότι τα αποδεικτικά στοιχεία εναντίον των κατηγορούμενων δημοσιογράφων επικεντρώθηκαν στα δημοσιευμένα ρεπορτάζ τους καθώς και στις δραστηριότητες συλλογής ειδήσεων. «Τα αρχεία του περιοδικού μας, τα βιβλία στη βιβλιοθήκη μας, οι φωτογραφίες ειδήσεων και τα βίντεο ήταν τα ισχυρότερα στοιχεία εναντίον μας», έγραψε ο Kaan Ünsa, ανταποκριτής για το εβδομαδιαίο αριστερό περιοδικό Yürüyüş, σε επιστολή του που δημοσιεύθηκε σε διάφορες εφημερίδες τον Ιανουάριο του 2012. Ο Ünsal τιμωρήθηκε με 18 μήνες φυλάκιση με κατηγορίες για υποβοήθηση του επικηρυγμένου Επαναστατικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Κόμματος-Μετώπου. Σύμφωνα με τις αρχές συνδύασε τη δημοσιογραφία που υποστήριζε έναν πολιτικό σκοπό με την απόλυτη τρομοκρατία.

Ενώ Τούρκοι αξιωματούχοι έχουν ασχοληθεί κατά καιρούς με τα στοιχεία βάσει των οποίων ασκείται κριτική για την ελευθερίας του Τύπου και ανθρωπίνων δικαιωμάτων της χώρας του, ο Erdoğan δημιούργησε ένα αρνητικό κλίμα το Φεβρουάριο του 2011, αποκαλώντας «ψαράκι» τον πρέσβη των ΗΠΑ, Ricciardone, όταν ο βετεράνος διπλωμάτης επιχείρησε να θίξει το θέμα των φυλακισμένων δημοσιογράφων. Εξαιτίας της αποδιοργανωμένης πολιτικής αντιπαράθεσης, της αποδυνάμωσης των τουρκικών θεσμών και την άμβλυνση των διεθνών πιέσεων, δεν υπάρχουν ιδιαίτεροι έλεγχοι στην εξουσία του Erdoğan. Έτσι, η προσωπική αδιάλλακτη στάση του απέναντι στην κριτική καθώς και η βαθιά δυσπιστία του για τα μέσα ενημέρωσης έχουν διαμορφώσει την κρατική πολιτική.

«ΤΟ ΚΟΜΜΑ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ (ΑΚP) ΞΕΚΙΝΗΣΕ ΩΣ ΜΙΑ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΗ ΑΝΤΙΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗ ΛΥΣΗ. ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΣΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ ΥΙΟΘΕΤΗΣΕ ΤΗΝ ΟΠΤΙΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΥ ΤΟΥΡΚΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ», Yigal Schleifer, πολιτικός αναλυτής

 

Ο Erdoğan ανέλαβε την εξουσία το 2003 με δύο βασικούς στόχους: να σπάσει τον ασφυκτικό κλοιό του πολιτικού κατεστημένου στην Τουρκία και να προωθήσει την ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Σε κάποιο βαθμό, έχει πετύχει το πρώτο εις βάρος του δεύτερου.

 

«Η ΤΟΥΡΚΙΑ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙ ΝΑ ΒΡΕΙ ΤΗ ΣΩΣΤΗ ΙΣΟΡΡΟΠΙΑ ΜΕΤΑΞΥ ΤΗΣ ΠΡΟΛΗΨΗΣ ΤΗΣ ΒΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΚΗΣ ΠΡΟΠΑΓΑΝΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ ΓΙΑ ΕΠΕΚΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ», Sadullah Ergin, υπουργός Δικαιοσύνης

 

Τα παραδοσιακά κέντρα εξουσίας στο κοσμικό, εθνικιστικό κράτος που ίδρυσε ο Mustafa Kemal Atatürk υπήρξαν η στρατιωτική και βιομηχανική ελίτ και οι όμιλοι επιχειρήσεων στον τομέα των μέσων ενημέρωσης, που υπερασπίστηκαν πιστά την κεμαλική τάξη και πολλές φορές συνωμότησαν για να τη διατηρήσουν. Ο Erdoğan και το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) έχουν αμφισβητήσει αυτή τη δομή, αναπτύσσοντας δεσμούς με μια νέα πιο πρωτοπόρα επιχειρηματική ελίτ και ανοίγοντας το δρόμο στην ελευθερία των θρησκευτικών πεποιθήσεων στη δημόσια ζωή. Ο Erdoğan χρησιμοποίησε την προοπτική της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης για να ασκήσει πίεση μέσα από μεταρρυθμίσεις προς όφελος του πολιτικού του σχεδίου. Οι μεταρρυθμίσεις που επέβαλε ήταν μεταξύ άλλων υπέρ της προστασίας της θρησκευτικής έκφρασης και της απελευθέρωσης της οικονομίας. Όμως η απάντησή του στις ευρωπαϊκές εκκλήσεις για πολιτικές και δικαστικές μεταρρυθμίσεις υπήρξε ανισομερής. Μετά από μια περίοδο αρχικών μεταρρυθμίσεων, ο Erdoğan διατήρησε τις δομές του αυταρχικού κράτους που είχε κληρονομήσει και τις χρησιμοποίησε εναντίον των πολιτικών αντιπάλων του, τόσο όσων πραγματικά ήταν αντίθετοι με εκείνον όσο και όσων θεωρούσε ενάντιους.

Η επίθεση του Erdoğan στα μέσα ενημέρωσης καθοδηγείται από δύο ευδιάκριτα αλλά αλληλένδετα σημεία. Το πρώτο σημείο έγκειται στην αντίληψή του ότι η ελίτ των μέσων ενημέρωσης είναι βαθιά ριζωμένη στις παραδοσιακές δομές εξουσίας που έρχονταν σε αντίθεση με το μεταρρυθμιστικό του σχέδιο. Το δεύτερο είναι η πεποίθησή του ότι στελέχη των μέσων ενημέρωσης έχουν συνωμοτήσει εναντίον της κυβέρνησης. Αυτές οι φερόμενες συνωμοσίες των μέσων ενημέρωσης καλύπτουν το πολιτικό φάσμα, από υπερεθνικιστές μέχρι Κούρδους αυτονομιστές.

Αυτή η συνεχιζόμενη καταστολή στην ελευθερία της έκφρασης και ο αργός ρυθμός μεταρρυθμίσεων του δικαστικού συστήματος είναι οι βασικές ανησυχίες των ευρωπαϊκών φορέων χάραξης πολιτικής και αποτελούν σημαντικά εμπόδια στην προσπάθεια ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει επανειλημμένα εκδώσει ψηφίσματα, εκφράζοντας τη λύπη του απέναντι στον αργό ρυθμό μεταρρύθμισης των μέσων ενημέρωσης αλλά και την κριτική του για τις συλλήψεις μεμονωμένων δημοσιογράφων. Τον Ιούλιο του 2011, ο Thomas Hammarberg, ο τότε επίτροπος του Συμβουλίου της Ευρώπης για τα ανθρώπινα δικαιώματα, εξέδωσε μια λεπτομερή αναφορά σχετικά με την ελευθερία της έκφρασης στην Τουρκία. Στην αναφορά του, ο επίτροπος εξέφρασε την έντονη ανησυχία του για τα θέματα, όπως η δυσλειτουργία του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης και η έλλειψη συνταγματικών εγγυήσεων. (Το Σύνταγμα της Τουρκίας, που αναθεωρήθηκε την επαύριον του στρατιωτικού πραξικοπήματος του 1980, προστατεύει την ακεραιότητα του κράτους και όχι τα ατομικά δικαιώματα.)

Αν και σημειώθηκαν ορισμένες θετικές νομοθετικές και συνταγματικές μεταρρυθμίσεις, ο Hammarberg ανέφερε μια σειρά ανησυχητικών καταστατικών που χρησιμοποιήθηκαν για τη δίωξη των δημοσιογράφων. Για παράδειγμα, θεωρείται παράνομη η επιδοκιμασία αυτού που έχει οριστεί για πολιτικούς λόγους από το τουρκικό κράτος ως έγκλημα ή εγκληματίας, η υποκίνηση εχθρότητας ή μίσους, η προσβολή του τουρκικού έθνους ή κράτους ή η αποθάρρυνση της υπηρέτησης της στρατιωτικής θητείας. Η διάδοση προπαγάνδας για τους σκοπούς μιας εγκληματικής οργάνωσης μπορεί να οδηγήσει στη φυλάκιση. Αυτές οι διατάξεις είναι ιδιαίτερα επαχθείς, δεδομένου του πολιτικοποιημένου και αδιαφανούς συστήματος ποινικής δικαιοσύνης της Τουρκίας και της πληθώρας των δικαιοδοσιών που έχουν δοθεί σε εισαγγελείς και δικαστές των ειδικών δικαστηρίων. Σε πολλές περιπτώσεις, όπως τεκμηρίωσε η CPJ, οι δημοσιογράφοι έχουν τεθεί υπό κράτηση για μήνες ή χρόνια εν αναμονή της δίκης τους ή της δικαστικής τους ετυμηγορίας. Τα ζητήματα αυτά ήταν τόσο σοβαρά που ο Hammarberg αποφάσισε να δώσει συνέχεια και με μια δεύτερη εξαιρετικά κρίσιμη έκθεση πάνω στην απονομή δικαιοσύνης στην Τουρκία. Η έκθεση, που εκδόθηκε τον Ιανουάριο του 2012, μεταξύ άλλων θεμάτων τόνιζε την υπερβολική διάρκεια των ποινικών διαδικασιών και το γενικευμένο ορισμό των τρομοκρατικών αδικημάτων.

Η απάντηση του Erdoğan απέναντι στις Ευρωπαϊκές πιέσεις για μεταρρυθμίσεις υπήρξε ιδιαίτερα στρατηγική: Παραχώρησε έντυπες άδειες, διατηρώντας παράλληλα μια σειρά νομικών μέσων καταστολής των επικριτικών ομιλιών. Για παράδειγμα το 2008, η Τουρκία δέχτηκε την τροποποίηση του άρθρου 301 του τουρκικού ποινικού κώδικα, κατά το οποίο «η προσβολή του τουρκικού αισθήματος» συνιστά ποινικό αδίκημα. Εκατοντάδες άνθρωποι εκδιώχθηκαν βάσει της περιβόητης διάταξης, συχνά από εθνικιστές εισαγγελείς οι οποίοι λειτουργούσαν με ευρεία διακριτική ευχέρεια. Η προϋπόθεση του 2008 ότι κάθε δίωξη βάσει του άρθρου 301 πρέπει να λαμβάνει την έγκριση του υπουργού δικαιοσύνης έχει μειώσει αλλά δεν έχει εξαλείψει το ποσοστό των καταχρήσεων.

Τον Ιούλιο του 2012, το κοινοβούλιο ενέκρινε νομοθεσία βάσει της οποίας μειώνονταν οι κυρώσεις για ορισμένα αδικήματα, όπως η «παραβίαση του απόρρητου μιας έρευνας» και η «προσπάθεια επιρροής επί της δίκαιης δίκης» μέσω των ρεπορτάζ των μέσων ενημέρωσης. Το μέτρο έβαλε επίσης ένα τέλος στη λειτουργία των περιβόητων δικαστηρίων ειδικής δικαιοδοσίας για τις νέες υποθέσεις που ισχυριζόταν ότι σχετίζονταν με σοβαρά αντικυβερνητικά και τρομοκρατικά εγκλήματα. Ωστόσο, η νομοθεσία επέτρεψε στα ειδικά δικαστήρια να συνεχίσουν να χειρίζονται όλες των εκκρεμείς υποθέσεις και για τις νέες υποθέσεις εξουσιοδοτήθηκαν τα περιφερειακά δικαστήρια. Σε επιστολή του προς την CPJ, το πλήρες κείμενο της οποίας δημοσιεύεται στο παράρτημα της παρούσας έκθεσης, ο υπουργός Δικαιοσύνης Sadullah Ergin δήλωσε ότι τα μέτρα θα προωθήσουν «αφενός την αποτελεσματικότητα της δικαστικής λειτουργίας στην Τουρκία και αφετέρου τη δημιουργία ισχυρότερων εγγυήσεων για το σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών».

 

«Η ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ ΤΗΣ ΑΝΟΧΗΣ ΕΙΝΑΙ ΥΠΟΑΝΑΠΤΥΚΤΗ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ. ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΑΠΛΗ ΑΣΚΗΣΗ ΚΡΙΤΙΚΗΣ», Yasemin Çongar, αναπληρώτρια αρχισυντάκτρια στην Taraf

 

Η αλήθεια είναι ότι οι τουρκικές δικαστικές αρχές διαθέτουν ένα τεράστιο οπλοστάσιο νομικών μέσων, όπως τα καταστατικά δυσφήμισης που τιμωρούν την άσκηση κριτικής στον πρόεδρο στη μνήμη του Atatürk, ή σε οποιαδήποτε πρόσωπο ζωντανό ή νεκρό. Αυτές οι τμηματικές μεταρρυθμίσεις, όπως εκείνες που εκδόθηκαν τον Ιούλιο του 2012 προσφέρουν λίγη ανακούφιση στους επικριτικούς δημοσιογράφους. Η συνταγματική τροποποίηση που πρότεινε το AKP τον ίδιο μήνα δεν θα διέγραφε απλώς μία μικρή πρόοδο, αλλά θα εκπροσωπούσε ένα τεράστιο βήμα προς τα πίσω. Το βήμα αυτό δεν ήταν άλλο από τον αυστηρό περιορισμό των ρεπορτάζ πάνω στους ευρύτερους τομείς της δημόσιας ζωής και την καθιέρωση της καταστολής σύμφωνα με τα επίσημα κρατικά έγγραφα. Ωστόσο, δεν έχει σημειωθεί εσωτερικό ενδιαφέρον προκειμένου να προωθηθούν οι πραγματικές μεταρρυθμίσεις. Ο Yigal Schleifer, ανεξάρτητος πολιτικός αναλυτής, blogger και πρώην δημοσιογράφος στην Τουρκία, δήλωσε ότι οι πολίτες δεν φαίνεται να έχουν ιδιαίτερη όρεξη για το θέμα, γιατί θεωρούν την κυβέρνηση σαν αποτελεσματικό διαχειριστή των οικονομικών θεμάτων και αντιλαμβάνονται τα νέα στα μέσα ενημέρωσης, τουλάχιστον στο παρελθόν, σαν «ένα αμβλύ όργανο της κυβερνητικής πολιτικής».

«Πιστεύω ότι υπάρχει μεταρρυθμιστική κόπωση», ισχυρίστηκε ο Schleifer. «Το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης ξεκίνησε ως μια εναλλακτική αντικυβερνητική λύση. Τώρα που είναι στην εξουσία υιοθέτησαν την οπτική του παραδοσιακού Τούρκικου κράτους». Αυτό σημαίνει ότι η ηγεσία αντιστέκεται σθεναρά στους Ευρωπαίους ηγέτες που κάνουν έκκληση για διεύρυνση των πολιτικών ελευθεριών και μείωση της εξουσίας του κεντρικού κράτους, κάτι που αφορά ιδιαίτερα τα μακροχρόνια αιτήματα των Κούρδων αυτονομιστών. Πράγματι, καθώς η προοπτική της ένταξης στην ΕΕ έχει εξασθενίσει εν μέσω της Ευρωπαϊκής χρηματοπιστωτικής κρίσης, ο Erdoğan υιοθέτησε μια μεμονωμένη προσέγγιση. Σε μια συγκέντρωση, όπως διηγείται ο Dexter Filkins στον New Yorker το Μάρτιο, ο Erdoğan ισχυρίστηκε ότι η Ευρώπη «κατέρρεε» με το νόμισμά της να είναι σε σύγχυση, ενώ «η Τουρκία στέκεται καλά στα πόδια της όχι χάρη σε αυτούς, αλλά χάρη στους δικούς της ανθρώπους».

Την αίσθηση ότι οι επικριτές μεγεθύνουν τα ελαττώματα της Τουρκίας βάσει πολιτικών σκοπιμοτήτων έθιξε ο υπουργός Δικαιοσύνης Ergin σε επιστολή του στην CPJ στις 10 Ιουλίου. Ο ίδιος υποστήριξε ότι οι αρχές δεν στέλνουν στη φυλακή δημοσιογράφους επειδή εξέφρασαν τις ιδέες τους αλλά επειδή παρουσίασαν εγκληματική δραστηριότητα. «Η Τουρκία προσπαθεί να βρει τη σωστή ισορροπία μεταξύ της πρόληψης της βίας και της τρομοκρατικής προπαγάνδας και της ανάγκης για επέκταση της ελευθερίας του λόγου», έγραψε ο ίδιος. Ωστόσο, η έρευνα της CPJ διαπίστωσε ότι η επίθεση κατά της ελευθερίας του Τύπου στην Τουρκία ξεπερνά την εξάλειψη της φερόμενης τρομοκρατικής προπαγάνδας.

Ο Erdoğan συχνά εξαπολύει επιθέσεις εναντίον των επικριτών του, επιδιώκει να δυσφημίσει τους δημοσιογράφους που αμφισβητούν την πολιτική του και ασκεί πιέσεις στα μέσα ενημέρωσης που θεωρεί ότι είναι επικριτικά. Η καθημερινή Hürriyet καθώς και άλλα μέσα ενημέρωσης που ανήκουν στον όμιλο Doğan ξεκίνησαν να δημοσιεύουν ιστορίες το 2008 για μια γερμανική έρευνα σχετικά με μια φιλανθρωπική οργάνωση που εικαζόταν ότι διοχέτευε χρήματα σε στελέχη του AKP. Κάτι τέτοιο εξόργισε τον Erdoğan, ο οποίος έλεγε στους υποστηρικτές τους, «Μην αγοράζετε εφημερίδες που λένε ψέματα!» Την επόμενη χρονιά, η κυβέρνηση ερεύνησε μια υπόθεση φοροδιαφυγής και επέβαλε πρόστιμο στην εταιρία ύψους 2.5 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Τα στελέχη του Ομίλου Doğan κατάφεραν να διαπραγματευτούν μια μείωση του προστίμου κατά 600 εκατομμύρια δολάρια, έχοντας αντικαταστήσει το συντάκτη της Hürriyet και πουλήσει διάφορα περιουσιακά στοιχεία του ομίλου συμπεριλαμβανομένης της καθημερινής Milliyet.

«Κανένας δεν μου λέει να μην κριτικάρω την κυβέρνηση. Αυτό υπάρχει στην ατμόσφαιρα», δήλωσε ένας δημοσιογράφος κορυφαίας καθημερινής εφημερίδας, ο οποίος ζήτησε να παραμείνει ανώνυμος από φόβο μήπως χάσει τη δουλειά του. «Ο πρωθυπουργός έχει αναλάβει επικριτικό ρόλο απέναντι στον τουρκικό Τύπο».

Η Yasemin Çongar, αναπληρώτρια αρχισυντάκτρια της καθημερινής Taraf, δέχεται επισκέπτες σε ένα στρυμωγμένο γραφείο με αταίριαστες καρέκλες και ένα φθαρμένο καναπέ. Η διακόσμηση ενισχύει την ετερόκλητη και τυχάρπαστη εικόνα της Taraf, εικόνα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με εκείνη των συμβιβασμένων θεσμικών μέσων ενημέρωσης της Τουρκίας. Η εφημερίδα ξεκίνησε το 2007 από τον Başar Arslan, στην οικογένεια του οποίου ανήκει το πολυσύχναστο βιβλιοπωλείο πάνω από το οποίο στεγάζεται η Taraf. Η εφημερίδα έγινε γνωστή, όταν αποκάλυψε την ιστορία της λεγόμενης επιχείρησης «Βαριοπούλα», μιας υποτιθέμενης στρατιωτικής συνωμοσίας για την ανατροπή του Erdoğan το 2003. Η ιστορία εγκωμιάστηκε από πολλούς, όμως θεωρήθηκε αμφιλεγόμενη. Ορισμένοι επικριτές επεσήμαναν αντιφάσεις στα αποδεικτικά στοιχεία εναντίον των συνωμοτών, υπαινισσόμενοι κάποιο είδος περίπλοκης κυβερνητικής πλεκτάνης με σκοπό την εξουδετέρωση του στρατού. Η Çongar δεν στάθηκε στις κριτικές.

«Η τούρκικη δημοσιογραφία έχει πολλά χρήματα», είπε η Çongar, υποστηρίζοντας ότι τα χρήματα έχουν ενισχύσει το αίσθημα εφησυχασμού μεταξύ της ελίτ των δημοσιογράφων, που έχουν «σοφέρ και προσωπικούς βοηθούς», όμως δεν έχουν ένα γερό στομάχι για να παλέψουν. Η Çongar, η οποία αντιμετωπίζει δεκάδες νομικές καταγγελίες εξαιτίας των επικριτικών ρεπορτάζ της, είπε: «Δεν συμφωνώ με τους συναδέλφους μου που λένε ότι τα πράγματα ποτέ δεν ήταν χειρότερα. Χωρίς όμως να σημαίνει ότι το πρόβλημα δεν είναι σοβαρό. Αλλά ένας δημοσιογράφος στην Τουρκία πρέπει να είναι γενναίος».

«Η ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗ ΤΩΝ ΘΕΜΕΛΙΩΔΩΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΩΝ ΕΙΝΑΙ ΖΩΤΙΚΗΣ ΣΗΜΑΣΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΑΣ. ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΑΚΟΜΗ ΠΙΟ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ ΤΩΡΑ ΠΟΥ Η ΤΟΥΡΚΙΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΕΝΑ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΓΙΑ ΠΟΛΛΕΣ ΑΛΛΕΣ ΧΩΡΕΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ», Namık Tan, πρέσβης στις ΗΠΑ

Η Çongar ισχυρίζεται ότι ορισμένοι δημοσιογράφοι που έχουν διαμαρτυρηθεί για τις κυβερνητικές πιέσεις και την αυτολογοκρισία ξεγέλασαν τους εαυτούς τους με τη σκέψη ότι η Τουρκία έχει περάσει το κατώφλι της δημοκρατίας και έχει γίνει μια χώρα στην οποία το δικαίωμα στη διαφωνία είναι σεβαστό βάσει νόμου. Τα σημεία που εστιάζει η Çongar: Η Τουρκία είναι ένα αυταρχικό κράτος που έχει ξεκινήσει να αμβλύνει τις γωνίες της. Για την Çongar, το υποβόσκον μήνυμα είναι ότι «η κουλτούρα της ανοχής είναι υποανάπτυκτη στην Τουρκία. Υπάρχουν νομικές υποθέσεις και για απλή άσκηση κριτικής».

Η πολιτική πίεση και οι ποινικές διώξεις εξυπηρετούν μία ευρύτερη στρατηγική των μέσων ενημέρωσης για τον Erdoğan. Έτσι, κορυφαίοι δημοσιογράφοι και μέσα ενημέρωσης τον βοηθούν να επιτύχει τους πολιτικούς στόχους τους, ιδιαίτερα στον τομέα της εθνικής ασφάλειας. Η στάση του πρωθυπουργού αποτυπώθηκε σε μια πρόσφατη συνάντηση που διοργάνωσε με κορυφαίους συντάκτες της Τουρκίας. Σύμφωνα με δημοσιογραφικά σχόλια που επιβεβαίωσε ένας συμμετέχοντας στη συνάντηση, ο Erdoğan ζήτησε από τους συντάκτες να μην παίρνουν συνεντεύξεις ούτε να αναφέρονται στους «τρομοκράτες του PKK» στις δημοσιεύσεις και τα προγράμματά τους. Πολλοί συντάκτες συμφώνησαν άμεσα, ενώ ένας ζήτησε από τον πρωθυπουργό συμβουλές για το πως θα εφαρμόσουν αυτή την πολιτική.

Οι συστηματικές προσπάθειες να υπονομευθεί η ιδιότητα επαγρύπνησης των μέσων ενημέρωσης και να εμποδίσουν την έκφραση πολιτικών απόψεων των αντιφρονούντων ομάδων μπορεί να έχουν βραχυπρόθεσμα πολιτικά οφέλη για τον Erdoğan και το AKP. Αυτές όμως οι προσπάθειες μπορεί να δυσκολέψουν την Τουρκία στην επίτευξη των μακροπρόθεσμων στρατηγικών τη στόχων. Όπως παραδέχτηκε ο Erdoğan, το οικονομικό μέλλον της Τουρκίας είναι συνδεδεμένο με την ευρωπαϊκή ένταξη. Μολονότι για πολλούς λόγους η διαδικασία ένταξης έχει παγώσει —από τη βαθιά οικονομική κρίση στην Ευρώπη μέχρι τα θέματα της διχοτομημένης νήσου της Κύπρου—τα στοιχεία περί ελευθερίας του Τύπου στην Τουρκία ανησυχούν ιδιαίτερα τους ευρωπαϊκούς φορείς χάραξης πολιτικής. Η ένταξη στην ΕΕ είναι απίθανο να προχωρήσει, εάν δεν αντιμετωπιστεί το ζήτημα.

Και ενώ οι πολιτικές καταστολής της Τουρκίας μπορεί να έχουν αμυδρή επιρροή σε συγκεκριμένες πλευρές της στρατηγικής σχέσης της με τις ΗΠΑ, κυρίως με το ρόλο της Τουρκίας ως συνομιλητής με το Ιράν, η συνεργασία τους είναι επίσης βασισμένη στην εικόνα της Άγκυρας ως περιφερειακό μοντέλο δημοκρατίας και ελευθερίας. Πρόκειται για ένα ρόλο που έχει ασπαστεί η Τουρκία. Όπως έγραψε ο Namık Tan, Τούρκος πρέσβης στις ΗΠΑ, σε μια επιστολή του προς την CPJ τον Ιούνιο του 2012: «Πιστεύουμε σθεναρά ότι η διασφάλιση των θεμελιωδών ελευθεριών είναι ζωτικής σημασίας για τη δημοκρατία μας. Αυτό είναι ακόμη πιο σημαντικό τώρα που η Τουρκία γίνεται ένα σημαντικό παράδειγμα για πολλές άλλες χώρες της περιοχής μας, κυρίως για όσες υφίστανται μεγάλες πολιτικές αναταραχές και αλλαγές».

Αυτός ο στόχος διακυβεύεται σοβαρά από τις μαζικές φυλακίσεις Τούρκων δημοσιογράφων, αγγίζοντας ακραία ποσοστά σε παγκόσμιο επίπεδο. Η Τουρκία τοποθετείται ανάμεσα σε χώρες όπως το Ιράν, η Ερυθραία και η Βιρμανία, όπου ένας μεγάλος αριθμός δημοσιογράφων έχει τεθεί υπό κράτηση με αόριστες κατηγορίες χωρίς να τηρούνται οι νόμιμες διαδικασίες. Ανάμεσα στις χώρες της Μέσης Ανατολής, η Τουρκία κατατάσσεται στις τελευταίες θέσεις του δείκτη ελευθερίας του Τύπου, με κριτήρια όπως οι φυλακίσεις, οι ποινικές διώξεις καθώς και άλλες μορφές δικαστικής παρενόχλησης.

Οι ευρύτερες στρατηγικές φιλοδοξίες της Τουρκίας, συμπεριλαμβανομένης της άσκησης ήπιας ισχύος, είναι άμεσα συνδεδεμένες με την ικανότητα της χώρας να καθιερώνει δημοκρατικούς θεσμούς και να οικοδομεί μια πιο πολιτικά ανεκτή κουλτούρα. Ενώ οι εθνικές απειλές για την ασφάλεια της Τουρκίας είναι πραγματικές, δεν δικαιολογούν την ύπαρξη ενός περιβάλλοντος όπου η διαφωνία εξισώνεται με την τρομοκρατία και ποινικοποιείται. Η Τουρκία δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τη βαθιά κρίση της ελευθερίας του Τύπου με την τροποποίηση επιμέρους νόμων και τη δημιουργία σταδιακών μεταρρυθμίσεων. Απαιτείται σημαντική πολιτική βούληση προκειμένου να διαλυθεί συστηματικά το πολύπλοκο σύστημα καταστολής των μέσων ενημέρωσης.

Η ηγεσίας της Τουρκίας, σε συνεργασία με τα μέλη της κοινωνίας, πρέπει να αντιμετωπίσουν την κρίση. Πρώτο και καθοριστικό βήμα είναι η απελευθέρωση δεκάδων δημοσιογράφων που φυλακίστηκαν για τη δουλειά τους, μια κατάσταση που έδωσε το επαίσχυντο προβάδισμα στην Τουρκία ανάμεσα στους χειρότερους δεσμοφύλακες του Τύπου σε παγκόσμιο επίπεδο. Οι διεθνείς εταίροι της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στις ΗΠΑ μπορούν να βοηθήσουν με το να διατηρήσουν μια ηθική, σταθερή θέση και με το να διευκρινίσουν ότι η μακροπρόθεσμη αξία της Τουρκίας ως στρατηγικός εταίρος εξαρτάται από την ικανότητα της να συμβαδίζει με τα παγκόσμια πρότυπα ελευθερίας της έκφρασης.

Μετά από 10 χρόνια στην εξουσία, το AKP έχει επιτύχει πολλές αλλαγές ουσιαστικής σημασίας στο πολιτικό του πρόγραμμα, όπως ο περιορισμός του στρατού, το άνοιγμα της οικονομίας και η αμφισβήτηση της κοσμικής ορθοδοξίας της Τουρκίας. Στην παρούσα φάση, απομονωμένοι από τις διεθνείς πιέσεις και απολαμβάνοντας την εγχώρια στήριξη, οι ηγέτες του κόμματος φαίνεται να έχουν χάσει την όρεξή τους για δημοκρατική μεταρρύθμιση. «Εκείνοι είναι το κράτος. Εκείνοι είναι η γραφειοκρατία», δήλωσε ο αναλυτής Schleifer. «Έγιναν αυτό που πολεμούσαν οι ίδιοι».

 

 «ΕΞΗΝΤΑ ΠΕΝΤΕ ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ ΤΟΥΡΚΟΙ ΕΧΟΥΝ ΚΙΝΗΤΑ, ΕΝΩ 35 ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ ΕΙΝΑΙ ΧΡΗΣΤΕΣ ΤΟΥ FACEBOOK. ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ ΝΑ ΚΡΑΤΗΣΕΙΣ ΤΙΠΟΤΑ ΜΥΣΤΙΚΟ»,  Deniz Ergürel, γραμματέας του συλλόγου για τα ΜΜΕ

 

ΟΙ ΛΟΓΟΚΡΙΤΕΣ ΤΟΥ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟΥ ΣΚΛΗΡΑΙΝΟΥΝ ΤΗ ΣΤΑΣΗ ΤΟΥΣ, του Danny O”Brien

Την ώρα που ο Deniz Ergürel και οι συνεργάτες του από την Ένωση για τα ΜΜΕ προετοιμάζονταν να συναντήσουν τον πρόεδρο Abdullah Gül τον Ιούνιο του 2011, έψαχναν να βρουν ένα τρομακτικό παράδειγμα προκειμένου να δείξουν πόσο παράλογες διαστάσεις έχει πάρει η λογοκρισία στο διαδίκτυο στην Τουρκία. Δεν χρειάστηκε να ψάξουν ιδιαίτερα. Προσπαθώντας να ενισχύσουν την απαγόρευση της πρόσβασης στην πλατφόρμα βίντεο της Google YouTube, οι πάροχοι υπηρεσιών διαδικτύου της Τουρκίας εγκατέστησαν φράγματα αποκλεισμού όλων των υπηρεσιών της Google. Μια τέτοια υπηρεσία ήταν και η εφαρμογή χαρτογράφησης που θα μπορούσε να παρέχει πληροφορίες για τη διαδρομή προς την προεδρική κατοικία, Çankaya Köşkü.

Ο Gül, ένας λάτρης του διαδικτύου με 1.8 εκατομμύρια ακολούθους στο Twitter, πήρε το μήνυμα και ο αποκλεισμός στην Google αμέσως άρθηκε. Ωστόσο, το YouTube είχε απαγορευτεί στο σύνολο του στην Τουρκία, εντός και εκτός, από το 2007 εξαιτίας ενός μικρού αριθμού προσβλητικών βίντεο. Τα βίντεο στο YouTube θεωρήθηκαν υποτιμητικά απέναντι στο πρόσωπο του ιδρυτή της Τουρκίας, Mustafa Kemal Atatürk, προκάλεσαν τη λαϊκή αντίδραση και οδήγησαν στη λήψη δικαστικών αποφάσεων αποκλεισμού ολόκληρου του ιστότοπου. Θεσπίστηκε ένας νόμος για το διαδίκτυο εν μέσω της καταστολής κωδικοποιώντας το ad hoc φιλτράρισμα της Τουρκίας και επιτρέποντας σε ολόκληρες ιστοσελίδες να φράσσονται σε επίπεδο παρόχων υπηρεσιών διαδικτύου. Και άλλες διεθνείς ιστοσελίδες, όπως το Metacafe, το Myspace και το Livestream, έχουν επίσης στοχοποιηθεί.

Η διεθνής προσοχή που δόθηκε στη λογοκρισία του διαδικτύου στην Τουρκία προήλθε σε μεγάλο βαθμό από τα ευρύτερα χτυπήματα της κυβέρνησης. Όμως, τα πιο κραυγαλέα παραδείγματα της λογοκρισίας στην Τουρκία έχουν κρύψει ένα αυξανόμενο και καταστροφικό φιλτράρισμα στις εγχώριες πηγές ειδήσεων, συμπεριλαμβανομένων των αντιπολιτευτικών και φιλοκουρδικών μέσων ενημέρωσης. Σύμφωνα με τους τοπικούς εμπειρογνώμονες, αυτό το φιλτράρισμα είναι παράνομο ακόμα και στο πλαίσιο των επεκτατικών κανονισμών της λογοκρισίας στην Τουρκία και αντίκειται στα διεθνή πρότυπα ελευθερίας του Τύπου. Οι περισσότεροι «ιντερνετάκηδες» στην Τουρκία έχουν μάθει πώς να παρακάμπτουν το αδέξιο μπλοκάρισμα των λαϊκών ειδήσεων και των τοποθεσιών κοινωνικής δικτύωσης. Αυτό όμως που δεν ξέρουν είναι ότι δεν μπορούν να έχουν πρόσβαση στην τοπική δημοσιογραφία, καθώς αυτή αφαιρέθηκε αποτελεσματικά.

Το φιλτράρισμα των ιστοσελίδων στην Τουρκία διέπεται από το νόμο 5651, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ το Μάιο του 2007 και καθορίζει τί μπορεί να φιλτραριστεί σε απευθείας σύνδεση. Ένας κατάλογος με οκτώ εγκλήματα καθορίζει τί πρέπει να λογοκριθεί: η παιδική πορνογραφία, η αισχρολογία, η αυτοκτονία, τα τυχερά παιχνίδια, τα ναρκωτικά, η πορνεία, τα επικίνδυνα εμπορεύματα, καθώς και το υλικό που θεωρείται προσβλητικό για το πρόσωπο του Atatürk. Τόσο η Διεύθυνση Τηλεπικοινωνιών, η ρυθμιστική αρχή της κυβέρνησης για το διαδίκτυο αλλά και απλοί πολίτες μπορούν να καταγγείλουν το κλείσιμο ή τον αποκλεισμό ιστοτόπων, στους οποίους μπορεί να υπάρχει η «παραμικρή υποψία» διάπραξης τέτοιων αδικημάτων.

Στη διάρκεια δύο ετών, πάνω από 2.600 ιστότοποι έχουν μπλοκαριστεί από τους παρόχους υπηρεσιών διαδικτύου της Τουρκίας βάσει του νόμου 5651. Τα τελευταία επίσημα δεδομένα παρουσίασαν ότι το 80 τοις εκατό αυτών των περιορισμών έγιναν με άμεση εντολή της Διεύθυνσης Τηλεπικοινωνιών, πράγμα που δείχνει την έλλειψη δημόσιας ή δικαστικής εποπτείας. Η κυβέρνηση αρνήθηκε να δημοσιεύσει νέα στατιστικά στοιχεία από τον Μάιο του 2009, αν και σύμφωνα με τους υπολογισμούς που έκανε η Washington Post, περίπου 8.000 ιστότοποι είχαν μπλοκαριστεί στα τέλη του 2011.

Δεν ακολούθησαν το γράμμα του νόμου όλες οι φραγές. Από τη στιγμή που εισήχθη ο νόμος 5651, οι τοπικές ιστοσελίδες ειδήσεων που κάλυπταν κουρδικά θέματα, όπως η Özgür Gündem και η Keditör, έχουν αποκλειστεί στο εσωτερικό της Τουρκίας. Οι άνθρωποι πίσω από αυτά τα περιοδικά αντιμετωπίζουν ποινικές διώξεις, όπως η «διάδοση προπαγάνδας για παράνομη οργάνωση» και η «υποκίνηση για ένοπλη δράση». Ωστόσο, ο νόμος 5651 της Τουρκίας δεν περιέχει καμία πρόβλεψη διαδικτυακού αποκλεισμού για τα αδικήματα αυτά. Η τουρκική κυβέρνηση μπορεί να χρησιμοποιήσει πολλά μέσα για να περιορίσει το έργο αυτών των οργανώσεων που υποστηρίζουν απαγορευμένα πολιτικά κινήματα, όμως το να απαιτήσει από τους παρόχους υπηρεσιών διαδικτύου να απαγορεύσουν την πρόσβαση στους ιστότοπούς τους δεν είναι ένα από αυτά τα μέσα.

Αυτό όμως δεν εμπόδισε τα δικαστήρια να αποκλείσουν με τέτοια εμμονή τα μέσα ενημέρωσης που πρόβαλαν βίντεο του Atatürk. Τον Οκτώβριο του 2011, το 11ο Ανώτατο Ποινικό Δικαστήριο της Άγκυρας απαγόρευσε την πρόσβαση στην ιστοσελίδα του πρακτορείου ειδήσεων Firat, καθώς η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι συνδέεται με το απαγορευμένο Κουρδικό Εργατικό Κόμμα (PKK). Ακολούθησε στη συνέχεια και επί μήνες κυνηγητό μεταξύ των αρχών και του πρακτορείου Firat, γιατί το τελευταίο άλλαζε επανειλημμένα τη διαδικτυακή του διεύθυνση (από firatnews.com σε firatnews. nu, firatnews.eu, και μετά firatnews.ws) στην προσπάθειά του να αποφύγει τη δικαστική απόφαση περί αποκλεισμού. Η τελευταία εκδοχή απαγορεύτηκε εξαιτίας του «πορνογραφικού περιεχομένου» της, λόγος που μπορεί μεν να εμπίπτει στις απαγορεύσεις του διαδικτυακού νόμου, δεν έχει όμως καμία σχέση με τα ρεπορτάζ ειδήσεων του Firat. Το Firat δεν έδωσε εξηγήσεις για τις άλλες προσπάθειες αποκλεισμού.

 

«ΜΕ ΤΟΝ ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΩΝ ΔΙΕΥΘΥΝΣΕΩΝ, ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΣΑΜΕ ΝΑ ΞΕΡΟΥΜΕ ΟΥΤΕ ΤΟ ΕΙΔΟΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ ΠΟΥ ΛΟΓΟΚΡΙΝΕΙ Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ», Yaman Akdeniz, καθηγητής Νομικής στο Πανεπιστήμιο Μπιλγκί της Κωνσταντινούπολης

 

«Αυτές οι εντολές αποκλεισμού δεν έχουν καμία βάση στο πλαίσιο του νόμου 5651», ισχυρίστηκε ο Yaman Akdeniz, καθηγητής Νομικής στο Πανεπιστήμιο Μπιλγκί της Κωνσταντινούπολης. Συνήθως οι αρχές χρησιμοποιούν αντιτρομοκρατικούς νόμους για να φυλακίζουν και να παρενοχλούν στελέχη φιλοκουρδικών αλλά και άλλων ειδησεογραφικών ιστοτόπων. «Ωστόσο», δήλωσε ο Akdeniz, «οι αντιτρομοκρατικοί νόμοι δεν προβλέπουν περιοριστικά μέτρα και τα εγκλήματα που σχετίζονται με την τρομοκρατική προπαγάνδα δεν περιλαμβάνονται εντός του πεδίου εφαρμογής του νόμου 5651».

Η κατάργηση αυτών των σχετικά μικρών και αμφιλεγόμενων ιστοτόπων μπορεί να μην έχει προσελκύσει μεγάλο ενδιαφέρον, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι Τούρκοι καταναλωτές είναι ευχαριστημένοι με τους περιορισμούς στο διαδίκτυο της χώρας τους. «Είμαστε ένα τεχνολογικά προηγμένο έθνος», ισχυρίστηκε ο Ergürel, γραμματέας του συλλόγου για τα ΜΜΕ. Η ομάδα του που αγωνίζεται υπέρ της ελευθερίας του Τύπου έχει συγκεντρώσει οικονομικά επιχειρήματα προκειμένου να πείσει την Τούρκικη κυβέρνηση να χαλαρώσει τον κλοιό της γύρω από το διαδίκτυο. «Εξήντα πέντε εκατομμύρια Τούρκοι έχουν κινητά, 35 εκατομμύρια είναι χρήστες του Facebook, ενώ το 16 τοις εκατό των χρηστών διαδικτύου έχει Twitter. Δεν είναι δυνατόν να κρατήσεις τίποτα μυστικό, όπως γινόταν στο παρελθόν».

Στην πραγματικότητα, η απαγόρευση του YouTube προφανώς δίδαξε σε μια γενιά Τούρκων πως να παρακάμπτει την κυβερνητική λογοκρισία μέσω διακομιστών ή άλλων μέσων. Το YouTube μπορεί να είχε απαγορευτεί για περίπου τρία χρόνια, παρέμεινε όμως μια από τις 10 πιο δημοφιλείς ιστοσελίδες στην Τουρκία. «Δεν έχω ακούσει πολλούς να λένε ότι είχαν προβλήματα πρόσβασης σε ιστότοπους», είπε ο Zeynep Tüfekçi, Τούρκος κοινωνιολόγος με εκτενές δημοσιογραφικό έργο πάνω στην παγκόσμια κουλτούρα του διαδικτύου. Η λογοκρισία των πρωτοσέλιδων έβλαψε επίσης την εικόνα της Τουρκίας στο εξωτερικό. «Ενοχλεί ιδιαίτερα όσους κάνουν δουλειές με το εξωτερικό, γι’ αυτό το λόγο η κυβέρνηση μερικές φορές δείχνει αποφασισμένη να άρει τους περιορισμούς», δήλωσε ο Tüfekçi.

Η ανεπιθύμητη προσοχή προσφέρει επίσης κίνητρο για ένα πιο διακριτικό είδος ελέγχου που επιδιώκουν τώρα οι αρχές. Παρά τις εκτεταμένες διαδηλώσεις, το Νοέμβριο του 2011 η κυβέρνηση ενέκρινε κανονισμούς σύμφωνα με τους οποίους οι πάροχοι υπηρεσιών διαδικτύου έπρεπε να δημιουργήσουν ένα λογισμικό κρατικής στήριξης, το οποίο φιλτράρει τις ανεπιθύμητες τοποθεσίες στο διαδίκτυο ή το περιεχόμενό τους και θα είναι διαθέσιμο σε όλους τους χρήστες. Τέτοια λογισμικά αποκλεισμού στερούνται ακόμα και των περιορισμένων προστασίας που καθορίζονται στο νόμο 5651. Για παράδειγμα, εδώ δεν υπάρχει δημόσιος «κατάλογος εγκλημάτων». Αντίθετα, η κυβέρνηση μπορεί να περιορίσει μεμονωμένες διευθύνσεις (URL) χωρίς να παρίσταται δικαστής. Η χρήση του εν λόγω λογισμικού είναι προαιρετική για την ώρα. Η κυβέρνηση υποχώρησε από το αρχικό της πλάνο περί υποχρεωτικής χρήσης του. Όμως ακόμα και με τη σημερινή μορφή του, οι κανονισμοί δείχνουν μια κυβέρνηση που θέλει να λογοκρίνει ιστοσελίδες με έναν πιο στοχευμένο και λιγότερο ορατό τρόπο.

Αυτοί οι περιορισμοί στις διευθύνσεις (URL) μπορούν να πάρουν εθνικό χαρακτήρα, με την επιβολή περιορισμών σε επίπεδο παρόχων υπηρεσιών διαδικτύου (ISP). Αυτή η εξέλιξη βέβαια θα αφορά παρατηρητές, όπως ο καθηγητής Akdeniz. Κάτω από αυτή την προσέγγιση, οι αρχές θα μπορούν, για παράδειγμα, να απαγορεύουν μεμονωμένες σελίδες στο Facebook, επιτρέποντας την πρόσβαση στον υπόλοιπο ιστότοπο. Η λογοκρισία του διαδικτύου στην Τουρκία θα έπαυε να προκαλεί ντροπή ή δυσκολίες για την πλειοψηφία των χρηστών, ενώ παράλληλα θα συνεχιζόταν η αποτελεσματική φίμωση ρεπορτάζ πάνω σε μη δημοφιλή στο εσωτερικό της χώρας θέματα. «Με τον αποκλεισμό συγκεκριμένων διευθύνσεων (URL), δεν θα μπορούσαμε να ξέρουμε ούτε το είδος του περιεχομένου που λογοκρίνει η κυβέρνηση», δήλωσε ο Akdeniz. «Το σύστημα θα στερείτο διαφάνειας και θα ήταν σχεδόν αδύνατο να αμφισβητηθούν οι αποφάσεις».

Με την πάροδο των ετών, η ακραία και υπερβολική λογοκρισία της Τουρκίας έχει προκαλέσει έντονη κριτική μέσα στη χώρα αλλά και στο εξωτερικό. Όμως, καθώς οι αρχές αλλάζουν τις προτεραιότητές τους, ο κίνδυνος δεν βρίσκεται πίσω από τις κινήσεις τους, αλλά πίσω από τις μικρές λεπτομέρειες.

Ο Danny O”Brien είναι ο συντονιστής υπεράσπισης για το διαδίκτυο για την Επιτροπή για την Προστασία των Δημοσιογράφων.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI : ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

Οι συστάσεις της CPJ στις Τούρκικες αρχές και τη διεθνή κοινότητα.

 

ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟ RECEP TAYYIP ERDOĞAN

■ Σταματήστε να υποβάλετε καταγγελίες για δυσφήμιση εναντίον επικριτικών δημοσιογράφων, να μειώνετε δημόσια τους επικριτικούς δημοσιογράφους και να ασκείτε πιέσεις στα μέσα ενημέρωσης προκειμένου να ρίξουν τους τόνους.

■ Ας αναγνωρίσει η κυβέρνησή σας δημόσια το σημαντικό ρόλο της ελευθερίας του Τύπου στην Τούρκικη κοινωνία. Αφήστε τους επικριτικούς σχολιαστές να επιστρέψουν στις δουλειές τους χωρίς κυβερνητική παρέμβαση.

 

ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ

■ Απελευθερώστε όλους τους φυλακισμένους δημοσιογράφους που βρίσκονται υπό κράτηση λόγω των δημοσιογραφικών δραστηριοτήτων τους, ακόμα και όταν αυτές οι δραστηριότητες υποστηρίζουν ιδέες τις οποίες η κυβέρνηση θεωρεί προσβλητικές. Σταματήστε τις ποινικές διώξεις δημοσιογράφων σχετικά με τα ρεπορτάζ και τους σχολιασμούς τους. Σε δεκάδες περιπτώσεις, όπως τεκμηρίωσε η CPJ, η κυβέρνηση φυλάκισε δημοσιογράφους με τρομοκρατικούς και αντικυβερνητικούς ισχυρισμούς που βασίζονται μόνο σε στοιχεία των δημοσιογραφικών δραστηριοτήτων τους.

■ Σταματήστε τη χρήση του αντιτρομοκρατικού νόμου εναντίον δημοσιογράφων. Σε πολλές άλλες περιπτώσεις σύμφωνα με την CPJ, οι αρχές έχουν συνδέσει την έκφραση πολιτικών ιδεών που η κυβέρνηση θεωρεί προσβλητικές με την απόλυτη τρομοκρατία. Μια τέτοια πρακτική παραβιάζει το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

■ Σταματήστε την πρακτική φυλάκισης δημοσιογράφων για παρατεταμένα χρονικά διαστήματα εν αναμονή της δίκης τους ή της δικαστικής ετυμηγορίας τους. Η CPJ έχει τεκμηριώσει δεκάδες υποθέσεις στις οποίες δημοσιογράφοι έχουν τεθεί υπό κράτηση για πολλούς μήνες ή ακόμα και χρόνια χωρίς να έχουν καταδικαστεί για κάποιο έγκλημα.

■ Προβείτε σε θεμελιώδεις και εκτενείς μεταρρυθμίσεις σε όλους τους νόμους που έχουν χρησιμοποιηθεί εναντίον του Τύπου, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων του ποινικού κώδικα και του αντιτρομοκρατικού νόμου που ποινικοποιούν τη συλλογή ειδήσεων και τη δημοσίευση επικριτικών ή αντίθετων απόψεων. Για την εξέταση των τροποποιήσεων, συνεργαστείτε με τα μέσα ενημέρωσης και τους οργανισμούς υπέρ της ελευθερίας του Τύπου της Τουρκίας.

■ Ευθυγραμμίστε διεξοδικά τους μεταρρυθμιστικούς νόμους που διέπουν το διαδίκτυο, συμπεριλαμβανομένου του νόμου 5651, με τα διεθνή πρότυπα της ελευθερίας της έκφρασης. Χιλιάδες ιστοσελίδες απαγορεύτηκαν βάσει του νόμου 5651 και εκφεύγουν του δημόσιου και δικαστικού ελέγχου.

■ Υιοθετείστε ευρείες συνταγματικές μεταρρυθμίσεις για την προστασία της ελευθερίας του Τύπου και της έκφρασης σύμφωνα με τα διεθνή νομικά πρότυπα και τις υποχρεώσεις της Τουρκίας βάσει της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Απορρίψτε όλες τις προσπάθειες περιορισμού της συνταγματικής ελευθερίας του Τύπου, όπως αυτές προβλέπονται σε πρόταση που υπέβαλε το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης τον Ιούλιο του 2012. Η πρόταση του Ιουλίου θα περιόριζε σημαντικά την ανεξάρτητη δημοσιογραφία σε κρίσιμα θέματα, όπως η εθνική ασφάλεια, το δικαστικό σύστημα και τα ανθρώπινα δικαιώματα και θα παραβίαζε τα διεθνή πρότυπα ελευθερίας της έκφρασης.

ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ

■ Ενθαρρύνετε τις Τούρκικες αρχές να απελευθερώσουν αμέσως όλους τους δημοσιογράφους που φυλακίστηκαν, επειδή άσκησαν το δικαίωμα ελευθερίας της έκφρασης και του Τύπου.

Ζητήστε από τους Τούρκους ηγέτες να καταργήσουν όλες τις νομικές διατάξεις, ιδιαίτερα στον ποινικό κώδικα και τον αντιτρομοκρατικό νόμο, που χρησιμοποιούνται για τον υπέρμετρο περιορισμό της ελευθερίας της έκφρασης και του Τύπου, καλέστε τους να συμμορφωθούν με τα Ευρωπαϊκά και διεθνή πρότυπα για τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Να επιμείνετε ότι η προσχώρηση της Τουρκίας στην Ε.Ε. βασίζεται στην τήρηση των υποχρεώσεών της βάσει της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, σε συνδυασμό με την αποτελεσματική εφαρμογή των αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ιδίως με όσες σχετίζονται με την ελευθερία της έκφρασης και του Τύπου.

■ Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα πρέπει να παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς τις επιθέσεις εναντίον του Τύπου στην Τουρκία και να διεξάγει τακτικές ακροάσεις σε θέματα ελευθερίας της έκφρασης και του Τύπου.

ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

■ Το Συμβούλιο της Ευρώπης, και συγκεκριμένα η Επιτροπή Υπουργών και η Κοινοβουλευτική Συνέλευση, θα πρέπει να θεωρούν την Τουρκία υπόλογη στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και να ζητούν ουσιαστικές αλλαγές στη νομοθεσία και στην πολιτική της Τουρκίας, προκειμένου να συμμορφωθεί με τα διεθνή πρότυπα για τα ανθρώπινα δικαιώματα.

 

ΠΡΟΣ ΤΙΣ ΗΠΑ

■ Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, το Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας και το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ πρέπει να δεσμεύουν τους Τούρκους ηγέτες σε θέματα ελευθερίας της έκφρασης και του Τύπου στις διμερείς και πολυμερείς συναντήσεις τους.

■ Οι ηγέτες των ΗΠΑ θα πρέπει να επιμείνουν στη συμμόρφωση της Τουρκίας με τα διεθνή πρότυπα ελευθερίας του Τύπου και της έκφρασης ούτως ώστε να συνεχιστεί η στρατηγική τους συνεργασία.

■ Το Κογκρέσο των ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένης της Επιτροπής Διεθνών Σχέσεων της Γερουσίας, της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων, της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Τομ Λάντος, (Tom Lantos Human Rights Commission), θα πρέπει να πραγματοποιούν δημόσιες ακροάσεις σε ζητήματα ελευθερίας της έκφρασης και του Τύπου στην Τουρκία.

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΙ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Συνολικά, η CPJ εντόπισε 76 δημοσιογράφους που βρίσκονται φυλακισμένοι από την 1η Αυγούστου του 2012. Αφού εξέτασε τα αποδεικτικά στοιχεία, μελέτησε τα λοιπά δημόσια έγγραφα και μίλησε με τους συνηγόρους υπεράσπισης που εμπλέκονται στις υποθέσεις, η CPJ κατέληξε ότι τουλάχιστον 61 άτομα τέθηκαν υπό κράτηση σε άμεση σχέση με τη δημοσιογραφία τους.

Μετά τη διεξοδική εξέταση των 15 άλλων υποθέσεων, η CPJ δεν ήταν σε θέση να καθορίσει αν τα άτομα είχαν τεθεί υπό κράτηση σε άμεσα αντίποινα για τη δημοσιογραφία τους. Σε πολλές περιπτώσεις, οι αρχές έχουν αναφέρει επίσης τις πολιτικές δραστηριότητες των ατόμων ως αποδεικτικά στοιχεία. Η CPJ συνεχίζει να διερευνά τις υποθέσεις, τις οποίες θα επανεξετάζει με τις νέες πληροφορίες που θα προκύπτουν.

Οι προηγούμενες έρευνες της CPJ για τους φυλακισμένους δημοσιογράφους της Τουρκίας, εκ των οποίων μια που διεξήχθη το Δεκέμβριο του 2011, εντόπισαν πολύ λιγότερα άτομα που βρίσκονται υπό κράτηση. Η έρευνα του 2011, που εντόπισε οκτώ άτομα που φυλακίστηκαν με κατηγορίες άμεσα συνδεδεμένες με το δημοσιογραφικό τους έργο, ήταν αρκετά πιο περιορισμένη από ό,τι υπολογίζουν άλλες ανεξάρτητες έρευνες, προκαλώντας την κριτική ορισμένων δημοσιογράφων και υπερασπιστών της ελευθερίας.

Η CPJ δήλωσε τότε ότι δεν μπορούσε να προβεί στα κατάλληλα συμπεράσματα χωρίς τη στενή παρακολούθηση των στοιχείων κάθε υπόθεσης. Λόγω του πολιτικού χαρακτήρα του Τύπου στην Τουρκία, η γραμμή μεταξύ δημοσιογραφίας και ακτιβισμού μπορεί να είναι δύσκολο να καθοριστεί. Η πολυπλοκότητα και η διαφάνεια του Τούρκικου νομικού συστήματος, ιδίως σε υποθέσεις όπου εικάζεται η τρομοκρατική και αντιστασιακή δραστηριότητα, αποτελούν επίσης ιδιαίτερες προκλήσεις.

Ξεκινώντας στις αρχές του 2012, ο οργανισμός προέβη σε μια ενδελεχή εξέταση κατά περίπτωση, με επικεφαλής μια ομάδα ερευνητών με έδρα την Τουρκία. Η έρευνα αυτή οδήγησε στις ακόλουθες περιεκτικές εκθέσεις για όλους τους δημοσιογράφους που φυλακίστηκαν από την 1η Αυγούστου 2012. Οι εκθέσεις χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: «Φυλακισμένοι εξαιτίας του δημοσιογραφικού τους έργου» και «Φυλακισμένοι: Συνθήκες Υπό Εξέταση» ■

 

ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΟΙ ΕΞΑΙΤΙΑΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥΣ

Η CPJ διαπίστωσε ότι οι συγκεκριμένοι δημοσιογράφοι τέθηκαν υπό φυλάκιση με κατηγορίες άμεσα συνδεδεμένες με το έργο τους.

 Hatice Duman, Atılım.

Φυλακίστηκε: 12 Απριλίου 2003

Η Duman, πρώην ιδιοκτήτρια και διευθύντρια ειδήσεων της σοσιαλιστικής εβδομαδιαίας εφημερίδας Atılım (Το Άλμα), εξέτιε ποινή ισόβιας κάθειρξης στη φυλακή τύπου M* του Γκέμπζε στο Κοτζαελί με τις κατηγορίες συμμετοχής στο απαγορευμένο Μαρξιστικό Λενινιστικό Κομμουνιστικό Κόμμα (MLKP), διεξαγωγής προπαγάνδας και «προσπάθειας ανατροπής της συνταγματικής τάξης δια της βίας».

Η απόφαση εκκρεμούσε ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου από τα μέσα του 2012.

Ως αποδεικτικά στοιχεία, οι αρχές ανέφεραν την παρουσία της Duman στις διαδηλώσεις του MLKP και τις καταθέσεις εμπιστευτικών μαρτύρων.

Ο συνήγορος υπεράσπισης Keleş Öztürk δήλωσε στην CPJ ότι η πελάτης του στοχοποιήθηκε, επειδή η Atılım είχε έρθει αντίθετη με τις διοικητικές πολιτικές.

*(σ.σ.)Οι φυλακές τύπου Μ είναι κτισμένες με το σύστημα των πτερύγων. Διαθέτουν θαλάμους των 4,6,8,10 κρατουμένων. Κάθε θάλαμος έχει δική του αυλή. Η φυλακή έχει 6 πειθαρχικά κελιά. https://en.wikipedia.org/wiki/Prisons_in_Turkey (σ.σ.)

 

Mustafa Gök, Ekmek ve Adalet

Φυλακίστηκε: 19 Φεβρουαρίου 2004

Ο Gök, ανταποκριτής του αριστερού περιοδικού Ekmek ve Adalet (Ψωμί και Δικαιοσύνη) της Άγκυρας εξέτιε ποινή ισόβιας κάθειρξης στη φυλακή τύπου F του Σινκάν στην Κωνσταντινούπολη με την κατηγορία της «προσπάθειας ανατροπής της συνταγματικής τάξης δια της βίας». Αντιμετώπισε επιπρόσθετη ποινή φυλάκισης πέντε έως 10 ετών με την εκκρεμούσα κατηγορία της συμμετοχής στο Επαναστατικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Κόμμα-Μέτωπο (DHKP-C).

Ο συνήγορος υπεράσπισης Evrim Deniz Karataş δήλωσε στην CPJ ότι τα αποδεικτικά στοιχεία εναντίον του Gök συνίσταντο σε δημοσιογραφικά ρεπορτάζ και συμμετοχή σε πολιτικές διαδηλώσεις. Ισχυρίστηκε ότι ο Gök έγινε στόχος εξαιτίας των ρεπορτάζ του σε θέματα πολιτικής και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, μαζί με τις σοσιαλιστικές πεποιθήσεις του. Κατά τα λεγόμενα του Karataş, ο πελάτης του πάσχει από το σύνδρομο Wernicke-Korsakoff που τον έχει οδηγήσει σε απώλεια της όρασης και της ισορροπίας.

 

*(σ.σ.)Πρόκειται για φυλακές υψίστης ασφαλείας αμερικανικής εμπνεύσεως με απομονωμένα και ηχομονωμένα κελιά στα πρότυπα των «λευκών κελιών» της Γερμανίας. Προορίζονται για καταδικασθέντες για οργανωμένο έγκλημα, αδικήματα περί ναρκωτικών καθώς και για καταδικασθέντες σε ισόβια. Οι απάνθρωπες συνθήκες εγκλεισμού σε αυτού του τύπου τις φυλακές έχουν καταγγελθεί από διεθνείς οργανισμούς ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

https://www.amnesty.org/fr/documents/eur44/025/2001/fr/ &

https://en.wikipedia.org/wiki/Prisons_in_Turkey (σ.σ.)

 

Ο ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΔΗΛΩΣΕ ΟΤΙ Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΗΣ ERDOĞAN ΗΤΑΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΜΕΝΗ. ΤΟ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΕΙΔΗΣΕΩΝ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΥ ΕΙΧΕ ΠΡΟΒΑΛΕΙ ΑΝΤΙΘΕΣΗ ΣΤΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ.

 

Fusün Erdoğan, Özgür Radyo

Φυλακίστηκε: 8 Σεπτεμβρίου 2006

Η Erdoğan, πρώην γενική διευθύντρια του αριστερού σταθμού Özgür Radyo (Το Ελεύθερο Ραδιόφωνο), τέθηκε υπό κράτηση στη φυλακή τύπου Τ* του Κοτζαελί με τις κατηγορίες για υποβοήθηση της ηγεσίας του απαγορευμένου Μαρξιστικού Λενινιστικού Κόμματος (MLKP). Η ίδια αντιμετώπισε μια πιθανή ποινή ισόβιας κάθειρξης. Οι αρχές εικάζουν ότι χρησιμοποιούσε το ραδιοφωνικό σταθμό για την υποστήριξη του MLKP.

Η Zulfü Erdoğan, δικηγόρος και αδερφή της δημοσιογράφου, δήλωσε στην CPJ ότι το μόνο αποδεικτικό στοιχείο εναντίον της κατηγορουμένης ήταν ένα έγγραφο 40 σελίδων που φέρεται να περιλαμβάνει ονόματα και προσωπικές πληροφορίες των μελών του MLKP. Η Zulfü Erdoğan αμφισβήτησε την αυθεντικότητα του εγγράφου, υποστηρίζοντας ότι δεν κατασχέθηκε από το σπίτι ή το γραφείο της πελάτισσας της και ότι δεν υπάρχουν στοιχεία που να συνδέουν την Fusün Erdoğan με αυτό. Επεσήμανε, επίσης, ότι η δικαστική διαδικασία δεν είχε καταλήξει ακόμα σε ετυμηγορία μετά από έξι χρόνια, ένα εξαιρετικά μεγάλο χρονικό διάστημα που αποτελεί αντικείμενο κατηγορίας ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η δικηγόρος δήλωσε ότι η υπόθεση εναντίον της Erdoğan ήταν κατασκευασμένη, λόγω της αντίθεσης που είχε προβάλει η δημοσιογράφος και το ειδησεογραφικό πρακτορείο της εναντίον της διοίκησης. Πρόσθεσε επίσης ότι η Erdoğan έπασχε από μια ασθένεια του θυρεοειδούς και χρειαζόταν ιατρική φροντίδα.

*(σ.σ.)Οι φυλακές τύπου Τα είναι κατασκευασμένες σε μεγάλες πόλεις στη θέση παλαιότερων φυλακών. Εχουν 72 θαλάμους για 8 φυλακισμένους, 8 θαλάμους για 3 φυλακισμένους και 16 ατομικά κελιά των 16 τ.μ. . https://en.wikipedia.org/wiki/Prisons_in_Turkey

 

 

Sedat Şenoğlu, Atılım

Bayram Namaz, Atılım

Φυλακίστηκε: 8 Σεπτεμβρίου 2006

Ο Şenoğlu, πρώην γενικός συντονιστής της εβδομαδιαίας σοσιαλιστικής εφημερίδας, Atılım (Το Άλμα), και ο Namaz, αρθρογράφος στην εφημερίδα, αντιμετώπισαν κατηγορίες κατοχής επικίνδυνων υλικών, αδήλωτων όπλων, πλαστογράφησης επίσημων εγγράφων και προσπάθειας εξάλειψης της συνταγματικής τάξης. Τέθηκαν υπό κράτηση στη φυλακή τύπου F του Εντίρν.

Η Atılım συνδέεται με το Σοσιαλιστικό Κόμμα των Καταπιεσμένων (ESP), η οποία είναι μια νόμιμη οργάνωση. Η Gülizar Tuncer, δικηγόρος των κατηγορουμένων, δήλωσε στην CPJ ότι το κράτος θεωρεί την εφημερίδα και το κόμμα ως κάλυψη για το παράνομο Μαρξιστικό Λενινιστικό Κομμουνιστικό Κόμμα (MLKP). Στο πλαίσιο ενός κατηγορητηρίου, οι αρχές ισχυρίστηκαν ότι δύο κατηγορούμενοι συνελήφθησαν μαζί με άλλους στη συνοικία Ναζλί του Αϊδινίου, όπου διεξαγόταν το τέταρτο γενικό συνέδριο του MLKP. Λέγεται ότι αστυνομικοί σε μια άλλη τοποθεσία πήραν τους Şenoğlu και Namaz και τους μετέφεραν εκεί.

Οι αρχές ισχυρίστηκαν ότι τα δύο έγγραφα που κατασχέθηκαν από το σπίτι στο Ναζλί κατονομάζουν τον Şenoğlu συνεργάτη του MLKP και ότι η Atılım έχει εκτυπώσει τις αξιώσεις του MLKP για ένοπλη δράση. Το κατηγορητήριο υποστηρίζει ότι ο Namaz είχε στην κατοχή του μια πλαστή ταυτότητα και ότι βρέθηκαν και άλλες ταυτότητες που ανήκουν στον Namaz σε χώρο του MLKP στην επαρχεία της Καισάρειας. Ως αποδεικτικά στοιχεία εναντίον του Namaz, οι αρχές επικαλέστηκαν επίσης ένα άρθρο του 2005 για μια συνεδρίαση του MKLP, που δημοσιεύθηκε σε κουρδόφωνη εφημερίδα. Η Tuncer δήλωσε ότι ο πελάτης της δεν ήταν ο συντάκτης του άρθρου.

Σύμφωνα με την Tuncer, οι πελάτες της εδώ και χρόνια εργάζονταν υπό τη συνεχή παρακολούθηση της αστυνομίας, πράγμα που καθιστά αδύνατο να έχουν μια κρυφή ζωή ως μέλη παράνομης οργάνωσης. Το Μάρτιο του 2012 σε επιστολή του από τη φυλακή που δημοσιεύτηκε στην ανεξάρτητη πύλη ειδήσεων, Bianet, ο Şenoğlu είπε πως τα φερόμενα ως αποδεικτικά στοιχεία είχαν κατασκευαστεί από την αστυνομία και ότι αυτός φυλακίστηκε εξαιτίας των πολιτικών ιδεών του και του δημοσιογραφικού του έργου. Ο Şenoğlu απαλλάχθηκε από παρόμοιες κατηγορίες το 1997, δήλωσε η Tuncer.

Faysal Tunç,

Dicle News Agency and Özgür Gündem

Φυλακίστηκε: 5 Απριλίου 2007

Ο Tunç, ρεπόρτερ του φιλοκουρδικού Πρακτορείου Ειδήσεων Dicle και της καθημερινής Özgür Gündem (Ελεύθερος Σκοπός), εξέτιε ποινή έξι ετών και τριών μηνών με τις κατηγορίες της διάδοσης προπαγάνδας και της συμμετοχής στο απαγορευμένο Κουρδικό Εργατικό Κόμμα (PKK). Το 2011 μεταφέρθηκε στη φυλακή τύπου L* του Καλκαντέρε της Ριζούντας, σύμφωνα με έκθεση του Οργανισμού για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη.

Μετά τη διευθέτηση της υπόθεσης, οι δικηγόροι του Tunç φυλακίστηκαν και οι ίδιοι στο πλαίσιο έρευνας για την Ένωση Κοινοτήτων του Κουρδιστάν (KCK), μιας κεντρικής ομάδας φιλοκουρδικών οργανώσεων στην οποία ανήκει και το PKK

Το Μάρτιο του 2007, ο Tunç σε επιστολή που έστειλε στην ανεξάρτητη πύλη ειδήσεων Bianet, ισχυρίστηκε ότι οι αρχές του είχαν στήσει μια ψεύτικη σύλληψη. Τον Απρίλιο του 2007, όπως δήλωσε ο ίδιος, βοήθησε στην εύρεση καταλύματος μιας γυναίκας που θεώρησε ότι ήταν μέλος του Κόμματος Δημοκρατικής Κοινωνίας, μιας νομικής οντότητας που υπήρξε ο πρόδρομος του σημερινού Κόμματος για την Ελευθερία και τη Δημοκρατία. Ο Tunç ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε τη γυναίκα και ότι τώρα πιστεύει ότι επρόκειτο για πράκτορα της αστυνομίας. Μέσα σε λίγες μέρες, είπε ότι τέθηκε υπό κράτηση με τις κατηγορίες για υποβοήθηση μέλους τρομοκρατικής ομάδας.

*(σ.σ.) Κλειστού τύπου φυλακές κατασκευασμένες σε μεγάλες πόλεις στη θέση παλαιών φυλακών. Εχουν 61 θαλάμους για 7 κρατούμενους, 4 για τρεις κρατούμενους και 40 ατομικά κελιά των 12,45 τ.μ. https://en.wikipedia.org/wiki/Prisons_in_Turkey

Mustafa Balbay, Cumhuriyet

Φυλακίστηκε: 5 Μαρτίου 2009

Ο Balbay, αρθρογράφος και πρώην εκπρόσωπος της Άγκυρας για την καθημερινή εφημερίδα Cumhuriyet, τέθηκε υπό κράτηση στο πλαίσιο κυβερνητικής έρευνας στη φερόμενη υπόθεση Ergenekon, που όπως υποστηρίζουν οι αρχές επρόκειτο για μια σκοτεινή συνωμοσία που αποσκοπούσε στην ανατροπή της κυβέρνησης μέσω στρατιωτικού πραξικοπήματος.

Αρχικά ο Balbay τέθηκε υπό κράτηση την 1η Ιουλίου 2008, μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου ανακρίθηκε για τα ειδησεογραφικά ρεπορτάζ του και τις σχέσεις του με το στρατό καθώς με άλλους υπόπτους της υπόθεσης Ergenekon. Η αστυνομία έψαξε το σπίτι του και το γραφείο της Cumhuriyet στην Άγκυρα και κατάσχεσε υπολογιστές και έγγραφα. Τέσσερις μέρες μετά ο Balbay αφέθηκε ελεύθερος ενώ το Μάρτιο του 2009 τέθηκε για δεύτερη φορά υπό κράτηση στις φυλακές τύπου F του Σιλιβρί στην Κωνσταντινούπολη εν αναμονή της δίκης. Το Φεβρουάριο του 2011 μεταφέρθηκε στην απομόνωση. Οι δικηγόροι του υπέβαλαν καταγγελίες ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ισχυριζόμενοι παραβιάσεις των νομότυπων διαδικασιών. Παρά το γεγονός ότι βρισκόταν στη φυλακή, ο Balbay εξελέγη βουλευτής με το ψηφοδέλτιο του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος σε επαρχεία της Σμύρνης στις εκλογές του Ιουνίου του 2011.

Οι κατηγορίες εναντίον του Balbay περιλαμβάνουν τη συμμετοχή σε ένοπλη τρομοκρατική οργάνωση, την απόπειρα ανατροπής της κυβέρνησης, την υποκίνηση ένοπλης εξέγερσης, την παράνομη απόκτηση και καταστροφή εγγράφων σχετικών με θέματα κυβερνητικής ασφάλειας και τη διάδοση απόρρητων πληροφοριών. Αυτές οι κατηγορίες μπορούν να επισύρουν ισόβια κάθειρξη, σύμφωνα με έκθεση του Οργανισμού για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη. Τα αποδεικτικά στοιχεία εναντίον του Balbay περιλαμβάνουν έγγραφα που κατασχέθηκαν από την οικία και το γραφείο του, ειδησεογραφικές ιστορίες που παρήγαγε, υποκλαπείσες τηλεφωνικές συνομιλίες του και κρυφά ηχογραφημένες συναντήσεις με ανώτερους στρατιωτικούς και κυβερνητικούς αξιωματούχους. Ο Balbay αρνήθηκε τις κατηγορίες της κυβέρνησης. Σε άρθρα που έγραφε μέσα από τη φυλακή αλλά και κατά τη διάρκεια των ακροαματικών διαδικασιών, ο ίδιος δήλωνε επανειλημμένα ότι οι κατασχεθείσες σημειώσεις και οι ηχογραφημένες συνομιλίες σχετίζονται με το δημοσιογραφικό του έργο.

Στο κατηγορητήριο της, η κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι ο Balbay διατηρούσε λεπτομερή αρχεία με τις συναντήσεις του με προσωπικότητες του στρατού και της πολιτικής. Οι αρχές είκασαν ότι ο Balbay έσβησε τις σημειώσεις από τον υπολογιστή του, όμως οι τεχνικοί μπόρεσαν να τις ανακτήσουν από το σκληρό δίσκο. Οι σημειώσεις, μερικές εκ των οποίων χρονολογούνται από την περίοδο πριν το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) πάρει την εξουσία, δείχνουν στρατιωτικούς αξιωματούχους να συζητούν με ποιον τρόπο μπορούν να μεταβάλλουν την Τούρκικη πολιτική. Για παράδειγμα, σε σημειώσεις της 6ης Απριλίου 2003, ο στρατηγός Yaşar, όπως αποδείχθηκε, ρώτησε τον αρθρογράφο: «Πείτε μου, κ. Balbay, γίνεται σήμερα να οργανωθεί ένα πραξικόπημα με τη συγκεκριμένη δομή των μέσων ενημέρωσης; Δεν γίνεται. Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα σήμερα χωρίς να έχεις τη στήριξη των μέσων ενημέρωσης. Είστε ο μόνος που επικαλείστε την ανεξιθρησκεία. Οι άλλες εφημερίδες δημοσιεύουν καθημερινά φωτογραφίες γυναικών με καλυμμένα κεφάλια, προσπαθώντας να κερδίσουν την εύνοια».

Σχολιάζοντας δημόσια, ο Balbay δήλωσε ότι κρατούσε σημειώσεις για δημοσιογραφικούς σκοπούς, ίσως ακόμα και για να τις χρησιμοποιήσει σε κάποιο βιβλίο. Ισχυρίστηκε ότι η κυβέρνηση στο κατηγορητήριο της αναφέρθηκε σε άτοπα αποσπάσματα προκειμένου να τον ενοχοποιήσει. Ο Balbay φέρεται να λέει στο κατηγορητήριο ότι έσβησε τα αρχεία, μόλις συμπέρανε ότι θα ήταν λάθος να τα χρησιμοποιήσει.

Συμμετέχοντες στις συζητήσεις ήταν και ο İlhan Selçuk, ο αποθανών πια αρχισυντάκτης της Cumhuriyet και ύποπτος για την υπόθεση Ergenekon πριν το θάνατό του τον Ιούνιο του 2010, οι στρατηγοί Şener Eruygur, Aytaç Yalman, και Şenkal Atasagun και ο πρώην πρόεδρος Ahmet Necdet Sezer. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ο Selçuk φέρεται να είναι ο αρχηγός στην υπόθεση Ergenekon και ο Balbay κατηγορούμενος για τη δράση του ως γραμματέας στη διοργάνωση συνεδρίων και για τη λήψη σημειώσεων με το πρόσχημα της δημοσιογραφικής του ιδιότητας. Οι στρατιωτικοί αξιωματούχοι έδειξαν να έχουν ιδιαίτερη προτίμηση στην Cumhuriyet, γιατί συμμερίζονταν της απόψεις της εφημερίδας σε θέματα που αφορούν το κοσμικό κράτος και τους Κούρδους.

Η κυβέρνηση ισχυρίστηκε επίσης ότι βρήκε απόρρητα έγγραφα υπό την κατοχή του Balbay, όπως στρατιωτικές εκθέσεις σχετικά με τις γειτονικές χώρες και εκτιμήσεις για το πολιτικό Ισλάμ στην Τουρκία. Ο Balbay υποστήριξε ότι πηγές ειδήσεων τού είχαν δώσει αυτά τα έγγραφα και ότι εκείνος τα χρησιμοποιούσε για δημοσιογραφικούς σκοπούς.

Δύο μαγνητοσκοπημένες συνομιλίες στο αρχηγείο της χωροφυλακής, στις 23 Δεκεμβρίου του 2003 και στις 5 Ιανουαρίου του 2004, αναφέρθηκαν επίσης ως αποδεικτικά στοιχεία. Η κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι μεταξύ άλλων θεμάτων, ο Balbay και οι λοιποί συμμετέχοντες συζήτησαν κατά πόσον οι πολιτικές συνθήκες θα επέτρεπαν ένα πραξικόπημα. Ο Balbay δήλωσε ότι οι συγκεκριμένες συζητήσεις έμειναν στη θεωρία και δεν είχαν εγκληματική πρόθεση.

Η κυβέρνηση παράθεσε επίσης διάφορα ρεπορτάζ του Balbay, συμπεριλαμβανομένης και της ιστορίας του Μαίου 2003 με τίτλο, «Οι νέοι αξιωματικοί είναι ανήσυχοι» («The Young Officers Are Restless»). Η επικεφαλίδα είχε χρησιμοποιηθεί κατά το παρελθόν στην Τούρκικη πολιτική και θεωρείτο κώδικας για ένα πιθανό στρατιωτικό πραξικόπημα. Σύμφωνα με την ιστορία, ο τότε επικεφαλής του στρατού του γενικού επιτελείου, Hilmi Özkök είχε προειδοποιήσει τον πρωθυπουργό Recep Tayyip Erdoğan για την υποτιθέμενη αντιστρατιωτική πίεση από το κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης. Εκείνη την περίοδο ο Özkök κατήγγειλε ως ψευδή την ιστορία. Οι αρχές ισχυρίστηκαν ότι οι ίδιες οι σημειώσεις του Balbay δείχνουν ότι ο Atilla Ateş, ο τότε διοικητής του στρατού ξηράς της Τουρκίας, τον συνεχάρη για το άρθρο του λέγοντας, «Έκανες το καθήκον σου».

Η νομική εταιρεία İKMS, που εκπροσωπεί τον Balbay, δεν απάντησε στις ερωτήσεις της CPJ, η οποία αναζητούσε πληροφορίες σχετικές με την υπεράσπιση του Balbay.

 

Ahmet Birsin, Gün TV

Φυλακίστηκε: 14 Απριλίου 2009

Ο Birsin, γενικός διευθυντής του Gün TV, ενός περιφερειακού φιλοκουρδικού τηλεοπτικού σταθμού ειδήσεων στη νοτιοανατολική Τουρκία, εκδικάστηκε με την κατηγορία υποβοήθησης της οργάνωσης του απαγορευμένου Κουρδικού Εργατικού Κόμματος (PKK), συμμετοχής σε εκδηλώσεις του PKK, κατοχής εγγράφων του PKK και στήριξης του PKK μέσω του δημοσιογραφικού του έργου, σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου Δικαιοσύνης. Ο δικηγόρος του, Fuat Coşacak, δήλωσε στην CPJ ότι πρόκειται για αβάσιμες κατηγορίες.

Ο Birsin περιέγραψε τη σύλληψή του σε επιστολή που δημοσιεύθηκε το Μάιου του 2009 στην καθημερινή Gündem. Είπε ότι η αστυνομία ήρθε στο γραφείο του τη νύχτα της 13ης Απριλίου έψαξε το κτίριο και κατάσχεσε αρχειακό υλικό, σκληρούς δίσκους υπολογιστών, φορητούς υπολογιστές, βιντεοκάμερες και άλλον εξοπλισμό μετάδοσης. Ο Birsin βρίσκεται στις φυλακές τύπου D* του Ντιγιαρμπακίρ και αντιμετωπίζει ποινή φυλάκισης έως 15 χρόνια, εάν κριθεί ένοχος.

*(σ.σ.)Οι φυλακές τύπου D αποτελούνται από 11 πτέρυγες και 230 θαλάμους κράτησης. Αυτού του τύπου οι φυλακές έχουν κατασκευαστεί στη λογική του συστήματος των ατομικών κελιών και των κελιών των τριών κρατουμένων. https://en.wikipedia.org/wiki/Prisons_in_Turkey

 

ΟΙ ΑΡΧΕΣ ΠΑΡΑΘΕΤΟΥΝ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΟ ΕΡΓΟ ΚΑΙ ΗΧΟΓΡΑΦΗΜΕΝΕΣ ΣΥΖΗΤΗΣΕΙΣ ΩΣ ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΤΟΥ ΣΤΗ ΦΕΡΟΜΕΝΗ ΥΠΟΘΕΣΗ ERGENEKON.

 

Deniz Yıldırım, Aydınlık

Φυλακίστηκε: 8 Νοεμβρίου 2009

Ο Yıldırım ήταν ο αρχισυντάκτης της υπερεθνικιστικής αριστερής μηνιαίας τότε εφημερίδας, Aydınlık (Διαφωτισμός), όταν τέθηκε υπό κράτηση από την αστυνομία στο σπίτι του στην Κωνσταντινούπολη στο πλαίσιο κυβερνητικής έρευνας στη φερόμενη υπόθεση Ergenekon, που όπως υποστηρίζουν οι αρχές επρόκειτο για μια σκοτεινή συνωμοσία που αποσκοπούσε στην ανατροπή της κυβέρνησης μέσω στρατιωτικού πραξικοπήματος.

Κρατούνταν στις φυλακές τύπου F του Σιλιβρί στην Κωνσταντινούπολη με τις κατηγορίες για συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση, παραβίαση δικαιωμάτων στην ιδιωτική ζωή και αποκάλυψη κρατικών μυστικών. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ο Yıldırım έλαβε μια ηχογράφηση από τους συνωμότες στην υπόθεση Ergenekon και δημοσίευσε το περιεχόμενό της. Η ηχογράφηση φέρεται να περιλαμβάνει μια τηλεφωνική συζήτηση του 2004 μεταξύ του πρωθυπουργού Recep Tayyip Erdoğan και του τουρκο-κύπριου ηγέτη Mehmet Ali Talat, κατά την οποία οι δυο τους συζητούσαν το ευαίσθητο θέμα του πολιτικού καθεστώτος της Κύπρου. Επίσης, περιλάμβανε υποτιθέμενη συνομιλία μεταξύ του Erdoğan και του επιχειρηματία Remzi Gür.

Σαν αποδεικτικά στοιχεία, οι αρχές επικαλέστηκαν το δημοσιευμένο έργο του Yıldırım, καθώς και άλλες ηχογραφήσεις που, όπως εικάζεται, βρέθηκαν κατά την εισβολή της αστυνομίας στα γραφεία της Aydınlık. Ο Yıldırım, ο οποίος αντιμετωπίζει ποινή φυλάκισης έως και 57 χρόνια, ισχυρίστηκε ότι δεν είχε καμία σχέση με την υπόθεση Ergenekon. Ο Mehmet Aytenkin, δικηγόρος του Yıldırım, δήλωσε στην CPJ ότι ο πελάτης του συνελήφθη, επειδή η εφημερίδα του άσκησε κριτική στην κυβέρνηση

 

Seyithan Akyüz, Azadiya Welat

Φυλακίστηκε: 7 Δεκεμβρίου 2009

Ο Akyüz, ανταποκριτής στα Άδανα της κουρδόφωνης καθημερινής εφημερίδας Azadiya Welat, εξέτιε ποινή φυλάκισης 9 ετών και τριών μηνών στη φυλακή τύπου F του Κουρκτσούλερ των Αδάνων με κατηγορίες για υποβοήθηση της απαγορευμένης Ένωσης Κοινοτήτων του Κουρδιστάν (KCK), μιας κεντρικής ομάδας φιλοκουρδικών οργανώσεων στην οποία ανήκει και το Κουρδικό Εργατικό Κόμμα. Οι αρχές έκαναν λόγο για κατοχή απαγορευμένων εφημερίδων και την παρουσία του Akyüz σε μια διαδήλωση για την Πρωτομαγιά στη Σμύρνη.

Η δίκη στα Άδανα προσέλκυσε το εθνικό ενδιαφέρον, όταν ο δικαστής απαγόρευσε στον Akyüz και σε άλλους κατηγορουμένους να καταθέσουν στη μητρική τους γλώσσα, τα Κουρδικά. Μια έκθεση του Οργανισμού για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη έδειξε επίσης ότι οι δικαστικοί υπάλληλοι παρακρατούσαν έγγραφα σχετικά με την υπόθεση από το δικηγόρο του Akyüz για πάνω από ένα χρόνο.

Η νομική εκπροσώπηση του Akyüz, καθώς και άλλων φυλακισμένων δημοσιογράφων της Azadiya Welat άλλαξε πρόσφατα. Ο νέος δικηγόρος υπεράσπισης, Cemil Sözen, που εκπροσωπεί τον Akyüz επί της προσφυγής, δήλωσε ότι δεν μπορεί να προβεί σε σχόλια, γιατί δεν γνωρίζει ακόμα την υπόθεση.

 

Kenan Karavil, Radyo Dünya

Φυλακίστηκε: 7 Δεκεμβρίου 2009

Ο Karavil, αρχισυντάκτης του φιλοκουρδικού ραδιοφωνικού σταθμού Radyo Dünya στη νότια επαρχία των Αδάνων, τέθηκε υπό κράτηση στη φυλακή τύπου F της περιοχής με τις κατηγορίες συμμετοχής στην απαγορευμένη Ένωση Κοινοτήτων του Κουρδιστάν (KCK) και στο Κουρδικό Εργατικό Κόμμα (PKK). Αντιμετωπίζει ποινή φυλάκισης έως 25 χρόνια .

Σύμφωνα με το συνήγορο υπεράσπισης Vedat Özkan που μίλησε στην CPJ, ως αποδεικτικά στοιχεία οι αρχές επικαλέστηκαν τα ειδησεογραφικά προγράμματα του σταθμού του Karavil, τις συνεντεύξεις του με μέλη του Κόμματος για μια Δημοκρατική Κοινωνία και υποκλαπείσες τηλεφωνικές συνομιλίες που είχε με συναδέλφους, ακροατές και πηγές ειδήσεων. Κατά τη διάρκεια μιας τηλεφωνικής συνομιλίας, ο δικηγόρος ισχυρίστηκε ότι ο Karavil συζητούσε την ονομασία ενός προγράμματος «Those Who Imagine the Island». Συνέχισε λέγοντας ότι το κατηγορητήριο θεώρησε τη συνομιλία σαν μια παράνομη προπαγάνδα, γιατί αναφερόταν στη φυλάκιση του ηγέτη του PKK, Abdullah Öcalan, ο οποίος κρατείτο στις φυλακές του νησιού Ιμραλί.

Σε επιστολή του προς τα μέσα ενημέρωσης, ο Karavil δήλωσε ότι οι αρχές τον ανέκριναν σχετικά με την κυριότητα του σταθμού και το περιεχόμενο του προγράμματος του. Σύμφωνα με τον Özkan, οι δικαστικοί υπάλληλοι απαγόρευσαν στον Karavil να καταθέσει στα Κουρδικά, που είναι η μητρική του γλώσσα.

 

Bedri Adanır, Aram και Hawar

Φυλακίστηκε: 5 Ιανουαρίου 2010

Ο Adanır, ιδιοκτήτης του φιλοκουρδικού εκδοτικού οίκου Aram και αρχισυντάκτης της καθημερινής εφημερίδας Hawar, εκδικάστηκε για τις κατηγορίες της διάδοσης προπαγάνδας για το απαγορευμένο Κουρδικό Εργατικό Κόμμα (PKK) μέσω βιβλίων και άρθρων που δημοσίευσε η εταιρία του, σύμφωνα με τα στοιχεία του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Εν αναμονή της δικαστικής απόφασης απορρίφθηκε το αίτημα απελευθέρωσης με καταβολή εγγύησης από τον Adanır, ο οποίος τέθηκε υπό κράτηση στη φυλακή τύπου D του Ντιγιαρμπακίρ. Οι κατηγορίες μπορούν να επιφέρουν ποινή φυλάκισης 50.

Το 2009, το δικαστήριο καταδίκασε τον Adanır σε ποινή φυλάκισης 15 μηνών με παρόμοιες κατηγορίες περί διάδοσης προπαγάνδας, παρά το γεγονός ότι υπόθεση βρισκόταν υπό εξέταση από το Ανώτατο Δικαστήριο στα μέσα του 2012, σύμφωνα με το τουρκικό κρατικό πρακτορείο ειδήσεων Ανατολή. Η ανεξάρτητη πύλη ειδήσεων Bianet αναφέρει ότι η υπόθεση του 2009 προέκυψε από ένα βιβλίο που εκδόθηκε από τον εκδοτικό οίκο Aram και έγραψε ο φυλακισμένος ηγέτης του PKK, Abdullah Ocalan, με τίτλο Kültür-Sanat Devrimi Üzerine (Για την Επανάσταση του Πολιτισμού και της Τέχνης).

 

Erdal Süsem, Eylül Sanat Edebiyat Dergisi

Φυλακίστηκε: 10 Φεβρουαρίου 2010

Ο Süsem, συντάκτης του αριστερού καλλιτεχνικού περιοδικού Eylül Sanat Edebiyat Dergisi (September Arts Literature Magazine), τέθηκε υπό κράτηση στη φυλακή τύπου F του Εντίρν με την κατηγορία της υποβοήθησης της ηγεσίας του επικηρυγμένου Μαοϊκού Κομμουνιστικού Κόμματος (MKP). Οι αρχές ισχυρίστηκαν ότι το περιοδικό του Süsem έκανε προπαγάνδα για το κόμμα.

 Σε επιστολή που δημοσιεύθηκε από την ανεξάρτητη πύλη ειδήσεων Bianet το Φεβρουάριο του 2012, ο Süsem δήλωσε ότι τα στοιχεία εναντίον του συνίσταντο από δημοσιογραφικό υλικό, όπως βιβλία, καρτ ποστάλ και γράμματα καθώς και στοιχεία προερχόμενα από τις δραστηριότητες συλλογής ειδήσεων του ιδίου, όπως τηλεφωνικές συνεντεύξεις. Ο Süsem έκανε παρόμοιες δηλώσεις σε επιστολή του προς το υπουργείο Δικαιοσύνης που αναφερόταν στα ειδησεογραφικά πρακτορεία.

Ο Süsem ίδρυσε το περιοδικό κατά τη διάρκεια παλαιότερης κράτησής του στη φυλακή τύπου F της Ραιδεστού. Το περιοδικό παρουσίαζε ποιήματα, λογοτεχνικά έργα και άρθρα γνώμης σοσιαλιστών διανοούμενων που βρίσκονταν στη φυλακή. Οι τέσσερις πρώτες εκδόσεις δημοσιεύθηκαν σε φωτοτυπίες από τη φυλακή, ενώ μετά την αποφυλάκισή του το 2007 ο Süsem δημοσίευσε την έντυπη έκδοση της εφημερίδας, κυκλοφορώντας την έτσι σε άλλες 16 εκδόσεις.

Η παλαιότερη φυλάκιση του προέκυψε από τους ισχυρισμούς του 2000, σύμφωνα με τους οποίους ο Süsem είχε κλέψει ένα αστυνομικό περίστροφο, το οποίο αργότερα χρησιμοποιήθηκε σε ένα φόνο. (Δεν κατηγορήθηκε άμεσα για τη δολοφονία.) Όταν ερωτήθηκε, ο Süsem αρνήθηκε τις κατηγορίες περί κλοπής του κατά τη διάρκεια διαδικασιών. Δεν υπάρχουν αποδεικτικά δικανικά στοιχεία που να συνδέουν τον Süsem με το όπλο και οι περιγραφές του υπόπτου από τους μάρτυρες δεν ταιριάζουν με το δημοσιογράφο. Σύμφωνα με απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, ο Süsem κρίθηκε ένοχος για κλοπή και καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη, απόφαση που ανετράπη από το Ανώτατο Δικαστήριο το 2007. Το 2011, το Ανώτατο Δικαστήριο ανακάλεσε την απόφασή του, επαναφέροντας τη δικαστική απόφαση περί κλοπής.

 

Ali Konar, Azadiya Welat

Φυλακίστηκε: 27 Μαΐου 2010

Ο Konar, ανταποκριτής στο Ελαζίγκ για τη μοναδική κουρδόφωνη καθημερινή εφημερίδα στην Τουρκία, Azadiya Welat, εξέτιε ποινή φυλάκισης επτά ετών και έξι μηνών στις φυλακές τύπου Ε της Μαλάτειας με την κατηγορία της συμμετοχής στην απαγορευμένη Ένωση Κοινοτήτων του Κουρδιστάν (KCK), μέρος της οποίας είναι το Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν.

Σε επιστολή που δημοσίευσε η ανεξάρτητη πύλη ειδήσεων Bianet τον Ιανουάριο του 2012, ο Konar δήλωσε ότι τα δημοσιευμένα ειδησεογραφικά ρεπορτάζ του καθώς και η επικοινωνία του με τους συναδέλφους του χρησιμοποιήθηκαν ως απόδειξη εγκληματικής δραστηριότητας. Σύμφωνα πάλι με τον ίδιο, οι αρχές επικαλέστηκαν επίσης τις επισκέψεις που πραγματοποιούσε στον φυλακισμένο αδερφό του ως απόδειξη ότι είχε σχέσεις στη φυλακή με το KCK.

 

Ozan Kılınç, Azadiya Welat

Φυλακίστηκε: 22 Ιουλίου 2010

Ο Kılınç, αρχισυντάκτης της Κουρδικής καθημερινής, Azadiya Welat, της μοναδικής κουρδόφωνης καθημερινής εφημερίδας στην Τουρκία, εκτίει ποινή φυλάκισης πάνω από 32 χρόνια στις φυλακές τύπου D του Ντιγιαρμπακίρ, αφού καταδικάστηκε στο πλαίσιο του αντιτρομοκρατικού νόμου της χώρας με τις κατηγορίες της διάδοσης προπαγάνδας για το απαγορευμένο Κουρδικό Εργατικό Κόμμα (PKK).

Σύμφωνα με ειδησεογραφικά πρακτορεία, δώδεκα ειδησεογραφικές ιστορίες που δημοσιεύθηκαν στην Azadiya Welat χρησιμοποιήθηκαν ως αποδεικτικά στοιχεία εναντίον του. Δύο ακόμα αρχισυντάκτες της Azadiya Welat, ο Tayip Temel και ο Mehmet Emin Yıldırım, φυλακίστηκαν με παρόμοιες κατηγορίες, όταν η CPJ διεξήγαγε έρευνα την 1η Αυγούστου του 2012.

 

Hakan Soytemiz, Red

Φυλακίστηκε: 21 Σεπτεμβρίου 2010

Ο Soytemiz, αρθρογράφος για το αριστερό μηναίο περιοδικό πολιτικού περιεχομένου Red (Απόρριψη), τέθηκε υπό κράτηση στις φυλακές τύπου F της Ραιδεστού με τις κατηγορίες για συμμετοχή στην οργάνωση Devrimci Karargah (Επαναστατικό Στρατηγείο), την οποία η κυβέρνηση χαρακτηρίζει ως τρομοκρατική, αλλά και για κατοχή πλαστής ταυτότητας. Αντιμετωπίζει ποινή φυλάκισης 15 ετών.

Ως αποδεικτικά στοιχεία, το κατηγορητήριο επικαλέστηκε τις σχέσεις του Soytemiz με τον Ulaş Erdoğan, φερόμενο μέλος της οργάνωσης Devrimci Karargah, το 2004. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, εκείνη την περίοδο ο Erdoğan βοηθούσε τον Soytemiz στην πώληση της έκδοσης Haziran (June). Το κατηγορητήριο επικαλέστηκε επίσης σαν αποδεικτικά στοιχεία την αποστολή δεμάτων εκ μέρους του Soytemiz, χωρίς όμως να περιγράφει το περιεχόμενο των δεμάτων ή τη σχέση τους στην υπόθεση. Οι παραλήπτες ταυτοποιήθηκαν, όμως ο ρόλος τους στην υπόθεση δεν έγινε σαφής.

Οι ενάγοντες ισχυρίστηκαν επίσης ότι ο Soytemiz είχε σχέσεις με μια άλλη εφημερίδα, την Demokratik Dönüşüm (Δημοκρατική Μετατροπή), η οποία θεωρήθηκε ότι πρόβαλλε την οργάνωση Devrimci Karargah. Οι αρχές δήλωσαν ότι το όνομα του Soytemiz βρέθηκε σε λογαριασμούς που συνδέονται με την εφημερίδα.

Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τις αρχές, η παρουσία του Soytemiz σε συλλαλητήρια του Κομμουνιστικού Κόμματος της Τουρκίας, το οποίο αποτελεί νομική οντότητα, η χρήση κινητού τηλεφώνου που ήταν καταχωρημένο σε ένα άλλο όνομα, καθώς και λοιπές απροσδιόριστες τηλεφωνικές συνομιλίες αποτελούν τα αποδεικτικά στοιχεία εναντίον του. Οι αρχές υποστηρίζουν ακόμη ότι ο ίδιος είχε υπό την κατοχή του αστυνομική ταυτότητα στο όνομα του αδερφού του. Μία παλαιότερη δικαστική απόφαση, η οποία στηρίχθηκε σε κατηγορίες περί στήριξης ένοπλης τρομοκρατικής οργάνωσης, του Επαναστατικού Κόμματος της Τουρκίας, χρησιμοποιήθηκε επίσης ως αποδεικτικό στοιχείο εναντίον του. Ο Soytemiz εξέτισε ποινή φυλάκισης περίπου τεσσάρων ετών για την εν λόγω υπόθεση.

 

Η ΚΑΛΥΨΗ ΕΝΟΣ ΔΕΛΤΙΟΥ ΤΥΠΟΥ ΘΕΩΡΕΙΤΑΙ ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΕΝΟΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ …

 

Sinan Aygül, πρακτορείο ειδήσεων Dicle

Φυλακίστηκε: 19 Ιανουαρίου 2011

Ο Aygül, ρεπόρτερ στο Μπιτλίς για το φιλοκουρδικό πρακτορείο ειδήσεων Dicle (DİHA), τέθηκε υπό κράτηση στις φυλακές τύπου Ε* της επαρχίας Μους με την κατηγορία της συμμετοχής στο απαγορευμένο Κουρδικό Εργατικό Κόμμα (PKK). Ο Aygül, που αντιμετωπίζει ποινή φυλάκισης έως 15 χρόνια, έχει αρνηθεί τις κατηγορίες.

Οι αρχές αναφέρθηκαν στις υποκλαπείσες τηλεφωνικές συζητήσεις του συντάκτη ως αποδεικτικά στοιχεία της συμμετοχής του στην «οργάνωση» εξ ονόματος του PKK. Βιβλία, περιοδικά, ψηφιακό υλικό που κατασχέθηκαν από το σπίτι του, εμπιστευτική κατάθεση μάρτυρα και φωτογραφίες που τράβηξε η αστυνομία από πολιτικά συλλαλητήρια αναφέρθηκαν επίσης ως αποδεικτικά στοιχεία εναντίον του. Ο συνήγορος υπεράσπισης Murat Timur δήλωσε στην CPJ ότι ο πελάτης του στοχοποιήθηκε, επειδή έκανε πολιτικό ρεπορτάζ για Kουρδικό μέσο ενημέρωσης που αντιτίθεται στη διοίκηση. «Τα έγγραφα στο φάκελο είναι οι ειδησεογραφικές ιστορίες που έγραψε», δήλωσε ο Timur, επισημαίνοντας ότι οι αρχές χαρακτήρισαν την κάλυψη ενός δελτίου τύπου του πελάτη του ως ενεργή συμμετοχή σε δραστηριότητες απαγορευμένης οργάνωσης. «Οι υποθέσεις που εκδικάζονται είναι πράξεις δημοσιογραφίας».

*(σ.σ.)Οι φυλακές τύπου Ε είναι κατασκευασμένη σε δύο ορόφους με θαλάμους για 2,4,6,8 και 10 κρατούμενους. Κάθε θάλαμος έχει δικό του προαύλιο. Ο πρώτος όροφος είναι ο χώρος όπου οι κρατούμενοι γευματίζουν ενώ στον δεύτερο βρίσκονται οι κοιτώνες τους. https://en.wikipedia.org/wiki/Prisons_in_Turkey

 

Soner Yalçın, Odatv και Hürriyet

Barış Pehlivan, Odatv

Barış Terkoğlu, Odatv

Φυλακίστηκαν: 14 Φεβρουαρίου 2011

Yalçın Küçük, Odatv και Aydınlık

Φυλακίστηκε: 7 Μαρτίου 2011

Αρκετά μέλη της υπερεθνικιστικής αριστερής ειδησεογραφικής ιστοσελίδας Odatv συνελήφθησαν το Φεβρουάριο και το Μάρτιο του 2011 με τις κατηγορίες της συμμετοχής στην υπόθεση Ergenekon, που όπως υποστηρίζουν οι αρχές επρόκειτο για μια σκοτεινή συνωμοσία που αποσκοπούσε στην ανατροπή της κυβέρνησης μέσω ενός στρατιωτικού πραξικοπήματος. Οι αρχές κατηγόρησαν όλα τα στελέχη για διάδοση της προπαγάνδας εξ ονόματος της οργάνωσης Ergenekon, ενώ υπέβαλαν συμπληρωματικές κατηγορίες εναντίον ορισμένων στελεχών.

Η Odatv παρουσιάζει νέα και σχολιασμούς που προωθούν υπερεθνικιστικούς σκοπούς από μια κεμαλική προοπτική και ασκεί δριμύτατη κριτική στους υποτιθέμενους αντιπάλους της. Στόχοι των επιθέσεων της είναι το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, η θρησκευτική κοινότητα Φετουλάχ Γκιουλέν, το Κουρδικό Εργατικό Κόμμα (PKK), καθώς και οι φιλελεύθεροι. Πολλοί από τους επικριτικούς σχολιασμούς της OdatV περιλαμβάνουν και προσωπικές επιθέσεις.

Ο Yalçın, ιδιοκτήτης της ιστοσελίδας και αρθρογράφος για την καθημερινή εφημερίδα Hürriyet (Ελευθερία), καθώς και ο Pehlivan, αρχισυντάκτης της ιστοσελίδας, κατηγορήθηκαν επίσης για προσπάθεια επιρροής των δικαστικών διαδικασιών, για υποκίνηση μίσους και για παραβίαση δικαιωμάτων στην ιδιωτική ζωή. Επιπλέον, οι αρχές κατηγόρησαν τον Yalçın για διαρροή απόρρητων στρατιωτικών και μυστικών εγγράφων. Κρατούμενοι στις φυλακές τύπου F του Σιλιβρί στην Κωνσταντινούπολη εν αναμονή της δίκης, τόσο ο Yalçın όσο και ο Pehlivan αρνήθηκαν τις κατηγορίες και δήλωσαν ότι τα στοιχεία εναντίον τους αφορούν το δημοσιευμένο στην ιστοσελίδα υλικό, καθώς και τις επαγγελματικές τηλεφωνικές συζητήσεις τους.

Ο συντάκτης ειδήσεων Terkoğlu κατηγορήθηκε επίσης για υποκίνηση μίσους και τέθηκε υπό κράτηση στις φυλακές τύπου F του Σιλιβρί εν αναμονή της δίκης. Ο Terkoğlu δήλωσε ότι βρισκόταν πίσω από τις ειδησεογραφικές ιστορίες που δημοσιεύονταν από την Odatv, γραμμένες από τον ίδιο ή από άλλους συντάκτες, όμως καμία από αυτές δεν είχε εγκληματικό περιεχόμενο. Ισχυρίστηκε ότι το ρεπορτάζ της Odatv πάνω στην υπόθεση Ergenekon, για παράδειγμα, βασίστηκε σε δημόσια κατηγορητήρια και συνεδριάσεις δικαστηρίου. «Υπάρχουν νόμοι για τον Τύπο στη χώρα. Οι εισαγγελείς μπορούν να προσφύγουν στο δικαστήριο, αν αυτό που γράφουμε είναι λάθος. Όμως, δεν έγινε κάτι τέτοιο. Οι ειδήσεις μας θεωρήθηκαν τρομοκρατικό έγκλημα», δήλωσε ο Terkoğlu ενώπιον του δικαστηρίου.

Ο Küçük, αρθρογράφος στην ιστοσελίδα και στην καθημερινή εφημερίδα Aydınlık, κατηγορήθηκε επίσης για ηγετική θέση στην οργάνωση Ergenekon, υποκίνηση μίσους, παραβίαση των δικαιωμάτων στην ιδιωτική ζωή και διαρροή απόρρητων στρατιωτικών και μυστικών εγγράφων. Ενώπιον του δικαστηρίου ο Küçük ισχυρίστηκε ότι οι κατηγορίες ήταν αβάσιμες.

Ως αποδεικτικά στοιχεία οι αρχές επικαλέστηκαν τις υποκλαπείσες τηλεφωνικές συνδιαλέξεις μεταξύ των στελεχών με θέμα τη δημοσιογραφική κάλυψη. Κατά τη διάρκεια μιας συζήτησης, οι αρχές εικάζουν ότι ο Yalçın ζήτησε από αρθρογράφο να συντάξει ένα κείμενο που να υπαινίσσεται ότι το κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) ασκούσε πιέσεις στον στρατό για οργάνωση πραξικοπήματος.

Οι αρχές επικαλέστηκαν επίσης ως αποδεικτικά στοιχεία τα ψηφιακά έγγραφα που βρέθηκαν σε υπολογιστές της Odatv κατά την εισβολή της αστυνομίας στο σταθμό. Η αυθεντικότητα των εγγράφων αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Μια ομάδα από το Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Μέσης Ανατολής στην Άγκυρα, που εξέτασε τα αποδεικτικά στοιχεία κατόπιν αιτήματος της υπεράσπισης, βρήκαν ότι οι υπολογιστές μολύνθηκαν από υιό Trojan που έκανε τα μηχανήματα ευάλωτα στην παραποίηση αρχείων. Μεταξύ άλλων, οι πραγματογνώμονες διαπίστωσαν ότι τα αρχεία αυτά αλλοιώθηκαν την ημέρα της αστυνομικής εισβολής, αυξάνοντας έτσι τις πιθανότητες τα αρχεία να τοποθετήθηκαν εκεί ή να έχουν παραποιηθεί.

Οι αρχές ισχυρίστηκαν ότι τα έγγραφα περιλάμβαναν ένα στρατηγικής σημασίας επικοινωνιακό σημείωμα σχετικά με την υπόθεση Ergenekon, ένα υπερεθνικιστικό κείμενο που χαρακτήριζε επικίνδυνο το AKP, καθώς και οδηγίες για την κάλυψη των στρατηγών του PKK και AKP και της έρευνας στην υπόθεση Ergenekon.

Επίσης, οι αρχές αναφέρθηκαν σε δυο έγγραφα που υποστηρίζουν ότι ο διάσημος ερευνητικός δημοσιογράφος Nedim Şener είχε βοηθήσει τον πρώην επικεφαλής της περιφερειακής αστυνομίας, Hanefi Avci, στη συγγραφή ενός βιβλίου το 2010 σύμφωνα με το οποίο το κίνημα Γκιουλέν είχε εισχωρήσει στο αστυνομικό σώμα. Σε ένα άλλο έγγραφο ισχυρίζεται ότι ο Şener βοηθούσε επίσης τον ερευνητικό ανταποκριτή Ahmet Şık στη συγγραφή ενός βιβλίου σχετικά με το κίνημα Γκιουλέν. Οι αρχές χρησιμοποίησαν αυτά τα έγγραφα για να εμπλέξουν τους Şener και Şık στην υπόθεση Ergenekon. Και οι δύο φυλακίστηκαν για διάστημα πάνω από 12 μήνες πριν αφεθούν ελεύθεροι εν αναμονή της δίκης τους. Συνέχισαν να αντιμετωπίζουν κατηγορίες συνδεδεμένες με την υπόθεση.

 

… ΕΚΔΙΚΑΖΟΝΤΑΙ ΟΙ ΠΡΑΞΕΙΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΑΣ, ΔΗΛΩΝΕΙ ΕΝΑΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ

 

Ahmet Akyol, πρακτορείο ειδήσεων Dicle

Φυλακίστηκε: 6 Μαΐου 2011

Ο Akyol, ένας ειδικευόμενος ανταποκριτής του φιλοκουρδικού πρακτορείου ειδήσεων Dicle (DİHA), στη νότια πόλη των Αδάνων, τέθηκε υπό κράτηση στις φυλακές τύπου E του Σεϊχάν με τις κατηγορίες της συμμετοχής στην απαγορευμένη Ένωση Κοινοτήτων του Κουρδιστάν (KCK), μιας κεντρικής ομάδας φιλοκουρδικών οργανώσεων στην οποία ανήκει και το Κουρδικό Εργατικό Κόμμα. Αντιμετωπίζει ποινή φυλάκισης έως 25 χρόνια, εάν καταδικαστεί για τις κατηγορίες, συμπεριλαμβανομένης της διάδοσης προπαγάνδας εξ ονόματος της ομάδας.

Ο συνήγορος υπεράσπισης Vedat Özkan δήλωσε ότι οι υποκλαπείσες τηλεφωνικές συνδιαλέξεις χρησιμοποιήθηκαν ως αποδεικτικά στοιχεία εναντίον του πελάτη του. Σύμφωνα με τον ίδιο, αναφέρθηκαν συγκεκριμένα οι συζητήσεις του Akyol με τον εκδότη του στο DİHA, έναν άλλο ανταποκριτή καθώς και μια πηγή ειδήσεων. Το κατηγορητήριο αναφέρθηκε επίσης στην παρουσία του Akyol σε πολιτικά συλλαλητήρια. Ο Akyol δήλωσε στις αρχές ότι οι τηλεφωνικές συνδιαλέξεις καθώς και η συμμετοχή του στα συλλαλητήρια σχετίζονταν με την ιδιότητά του ως ειδικευόμενου ανταποκριτή.

Ο Akyol, φοιτητής του πανεπιστημίου Τσουκούροβα, συνελήφθη κατά τη διάρκεια αστυνομικής επιχείρησης με στόχο τους φοιτητές.

 Turhan Özlü, Ulusal Kanal

Φυλακίστηκε: 21 Αυγούστου 2011

Ο Özlü, αρχισυντάκτης του υπερεθνικιστικού αριστερού τηλεοπτικού σταθμού Ulusal Kanal (Εθνικό Κανάλι), τέθηκε υπό κράτηση στις φυλακές τύπου F του Σιλιβρί στην Κωνσταντινούπολη με τις κατηγορίες για συμμετοχή στην υπόθεση Ergenekon, που όπως υποστηρίζουν οι εισαγγελείς επρόκειτο για μια σκοτεινή συνωμοσία που αποσκοπούσε στην ανατροπή της διοίκησης. Αντιμετωπίζει ποινή φυλάκισης έως 15 χρόνια.

Σύμφωνα με το κατηγορητήριο της κυβέρνησης, το κανάλι μετέδωσε ηχητικό ντοκουμέντο που παρήγαγαν συμμετέχοντες στη συνωμοσία Ergenekon. Η ηχογράφηση φέρεται να περιλαμβάνει μια τηλεφωνική συζήτηση του 2004 μεταξύ του πρωθυπουργού Recep Tayyip Erdoğan και του τουρκο-κύπριου ηγέτη Mehmet Ali Talat, κατά την οποία οι δυο τους συζητούσαν το ευαίσθητο θέμα του πολιτικού καθεστώτος της Κύπρου. Επίσης, περιλάμβανε υποτιθέμενη συνομιλία μεταξύ του Erdoğan και του επιχειρηματία Remzi Gür.

Το κατηγορητήριο χαρακτήρισε το Ulusal Kanal ως δάκτυλο των μέσων ενημέρωσης για την υπόθεση Ergenekon.

 

Aydın Yıldız, πρακτορείο ειδήσεων Dicle

Φυλακίστηκε: 1 Οκτωβρίου 2011

Ο Yıldız, ανταποκριτής του φιλοκουρδικού πρακτορείου Dicle (DİHA), συνελήφθη από τους αστυνομικούς στην πόλη Μερσίνη. Τέθηκε υπό κράτηση στις φυλακές τύπου H* του Γκαζιαντέπ εν αναμονή της δίκης με την κατηγορία της συμμετοχής στην απαγορευμένη Ένωση Κοινοτήτων του Κουρδιστάν (KCK), στην οποία ανήκει και το Κουρδικό Εργατικό Κόμμα (PKK). O Yıldız αντιμετωπίζει ποινή φυλάκισης έως 20 χρόνια .

Οι αρχές ισχυρίστηκαν ότι είχαν υπό την κατοχή τους φωτογραφίες στις οποίες ο Yıldız παρευρέθηκε σε εκδηλώσεις πολιτικής ανυπακοής και σε κηδείες των μελών του PKK. Η συνήγορος υπεράσπισης Berivan Özpolat δήλωσε στην CPJ ότι ο πελάτης της, Yıldız, κάλυπτε τα γεγονότα, καθώς και ότι είχε στοχοποιηθεί γιατί ήταν ένας Κούρδος δημοσιογράφος που εργάζεται για ένα σταθμό που αντιτίθεται στη διοίκηση.

*(σ.σ.) Οι φυλακές τύπου Η είναι κατασκευασμένες σε δύο ορόφους. Αποτελούνται από 200 ατομικά κελιά και από 100 κελιά των τριών κρατουμένων. https://en.wikipedia.org/wiki/Prisons_in_Turkey

 

 

Tayip Temel, Azadiya Welat

Φυλακίστηκε: 3 Οκτωβρίου 2011

Ο Temel, πρώην αρχισυντάκτης και αρθρογράφος της κουρδόφωνης καθημερινής εφημερίδας Azadiya Welat, τέθηκε υπό κράτηση στις φυλακές τύπου D του Ντιγιαρμπακίρ με τις κατηγορίες της συμμετοχής στην Ένωση Κοινοτήτων του Κουρδιστάν (KCK), στην οποία ανήκει και το απαγορευμένο Κουρδικό Εργατικό Κόμμα (PKK). Σύμφωνα με έκθεση του Οργανισμού για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη, αντιμετωπίζει ποινή φυλάκισης πάνω από 22 χρόνια .

Σε επιστολή του τον Ιανουάριο του 2012 προς την ανεξάρτητη πύλη ειδήσεων Bianet, ο Temel ισχυρίστηκε ότι είχε στοχοποιηθεί για τις δημοσιογραφικές του δραστηριότητες. Σύμφωνα με τον Temel, ως αποδεικτικά στοιχεία η κυβέρνηση επικαλέστηκε τις υποκλαπείσες τηλεφωνικές συνδιαλέξεις που είχε ο ίδιος με συναδέλφους του, καθώς και με μέλη του φιλοκουρδικού Κόμματος της Δημοκρατικής Κοινωνίας (DTP) και του Κόμματος Ειρήνης και Δημοκρατίας (BDP). Ισχυρίστηκε ότι η κυβέρνηση είχε θεωρήσει εσφαλμένα ότι τα επαγγελματικά ταξίδια του ιδίου στο Ιράκ είχαν σχέση με τη συμμετοχή του σε συναντήσεις των μελών του PKK. «Τα άρθρα, η αλληλογραφία, οι συζητήσεις πάνω στους τίτλους ειδήσεων και τα αιτήματα για νέα και οπτικό υλικό από τους ρεπόρτερ χαρακτηρίστηκαν ως “διαταγές” και “δραστηριότητα εξ ονόματος μιας οργάνωσης”, ενώ εγώ βρέθηκα κατηγορούμενος για την ηγεσία της οργάνωσης», έγραψε ο Temel, περιγράφοντας το κατηγορητήριο της κυβέρνησης.

Δύο ακόμα αρχισυντάκτες της Azadiya Welat, ο Ozan Kılınç και ο Mehmet Emin Yıldırım, φυλακίστηκαν με παρόμοιες κατηγορίες, όταν η CPJ διεξήγαγε έρευνα την 1η Αυγούστου του 2012.

 Murat Aydın, πρακτορείο ειδήσεων Dicle

Φυλακίστηκε: 20 Οκτωβρίου 2011

Ο Αydın, ρεπόρτερ για το φιλοκουρδικό πρακτορείο ειδήσεων Dicle (DİHA), συνελήφθη από τους αστυνομικούς στην επαρχία Μους και τέθηκε υπό κράτηση στα μέσα του 2012 στις φυλακές τύπου Μ του Μπαϊμπούρτ με την κατηγορία της συμμετοχής στο απαγορευμένο Κουρδικό Εργατικό Κόμμα (PKK). Έως τα μέσα του 2012 δεν είχε κατατεθεί επίσημο κατηγορητήριο. Ο συνήγορος υπεράσπισης Halil Kartal δήλωσε στην CPJ ότι ο πελάτης του είχε κακοποιηθεί κατά τη διάρκεια της σύλληψης και κράτησής του.

Σύμφωνα με τον Kartal, κατά την ανακριτική διαδικασία, οι εισαγγελείς αναφέρθηκαν στις τηλεφωνικές συνδιαλέξεις του Aydın με τους συναδέλφους του αλλά και με άλλα λοιπά μέσα ενημέρωσης ως απόδειξη εγκληματικής δραστηριότητας. Πιο συγκεκριμένα, οι εισαγγελείς επικαλέστηκαν μια συνομιλία κατά την οποία ο ανταποκριτής μετέδωσε μια ανακοίνωση του φιλοκουρδικού Κόμματος Ειρήνης και Δημοκρατίας από τον ευνοϊκά προσκείμενο στο PKK δορυφορικό σταθμό Roj TV.

 

ΑΝΑΘΕΤΟΝΤΑΣ ΣΕ ΕΝΑ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟ ΝΑ ΓΡΑΨΕΙ ΚΑΤΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΕΙΡΗΝΗΣ …

Σε ανοιχτή επιστολή του προς την ανεξάρτητη πύλη ειδήσεων Bianet, ο Aydın ισχυρίστηκε ότι οι αρχές είχαν επικεντρωθεί αποκλειστικά στη δημοσιογραφική του πορεία κατά τη διάρκεια της ανάκρισης. Ο ίδιος περιέγραψε επίσης μια βασανιστική σύλληψη που έλαβε χώρα το 2011: «Εισέβαλαν στο σπίτι μου και εγώ βρέθηκα ξαπλωμένος με το πρόσωπο στο πάτωμα. Κουκουλοφόροι και βαριά οπλισμένοι αστυνομικοί με κλότσησαν και με χτύπησαν με όπλα. Κάποια στιγμή, και ενώ πατούσαν με τα πόδια τους το κεφάλι μου, με σημάδεψαν με τις κάννες των όπλων τους. Ένας επικεφαλής της αστυνομίας φώναξε σε έναν αστυνομικό που κατέγραφε την όλη επιχείρηση: «Μην το καταγράψεις αυτό».

 

Hasan Özgüneş, Azadiya Welat

Φυλακίστηκε: 28 Οκτωβρίου 2011

Ο Ozgüneş, βετεράνος δημοσιογράφος και αρθρογράφος της κουρδόφωνης καθημερινής εφημερίδας Azadiya Welat, τέθηκε υπό κράτηση στις φυλακές τύπου F του Κοτζαελί με τις κατηγορίες για υποβοήθηση της ηγεσίας της Ένωσης Κοινοτήτων του Κουρδιστάν (KCK), στην οποία ανήκει και το Κουρδικό Εργατικό Κόμμα (PKK). Κατηγορήθηκε επιπλέον για διάδοση προπαγάνδας και συμμετοχή σε παράνομες διαδηλώσεις.

Ο Özgüneş αρθρογραφούσε για την Azadiya Welat σε θέματα πολιτικής, κοινωνικής, πολιτιστικής και οικονομικής επικαιρότητας από το 2007, αφού πρώτα είχε εργαστεί για Κουρδικά περιοδικά, όπως το Tiroj και το Zend, από το 1993. Είναι επίσης μέλος του φιλοκουρδικού Κόμματος Ειρήνης και Δημοκρατίας (BDP).

Οι αρχές δεν επέτρεψαν στον Özgüneş να καταθέσει στη μητρική του γλώσσα, τα Κουρδικά, σύμφωνα με τα ειδησεογραφικά πρακτορεία. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, κατά την ανακριτική διαδικασία, οι αρχές αναζήτησαν πληροφορίες πάνω σε ομιλίες του Özgüneş στην πολιτική ακαδημία του BDP, σε συνεντεύξεις με τον ευνοϊκά προσκείμενο στο PKK δορυφορικό σταθμός Roj TV, αλλά και στην παρουσία του σε πολιτική διαδήλωση.

 

Mehmet Güneş, Türkiye Gerçeği

Φυλακίστηκε: 6 Δεκεμβρίου 2011

Ο Güneş, εκδότης και αρθρογράφος για το σοσιαλιστικό περιοδικό πολιτικού περιεχομένου Türkiye Gerçeği (Η αλήθεια της Τουρκίας) , τέθηκε υπό κράτηση στις φυλακές τύπου F της Ραιδεστού με τις κατηγορίες για συμμετοχή στην οργάνωση Devrimci Karargah (Επαναστατικό. Στρατηγείο), την οποία η κυβέρνηση χαρακτηρίζει ως τρομοκρατική. Σύμφωνα με έκθεση του Οργανισμού για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη, ο Güneş αντιμετωπίζει ποινή φυλάκισης 15 χρόνια.

Το κατηγορητήριο, σύμφωνα με το οποίο η αστυνομία παρακολουθούσε τον Güneş και τις τηλεφωνικές του συνομιλίες, επικαλέστηκε την επικοινωνία του δημοσιογράφου με εναγόμενους που αντιμετωπίζουν παρόμοιες κατηγορίες εγκληματικής δραστηριότητας. Οι αρχές επίσης ισχυρίζονται ότι μια δημοσίευση με τίτλο Devrimci Dönüşüm (Επαναστατική Μετατροπή), η οποία θεωρείται ότι συνδέεται με την οργάνωση Devrimci Karargah, είχε την ίδια ταχυδρομική διεύθυνση αποστολής με το γραφείο του Güneş.

Σύμφωνα με τις αρχές, έγγραφα σχετικά με την οργάνωση Devrimci Karargah κατασχέθηκαν από το γραφείο του Güneş. Τα έγγραφα περιλάμβαναν άρθρα για την οργάνωση Devrimci Karargah, καθώς και πληροφορίες σχετικές με μηνύσεις και αστυνομικές επιχειρήσεις εναντίον της οργάνωσης, όπως ισχυρίστηκε το κατηγορητήριο. Μεταξύ άλλων υπήρχαν και άρθρα γραμμένα από τον Orhan Yılmazkaya, ηγέτη της οργάνωσης Devrimci Karargah που σκοτώθηκε σε αστυνομική επιχείρηση στο κέντρο της Κωνσταντινούπολης το 2009.

Ο συνήγορος υπεράσπισης Ercan Kanar δήλωσε στους δημοσιογράφους ότι ο Güneş υπέστη κακοποίηση κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη φυλακή της Ραιδεστού, επικαλούμενος μάλιστα ένα επεισόδιο κατά το οποίο οι αστυνομικοί έγδυσαν και χτύπησαν τον κατηγορούμενο. Η αστυνομία κατάχεσε επίσης έναν υπολογιστή και έγγραφα που ανήκαν στη σύζυγο του Güneş, τη δικηγόρο Gülizar Tuncer. Η ίδια ισχυρίστηκε ότι τα κατασχεθέντα έγγραφα αφορούσαν άσχετες υποθέσεις τις οποίες χειριζόταν ως δικηγόρος.

 

Abdullah Çetin, πρακτορείο ειδήσεων Dicle

Φυλακίστηκε: 16 Δεκεμβρίου 2011

Ο Çetin, ανταποκριτής για το φιλοκουρδικό πρακτορείο ειδήσεων Dicle (DİHA), στη νοτιοανατολική επαρχία Σιίρτ, τέθηκε υπό κράτηση στις φυλακές τύπου D του Ντιγιαρμπακίρ με τις κατηγορίες για υποβοήθηση της Ένωσης Κοινοτήτων του Κουρδιστάν (KCK), στην οποία ανήκει το Κουρδικό Εργατικό Κόμμα (PKK). Σύμφωνα με έκθεση του Οργανισμού για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη, αντιμετωπίζει ποινή φυλάκισης έως 15 χρόνια βάσει.

Το ειδησεογραφικό πρακτορείο ETHA δήλωσε ότι ο Çetin βρέθηκε κατηγορούμενος για την οργάνωση αντικυβερνητικών διαδηλώσεων. Το κατηγορητήριο της κυβέρνησης επικαλέστηκε επίσης τις επαγγελματικές τηλεφωνικές συνδιαλέξεις του Çetin ως αποδεικτικά στοιχεία, σύμφωνα με την ανεξάρτητη πύλη ειδήσεων Bianet. Σύμφωνα πάλι με την Bianet, ο Çetin δήλωσε στις αρχές ότι είχε παρευρεθεί στις διαδηλώσεις για δημοσιογραφικούς σκοπούς.

 

 Ziya Çiçekçi, Özgür Gündem

Turabi Kişin, Özgür Gündem

Yüksel Genç, Özgür Gündem

Nevin Erdemir, Özgür Gündem

Dilek Demiral, Özgür Gündem

Sibel Güler, Özgür Gündem

Nurettin Fırat, Özgür Gündem

Φυλακίστηκαν: 20 Δεκεμβρίου 2011

Τουλάχιστον επτά εκδότες και συγγραφείς, που είχαν σχέσεις με τη φιλοκουρδική εφημερίδα Özgür Gündem (Ελεύθερος Σκοπός), ήταν ακόμα υπό κράτηση μεταξύ των 27 δημοσιογράφων τον Αύγουστο του 2012 μετά τη σύλληψή τους στο πλαίσιο μαζικών κυβερνητικών κινητοποιήσεων στις 20 και 21 Δεκεμβρίου του 2011. Οι αρχές ισχυρίστηκαν ότι οι συλλήψεις ήταν συνδεδεμένες με την έρευνα που διεξήγαγαν σχετικά με την απαγορευμένη Ένωση Κοινοτήτων του Κουρδιστάν (KCK), στην οποία ανήκει και το Κουρδικό Εργατικό Κόμμα (PKK). Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, όλα τα κύρια φιλοκουρδικά μέσα ενημέρωσης και τα ειδησεογραφικά πρακτορεία στην Τουρκία καθοδηγούνται από την KCK.

Ο Çiçekçi, εκδότης και συντάκτης ειδήσεων, τέθηκε υπό κράτηση στην Καντίρα στις φυλακές τύπου F του Κοτζαελί με τις κατηγορίες για παροχή βοήθειας στη διοίκηση της επιτροπής Τύπου της KCK, που φέρεται να οργάνωσε την κάλυψη με σκοπό την περαιτέρω προώθηση των στόχων της οργάνωσης. Το κατηγορητήριο επέρριψε ευθύνες στον Çiçekçi για τη διαμόρφωση της ειδησεογραφικής ατζέντας, ώστε να είναι σύμφωνη με τους στόχους της οργάνωσης, καθώς και για τη συμμετοχή του στις συναντήσεις της επιτροπής Τύπου στο Ιράκ.

… Η ΔΙΑΔΗΛΩΣΗ ΘΕΩΡΕΙΤΑΙ ΩΣ ΥΠΑΚΟΗ ΣΤΙΣ ΕΝΤΟΛEΣ ΤΟΥ PKK

Ως αποδεικτικά στοιχεία οι αρχές επικαλέστηκαν βιβλία, περιοδικά, το σκληρό δίσκο ενός υπολογιστή, CDs, DVDs, κασέτες, βιβλία τραπεζικού λογαριασμού, χειρόγραφες σημειώσεις, γράμματα και ένα αντίγραφο της Özgür Gündem. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, μεταξύ των ψηφιακών ντοκουμέντων, βρέθηκε και βίντεο από εκδηλώσεις του PKK και της KCK.

O Kişin, εκδότης της Özgür Gündem, τέθηκε υπό κράτηση στην Καντίρα στις φυλακές τύπου F με της κατηγορίες της κατοχής ηγετικής θέσης στην επιτροπή Τύπου της KCK και της λήψης εντολών από το φυλακισμένο ηγέτη του PKK, Abdullah Öcalan, μέσω email που έστελναν οι συνήγοροι υπεράσπισης. Ως αποδεικτικά στοιχεία, οι αρχές επικαλέστηκαν τρεις ιστορίες που δημοσιεύθηκαν σε φιλοκουρδικές εφημερίδες, μια γραμμένη από τον Kişin και δύο στις οποίες εκείνος υπήρξε το θέμα. Η εισαγγελική αρχή επικαλέστηκε επίσης υποκλαπείσες τηλεφωνικές συνδιαλέξεις του Kişin στις οποίες του είχε ζητηθεί να αναγγείλει τους θανάτους μελών του PKK, κάτι που ο ίδιος αρνήθηκε στο πλαίσιο των νομικών περιορισμών. Τα τηλεφωνήματα περιείχαν ακόμα και συζητήσεις που είχε ο Kişin με συνεργάτες που ήθελαν να δημοσιεύσουν άρθρα τους στην εφημερίδα του. Ο Kişin δήλωσε ότι η εφημερίδα του έχει αντικυβερνητικό υλικό, αρνήθηκε όμως ότι λάμβανε εντολές από το KCK.

Η Genç, που εργαζόταν ως αρθρογράφος, τέθηκε υπό κράτηση στα μέσα του έτους στις Γυναικείες και Παιδικές Φυλακές του Μπακίρκιοϊ της Κωνσταντινούπολης με την κατηγορία της συμμετοχής στην επιτροπή Τύπου της KCK. Οι αρχές, επικαλούμενες καταθέσεις από άλλους ύποπτους, ισχυρίστηκαν ότι η Genç ήταν μέλος «υψηλού επιπέδου» της επιτροπής Τύπου της KCK, καθώς και ότι είχε συμμετάσχει στις συναντήσεις της επιτροπής στο βόρειο Ιράκ. Ως αποδεικτικά στοιχεία οι αρχές επικαλέστηκαν επίσης σημειώσεις της Genç πάνω σε θέματα εθνικής διαμάχης στην Ισπανία, τη Νότιο Αφρική και τη Βολιβία, σε συνδυασμό με τηλεφωνικές συνδιαλέξεις της με άλλους δημοσιογράφους. Το αίτημα της Genç να γραφτεί ένα άρθρο σχετικά με τη διαδήλωση για την Παγκόσμια Ημέρα Ειρήνης στην Τουρκία, για παράδειγμα, θεωρήθηκε από τις αρχές εντολή που εξυπηρετούσε τα συμφέροντα του PKK. Η Genç δήλωσε ότι δεν συμμετείχε στην επιτροπή Τύπου της KCK και ότι οι συνομιλίες της με άλλους δημοσιογράφους ήταν επαγγελματικής φύσης.

Η Erdemir, που εργαζόταν ως ανταποκρίτρια και συντάκτρια, τέθηκε υπό κράτηση στις Γυναικείες και Παιδικές Φυλακές του Μπακίρκιοϊ της Κωνσταντινούπολης με την κατηγορία της στήριξης της διοίκησης της επιτροπής Τύπου της KCK. Επικαλούμενη αρχεία διαβατηρίων και εμπιστευτικές καταθέσεις μαρτύρων, η κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι η Erdemir συμμετείχε σε συνάντηση της επιτροπής Τύπου της KCK στο Ιράκ το 2009. Το κατηγορητήριο επίσης επικαλείται ως αποδεικτικά στοιχεία τη συμμετοχή της σε συνέντευξη Τύπου κατά την οποία συντάκτες της Özgür Gündem διαμαρτυρήθηκαν για τις αστυνομικές επιχειρήσεις εναντίων κούρδων δημοσιογράφων, αλλά και τη συνέντευξη που πήρε η Erdemir από ηγέτη του φιλοκουρδικού Κόμματος Ειρήνης και Δημοκρατίας (BDP). Η Erdemir αρνήθηκε τις κατηγορίες.

Η Demiral, πρώην συντάκτρια, τέθηκε υπό κράτηση στις Γυναικείες και Παιδικές Φυλακές του Μπακίρκιοϊ της Κωνσταντινούπολης με τις κατηγορίες για συμμετοχή στην επιτροπή Τύπου της KCK και για διάδοση προπαγάνδας εξ ονόματος της οργάνωσης. Επικαλούμενες αρχεία διαβατηρίων και την κατάθεση ενός μέλους του PKK, οι αρχές ισχυρίστηκαν ότι η Demiral συμμετείχε σε συνάντηση Τύπου της KCK στο Ιράκ το 2005. Οι αρχές επικαλέστηκαν επίσης την κατάσχεση ψηφιακών αντιγράφων βιβλίων που είχαν απαγορευτεί, καθώς και μια ομιλία που έδωσε η Demiral σε μνημόσυνο, η οποία έδινε μια θετική εικόνα για τον εκλιπόντος μέλους του PKK. Η Demiral αρνήθηκε κάθε σχέση με την KCK και δήλωσε ότι τα ταξίδια της είχαν δημοσιογραφικό σκοπό.

Η Güler, πρώην συντάκτρια, τέθηκε υπό κράτηση στις Γυναικείες και Παιδικές Φυλακές του Μπακίρκιοϊ της Κωνσταντινούπολης με τις κατηγορίες για συμμετοχή στην επιτροπή Τύπου της KCK. Επικαλούμενη αρχεία διαβατηρίων και κατασχεθέντα έγγραφα ενός κατηγορούμενου μέλους της KCK, η κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι η Güler συμμετείχε σε συνάντησες της επιτροπής Τύπου της KCK στο Ιράκ το 2003 και το 2005 και ότι η ίδια είχε συναντηθεί με τον ηγέτη της KCK Murat Karayılan. Η Güler δήλωσε στις αρχές ότι δεν είχε συμμετάσχει ποτέ σε συναντήσεις της KCK.

Ο Fırat, συντάκτης και αρθρογράφος εφημερίδας, τέθηκε υπό κράτηση στις φυλακές τύπου F του Κοτζαελί με την κατηγορία ότι αποτελούσε ηγετικό μέλος της επιτροπής Τύπου της KCK. Επικαλούμενες αρχεία διαβατηρίων και της οργάνωσης, καθώς και εμπιστευτικές καταθέσεις μαρτύρων, οι αρχές ισχυρίστηκαν ότι ο Fırat συμμετείχε σε συναντήσεις της επιτροπής το 2003, το 2005 και το 2007. Οι αρχές, που παρακολουθούσαν τις τηλεφωνικές συνδιαλέξεις του Fırat, δήλωσαν ότι ο δημοσιογράφος εξέδωσε ένα άρθρο του ηγέτη της KCK Karayılan, χρησιμοποιώντας ένα ψευδώνυμο που επινόησε ο ίδιος σε συνωμοσία μαζί με έναν άλλο δημοσιογράφο. Ο Fırat δήλωσε ότι το ταξίδι του ήταν για δημοσιογραφικούς σκοπούς και ότι δεν συμμετείχε σε δραστηριότητες της KCK.

Στην πλειονότητα των περιπτώσεων, οι δημοσιογράφοι αντιμετωπίζουν ποινή φυλάκισης έως 15 χρόνια βάσει δικαστικής απόφασης.

 

Zuhal Tekiner, πρακτορείο ειδήσεων Dicle

Semiha Alankuş, πρακτορείο ειδήσεων Dicle

Kenan Kırkaya, πρακτορείο ειδήσεων Dicle

Ramazan Pekgöz, πρακτορείο ειδήσεων Dicle

Fatma Koçak, πρακτορείο ειδήσεων Dicle

Ayşe Oyman, πρακτορείο ειδήσεων Dicle

Çağdaş Kaplan, πρακτορείο ειδήσεων Dicle

Ertuş Bozkurt, πρακτορείο ειδήσεων Dicle

Nilgün Yıldız, πρακτορείο ειδήσεων Dicle

Sadık Topaloğlu, πρακτορείο ειδήσεων Dicle

İsmail Yıldız, πρακτορείο ειδήσεων Dicle

Ömer Çelik, πρακτορείο ειδήσεων Dicle

Mazlum Özdemir, πρακτορείο ειδήσεων Dicle

Φυλακίστηκαν: 20 Δεκεμβρίου 2011

 

Δεκατρείς συντάκτες, συγγραφείς και διευθυντές του φιλοκουρδικού πρακτορείου ειδήσεων Dicle (DİHA) υπήρξαν μεταξύ των τουλάχιστον 27 δημοσιογράφων που τέθηκαν υπό κράτηση τον Αύγουστο του 2012 μετά τη σύλληψή τους στις 20 και 21 Δεκεμβρίου του 2011. Οι αρχές ισχυρίστηκαν ότι οι συλλήψεις συνδέονταν με την έρευνα που διεξήγαγαν για την παράνομη Ένωση Κοινοτήτων του Κουρδιστάν (KCK), στην οποία ανήκει και το Κουρδικό Εργατικό Κόμμα (PKK). Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, όλα τα κύρια φιλοκουρδικά μέσα ενημέρωσης και τα ειδησεογραφικά πρακτορεία στην Τουρκία καθοδηγούνται από την KCK.

ΤΟ ΚΑΤΗΓΟΡΗΤΗΡΙΟ ΙΣΧΥΡΙΣΤΗΚΕ ΟΤΙ ΤΟ ΡΕΠΟΡΤΑΖ ΤΟΥ ΠΡΟΩΘΟΥΣΕ ΤΟΥΣ ΣΤΟΧΟΥΣ ΤΗΣ KCK ΚΑΙ ΕΠΕΔΙΩΚΕ ΝΑ ΧΕΙΡΑΓΩΓΗΣΕΙ ΤΗΝ ΚΟΙΝΗ ΓΝΩΜΗ.

 

Η Tekiner, πρόεδρος του συμβουλίου του DİHA, τέθηκε υπό κράτηση στις Γυναικείες και Παιδικές Φυλακές του Μπακίρκιοϊ της Κωνσταντινούπολης με τις κατηγορίες για κατοχή «διοικητικής» θέσης στην επιτροπή Τύπου της KCK, που φέρεται να οργάνωσε την κάλυψη με σκοπό την περαιτέρω προώθηση των στόχων της οργάνωσης. Το κατηγορητήριο επικαλέστηκε τη συμμετοχή της Tekiner σε συγκέντρωση του DİHA για την Πρωτομαγιά του 2010 ως αποδεικτικό στοιχείο προπαγανδιστικής δραστηριότητας. Οι αρχές, που παρακολουθούσαν τις τηλεφωνικές συνδιαλέξεις της Tekiner, επικαλέστηκαν μία συνομιλία που είχε με κατηγορούμενο μέλος της PKK που αναζητούσε τη δημοσιογραφική κάλυψη μιας συνέντευξης Τύπου. Η Tekiner αρνήθηκε κάθε σχέση με την KCK.

Η Alankuş, μεταφράστρια και συντάκτρια, τέθηκε υπό κράτηση στα μέσα του έτους στις Γυναικείες και Παιδικές Φυλακές του Μπακίρκιοϊ της Κωνσταντινούπολης με την κατηγορία της συμμετοχής στην επιτροπή Τύπου της KCK. Οι αρχές επικαλέστηκαν ότι η Alankuş συμμετείχε σε συνάντηση της επιτροπής Τύπου της KCK στο βόρειο Ιράκ το Σεπτέμβριο του 2009 και ότι χρησιμοποίησε τη θέση της ως συντάκτρια στο DİHA για να μεταδίδει οδηγίες προερχόμενες από το PKK. Η κατοχή απαγορευμένων περιοδικών και βιβλίων επίσης αναφέρθηκαν σαν αποδεικτικά στοιχεία. Η Alankuş ισχυρίστηκε ότι δεν συμμετείχε σε συνάντηση της επιτροπής Τύπου.

Ο Kırkaya, εκπρόσωπος του DİHA στην Άγκυρα, τέθηκε υπό κράτηση στην Καντίρα στις φυλακές τύπου F στο Κοτζαελί με την κατηγορία ότι βοηθούσε στη διοίκηση της επιτροπής Τύπου της KCK. Οι αρχές αναφέρθηκαν στις εμπιστευτικές καταθέσεις δύο μαρτύρων ως αποδεικτικά στοιχεία εναντίον του Kırkaya. Η κυβέρνηση επικαλέστηκε επίσης ειδησεογραφικά ρεπορτάζ του Kırkaya ως αποδεικτικά στοιχεία εις βάρος του, συμπεριλαμβανομένων και κειμένων σχετικά με το φερόμενο θάνατο μελών της εθνοφρουράς του PKK από χημικά όπλα, άρθρων σχετικά με το Κουρδικό ζήτημα καθώς και ιστορίες επικριτικές προς την κυβέρνηση. Το κατηγορητήριο χαρακτήρισε τον Kırkaya «λεγόμενος δημοσιογράφος» που εργάστηκε υπό τις εντολές του καταδικασμένου ηγέτη του PKK, Abdullah Öcalan. Ισχυρίστηκε επίσης ότι το ρεπορτάζ του προωθούσε τους στόχους της KCK και επεδίωκε να χειραγωγήσει την κοινή γνώμη. Ο Kırkaya δήλωσε στις αρχές ότι δεν είχε καμία σχέση με την KCK.

Ο εκδότης Pekgöz τέθηκε υπό κράτηση στις φυλακές τύπου F του Κοτζαελί με την κατηγορία ότι βοηθούσε στη διοίκηση της επιτροπής του Τύπου της KCK. Επικαλούμενη αρχεία διαβατηρίων και εμπιστευτικές καταθέσεις μαρτύρων, η κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι ο Pekgöz συμμετείχε σε συναντήσεις της επιτροπής της KCK στο Ιράκ και ότι είχε συναντήσει τον ηγέτη της KCK Murat Karayılan. Ο Pekgöz δήλωσε ότι συναντήθηκε με τον Karayılan για δημοσιογραφικούς σκοπούς, αρνούμενος τους ισχυρισμούς της κυβέρνησης. Οι αρχές, που παρακολουθούσαν τις τηλεφωνικές συνδιαλέξεις της Pekgöz, κατηγόρησαν τον εκδότη για υπακοή στις οδηγίες της KCK και για ανάθεση των εντολών της οργάνωσης σε άλλους δημοσιογράφους. Το κατηγορητήριο δήλωσε ότι ο Pekgöz ακολουθούσε μια ατζέντα ευνοϊκά προσκείμενη προς την KCK, όταν ήταν συντάκτης ειδήσεων για την Günlük, η καθημερινή εφημερίδα που τώρα είναι γνωστή ως Özgür Gündem. Ως αποδεικτικά στοιχεία το κατηγορητήριο επικαλέστηκε μια τηλεφωνική συνομιλία μεταξύ του Pekgöz και του αρθρογράφου Veysi Sarısözen σχετικά με πιθανά θέματα στήλης, καθώς και τις προσπάθειες του Pekgöz να προσλάβει ένα συγγραφέα προκειμένου να συζητήσει την πιθανότητα ενοποίησης των σοσιαλιστικών και αριστερών κομμάτων. Το κατηγορητήριο ισχυρίστηκε ότι ο καταδικασμένος ηγέτης του PKK Öcalan υποστήριζε την ενοποίηση των κομμάτων.

Η συντάκτρια ειδήσεων Koçak τέθηκε υπό κράτηση στις Γυναικείες και Παιδικές Φυλακές του Μπακίρκιοϊ της Κωνσταντινούπολης με τις κατηγορίες για συμμετοχή στην επιτροπή Τύπου της KCK. Οι τηλεφωνικές συνομιλίες της Koçak με ειδησεογραφικά πρακτορεία και ανταποκριτές αναφέρθηκαν ως αποδεικτικά στοιχεία. Για παράδειγμα, εναντίον της χρησιμοποιήθηκαν πληροφορίες που έδωσε εκείνη στο DİHA σχετικά με φιλοκουρδικές διαδηλώσεις. Το κατηγορητήριο υποστήριξε με βεβαιότητα ότι ένας «κανονικός δημοσιογράφος» δεν είχε στα χέρια του τέτοιες πληροφορίες και έκρινε υπαίτια την Koçak για τη μη διαβίβαση τέτοιων πληροφοριών σχετικά με τα γεγονότα στις αρχές. Το κατηγορητήριο κατηγόρησε επίσης την Koçak ότι λάμβανε τηλεφωνικώς πληροφορίες σχετικά με θανατηφόρα χτυπήματα των ανταρτών στην ανατολική Τουρκία και ότι προμήθευε το γερμανικό κρατικό κανάλι ZDF TV με βίντεο από συμπλοκές του στρατού του PKK και κηδειών μαχητών του PKK. Οι ιστορίες που είχε γράψει η Koçak με θέμα τη δημοκρατική αυτονομία θεωρήθηκαν εξίσου αποδεικτικά στοιχεία. Η Koçak αρνήθηκε τις σχέσεις με την KCK.

Η ανταποκρίτρια Oyman τέθηκε υπό κράτηση στις Γυναικείες και Παιδικές Φυλακές του Μπακίρκιοϊ της Κωνσταντινούπολης με την κατηγορία για συμμετοχή στην επιτροπή Τύπου της KCK. Μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρθηκαν ήταν και τηλεφωνικές συνομιλίες με ανταποκριτές στο μέτωπο, απαγορευμένα βιβλία και περιοδικά, καθώς και ειδησεογραφικές ιστορίες που είχε γράψει για το DİHA. Το κατηγορητήριο χαρακτήρισε προπαγανδιστικό το ρεπορτάζ της με στόχο να προκαλέσει την «προδοσία απέναντι στο κράτος και την υποστήριξη στην οργάνωση». Επικαλούμενες αρχεία διαβατηρίων και εμπιστευτικές καταθέσεις δυο μαρτύρων, οι αρχές ισχυρίστηκαν επίσης ότι η Oyman συμμετείχε σε συνάντηση της επιτροπής Τύπου της KCK στο Ιράκ το 2003 και ότι είχε επαφές με τον İsmet Kayhan, συντάκτη του ειδησεογραφικού πρακτορείου Fırat που καταζητούνταν από την κυβέρνηση με την κατηγορία ότι είχε ηγετική θέση στην επιτροπή Τύπου της KCK στην Ευρώπη. Η Oyman, που εργάστηκε επίσης σαν ανταποκρίτρια της Özgür Gündem, διέψευσε τους ισχυρισμούς.

Ο Kaplan, ανταποκριτής για το DİHA, τέθηκε υπό κράτηση στις φυλακές τύπου F του Κοτζαελί με την κατηγορία της συμμετοχής στην επιτροπή Τύπου της KCK. Ως αποδεικτικά στοιχεία το κατηγορητήριο επικαλέστηκε ειδησεογραφικά ρεπορτάζ του Kaplan και τηλεφωνικές συνομιλίες του ιδίου στις οποίες αναμετέδιδε πληροφορίες στον ευνοϊκά προσκείμενο προς το PKK δορυφορικό σταθμό Roj TV. Το κατηγορητήριο δήλωσε ότι οι ιστορίες του Kaplan διαστρέβλωναν τα γεγονότα, καθρέφτιζαν την επίσημη προσέγγιση της KCK και παρουσίαζαν «της αστυνομικές επιχειρήσεις εναντίον της KCK σαν επιχειρήσεις εναντίον του Κουρδικού λαού». Για παράδειγμα, το κατηγορητήριο δήλωσε ότι ένα δελτίο σχετικά με την κηδεία ενός μέλους του PKK «επιχείρησε να εξάγει συμπεράσματα ευνοϊκά προς την οργάνωση». Ο Kaplan κατηγορήθηκε επίσης πως είχε επαφές με το συντάκτη του Fırat, Kayhan.

Ο Bozkurt, συντάκτης του DİHA στο γραφείο του στο Ντιγιαρμπακίρ, τέθηκε υπό κράτηση στις φυλακές τύπου F του Κοτζαελί με την κατηγορία για υποβοήθηση της ηγεσίας της επιτροπής του Τύπου της KCK. Ως αποδεικτικά στοιχεία το κατηγορητήριο επικαλέστηκε τηλεφωνικές συνδιαλέξεις κατά τις οποίες ο Bozkurt αναμετέδιδε πληροφορίες στο Roj TV. Οι αρχές χαρακτήρισαν τα ρεπορτάζ «ψευδή» και προκλητικά με στόχο την προώθηση των στόχων της KCK. Το κατηγορητήριο επέρριψε ευθύνες στον Bozkurt, λέγοντας ότι εξασφάλιζε ειδησεογραφικά ρεπορτάζ πάνω σε φιλοκουρδικές διαδηλώσεις, καθώς και ότι προμήθευε το γερμανικό κρατικό κανάλι ZDF TV με βίντεο από μια κηδεία μαχητή του PKK και από κινήσεις του στρατού στη νοτιοανατολική Τουρκία. Επικαλούμενες αρχεία διαβατηρίων και την εμπιστευτική κατάθεση ενός μάρτυρα, οι αρχές ισχυρίστηκαν ότι ο Bozkurt συμμετείχε σε συνάντηση Τύπου της KCK στο Ιράκ το 2007 και ότι διατηρούσε επαφές με το συντάκτη του Fırat, Kayhan. Οι αρχές ισχυρίστηκαν ότι κατάσχεσαν απαγορευμένα βιβλία του καταδικασμένου ηγέτη Öcalan, καθώς και φωτογραφίες από αντάρτες του PKK και Τούρκους στρατιωτικούς της υπηρεσίας πληροφοριών. Ο Bozkurt δήλωσε στις εισαγγελικές αρχές ότι οι δραστηριότητές του είχαν δημοσιογραφικό χαρακτήρα και ότι δεν είχε καμία σχέση με την KCK.

Η ανταποκρίτρια Nilgün Yıldız τέθηκε υπό κράτηση στις Γυναικείες και Παιδικές Φυλακές του Μπακίρκιοϊ της Κωνσταντινούπολης με την κατηγορία της συμμετοχής στην επιτροπή Τύπου της KCK. Επικαλούμενες αρχεία διαβατηρίων και την εμπιστευτική κατάθεση ενός μάρτυρα, οι αρχές ισχυρίστηκαν ότι η Yıldız συμμετείχε σε συναντήσεις της επιτροπής Τύπου στο Ιράκ. Ως αποδεικτικά στοιχεία εναντίον της οι αρχές αναφέρθηκαν επίσης στα ειδησεογραφικά ρεπορτάζ της Yıldız. Το κατηγορητήριο επεσήμανε ένα κείμενο που εξιστορούσε την αυτοπυρπόληση ενός νεαρού Κούρδου σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τη φυλάκιση του Öcalan, ιστορία που χαρακτηρίστηκε προπαγανδιστική από τις αρχές. Αναφορά έγινε επίσης σε ένα άρθρο που αναφερόταν στο μνημόσυνο που τελέστηκε στη μνήμη ενός μέλους του PKK, όπου λέγεται ότι αποτελούσε μια πρόσκληση προκειμένου να συγκεντρωθούν μέλη της οργάνωσης. Φωτογραφίες από το μνημόσυνο στη μνήμη μέλους του PKK, που βρέθηκαν σε κατασχεθείσα μνήμη USB, χρησιμοποιήθηκαν επίσης ως αποδεικτικά στοιχεία. Η Yıldız αρνήθηκε όλα τα αδικήματα.

Ο ανταποκριτής Topaloğlu τέθηκε υπό κράτηση στις φυλακές τύπου F του Κοτζαελί με την κατηγορία της συμμετοχής στην επιτροπή Τύπου της KCK. Ως αποδεικτικά στοιχεία το κατηγορητήριο επικαλέστηκε τηλεφωνικές συνδιαλέξεις κατά τις οποίες ο Topaloğlu αναμετέδιδε πληροφορίες στο Roj TV. Επιπλέον, το κατηγορητήριο επέρριψε ευθύνες στον Topaloğlu για χορήγηση πληροφοριών τηλεφωνικώς σχετικά με συνεντεύξεις Τύπου και άλλα ειδησεογραφικά γεγονότα, καθώς και για αναζήτηση πληροφοριών από παρακλάδι του φιλοκουρδικού Κόμματος Ειρήνης και Δημοκρατίας στο Αντέπ σχετικά με τοπική καταστολή εναντίον του κόμματος. Οι αρχές ισχυρίστηκαν ότι τα ρεπορτάζ του αποσκοπούσαν στον εξευτελισμό της κυβέρνησης, στην προώθηση των στόχων του KCK και ότι παρακινούσαν «αθώους Κούρδους να έρθουν αντιμέτωποι με το κράτος».

Ο ανταποκριτής İsmail Yıldız τέθηκε υπό κράτηση στις φυλακές τύπου F του Κοτζαελί με την κατηγορία της συμμετοχής στην επιτροπή Τύπου της KCK. Ως αποδεικτικά στοιχεία, οι αρχές επικαλέστηκαν τα ρεπορτάζ του σχετικά με διαδηλώσεις, τις τηλεφωνικές συνδιαλέξεις του με τα γραφεία του DİHA και τις πληροφορίες που αναμετέδιδε στο Roj TV. Επίσης, στο κατηγορητήριο περιεγράφηκε λεπτομερώς ένα επεισόδιο όπου ο Yıldız βρέθηκε από τους πρώτους στη σκηνή κατά την οποία εξερράγη κάδος απορριμμάτων. Οι αρχές εικάζουν ότι η άμεση ανταπόκρισή του στο συμβάν οφείλεται στο γεγονός ότι γνώριζε από πριν για τη βόμβα. Μεταξύ των κατασχεθέντων αντικειμένων που βρέθηκαν στην κατοχή του Yıldız ήταν απαγορευμένα βιβλία και περιοδικά σχετικά με το Κουρδικό ζήτημα, ψηφιακός εξοπλισμός και CDs με συνεντεύξεις οπαδών του PKK.

Ο ανταποκριτής Çelik τέθηκε υπό κράτηση στις φυλακές τύπου F του Κοτζαελί με την κατηγορία της συμμετοχής στην επιτροπή Τύπου της KCK. Οι αρχές επέρριψαν ευθύνες στον Çelik για μεροληπτική κάλυψη μιας πανεπιστημιακής αντιπαράθεσης καθώς και άλλων ειδήσεων. Πιο συγκεκριμένα, οι αρχές χαρακτήρισαν ένα ρεπορτάζ σχετικά με ένα σεισμό ως «μαύρη προπαγάνδα». Ως αποδεικτικά στοιχεία επικαλέστηκαν επίσης τηλεφωνικές συζητήσεις κατά τις οποίες ο Çelik έλαβε πληροφορίες σχετικά με συνεντεύξεις Τύπου και άλλα γεγονότα ειδήσεων, καθώς και μια συνομιλία στην οποία ο ίδιος αναμεταδίδει πληροφορίες στο Roj TV. Το ρεπορτάζ του πάνω στο φιλοκουρδικό Κόμμα Ειρήνης και Δημοκρατίας θεωρήθηκε από μόνο του απόδειξη εγκληματικής δραστηριότητας. Ο Çelik αρνήθηκε όλα τα αδικήματα, επισημαίνοντας στις εισαγγελικές αρχές ότι δεν υπήρξε μέλος της επιτροπής του Τύπου της KCK.

Ο ανταποκριτής Özdemir τέθηκε υπό κράτηση στις φυλακές τύπου F του Κοτζαελί κατηγορούμενος για υποβοήθηση της ηγεσίας της επιτροπής Τύπου της KCK. Επικαλούμενες αρχεία διαβατηρίων, μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και εμπιστευτικές καταθέσεις μαρτύρων, οι αρχές ισχυρίστηκαν ότι Özdemir συμμετείχε σε συναντήσεις της επιτροπής της KCK, ότι είχε επαφές με το συντάκτη του Fırat, Kayhan και ότι το δημοσιογραφικό του έργο είχε μια πιο ευνοϊκή προσέγγιση απέναντι στην ομάδα. Οι αρχές κάνουν λόγο για κρυπτογραφημένα μηνύματα που αποκαλύφθηκαν στα οποία ο Özdemir φαίνεται να έχει χρηματικές συναλλαγές για λογαριασμό της KCK. Ως στοιχεία που αποδεικνύουν την ενοχή του οι αρχές επικαλέστηκαν επίσης τις ειδησεογραφικές ιστορίες του Özdemir. Ο ίδιος ο Özdemir δήλωσε στις αρχές ότι τα email ήταν ειδησεογραφικού και προσωπικού περιεχομένου. Οι αρχές κατάσχεσαν βιβλία, CDs, ένα σκληρό δίσκο, ένα κινητό τηλέφωνο και ένα κυνηγετικό όπλο. Ο συνήγορος υπεράσπισης Özcan Kılıç δήλωσε στην CPJ ότι το όπλο ήταν μια αντίκα που μεταβιβάστηκε στον πελάτη του από τον παππού του. Ο Özdemir δεν κατηγορήθηκε για οπλοκατοχή.

Στην πλειονότητα των περιπτώσεων, οι δημοσιογράφοι αντιμετωπίζουν ποινή φυλάκισης έως 15 χρόνια.

 

Çağdaş Ulus, Vatan

Zeynep Kuray, Birgün, πρακτορείο ειδήσεων Fırat

Hüseyin Deniz, Evrensel

Nahide Ermiş, Özgür Halk ve Demokratik Modernite

Selahattin Aslan, Özgür Halk ve Demokratik Modernite

Oktay Candemir, Prestij

Φυλακίστηκαν: 20 Δεκεμβρίου 2011

Συντάκτες και συγγραφείς που εκπροσωπούν διάφορα φιλοκουρδικά πρακτορεία ειδήσεων υπήρξαν μεταξύ των 27 δημοσιογράφων που τέθηκαν υπό κράτηση τον Αύγουστο του 2012 μετά τη σύλληψή τους στο πλαίσιο μαζικών συλλήψεων στις 20 και 21 Δεκεμβρίου του 2011. Οι αρχές ισχυρίστηκαν ότι οι συλλήψεις ήταν συνδεδεμένες με την έρευνα που διεξήγαγαν πάνω στην απαγορευμένη Ένωση Κοινοτήτων του Κουρδιστάν (KCK), στην οποία ανήκει και το Κουρδικό Εργατικό Κόμμα (PKK). Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, όλα τα κύρια φιλοκουρδικά μέσα ενημέρωσης και τα ειδησεογραφικά πρακτορεία στην Τουρκία καθοδηγούνται από την KCK.

Ο Ulus, ανταποκριτής για την εθνικιστική εφημερίδα Vatan που αντιτάσσεται στο PKK, τέθηκε υπό κράτηση στις φυλακές τύπου L του Μάλτεπε στην Κωνσταντινούπολη. Αντιμετωπίζει ποινές για συμμετοχή στην επιτροπή τύπου της KCK, που φέρεται να οργάνωσε την κάλυψη με σκοπό την περαιτέρω προώθηση των στόχων της οργάνωσης. Ως αποδεικτικά στοιχεία οι αρχές επικαλέστηκαν τις υποκλαπείσες τηλεφωνικές συνδιαλέξεις με δύο άλλους δημοσιογράφους, ένας εκ των οποίος ήταν ο İsmet Kayhan, συντάκτης του ειδησεογραφικού πρακτορείου Fırat που καταζητούνταν από την κυβέρνηση με την κατηγορία ότι είχε ηγετική θέση στην επιτροπή Τύπου της KCK στην Ευρώπη.

 

ΟΙ ΑΡΧΕΣ ΔΕΝ ΕΠΕΤΡΕΨΑΝ ΣΤΟΝ YILDIRIM ΝΑ ΚΑΤΑΘΕΣΕΙ ΣΤΗ ΜΗΤΡΙΚΗ ΤΟΥ ΓΛΩΣΣΑ, ΤΑ ΚΟΥΡΔΙΚΑ, ΜΙΑ ΑΡΝΗΣΗ ΓΝΩΣΤΗ ΣΤΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ.

 

Φωτογραφίες Κούρδων βουλευτών από διαδηλώσεις, βίντεο και φωτογραφίες από άλλες πορείες διαμαρτυρίες, καθώς και ένα άρθρο σχετικά με τον Abdullah Öcalan, τον καταδικασμένο ηγέτη του PKK, επικαλέστηκαν ως αποδεικτικά στοιχεία εναντίον του Ulus. Οι εισαγγελικές αρχές καταδίκασαν επίσης τον Ulus για συμμετοχή στις συναντήσεις της επιτροπής Τύπου της KCK τον Ιούνιο του 2005 στο Ιράκ όπως και για τη συγγραφή δύο άρθρων για το πρακτορείο Fırat με το ψευδώνυμο Bahoz Deniz. Σύμφωνα με τους συνηγόρους υπεράσπισης, οι συνομιλίες με άλλους δημοσιογράφους πάνω σε ειδησεογραφικά θέματα καθώς και τα αρχεία του Τούρκικου διαβατηρίου αποδεικνύουν ότι ο Ulus δεν βρισκόταν στο Ιράκ την περίοδο των υποτιθέμενων συναντήσεων της KCK. Ο Ulus δήλωσε ότι δεν γνώριζε τίποτα για την επιτροπή τύπου της KCK.

Η Kuray, ανταποκρίτρια και φωτογράφος της αριστερής καθημερινής εφημερίδας Birgün και περιστασιακή συνεργάτιδα του Fırat, τέθηκε υπό κράτηση στα μέσα του έτους στις Γυναικείες και Παιδικές Φυλακές του Μπακίρκιοϊ της Κωνσταντινούπολης με την κατηγορία για συμμετοχή στην επιτροπή Τύπου της KCK. Ως αποδεικτικά στοιχεία οι αρχές επικαλέστηκαν φωτογραφίες και ιστορίες της Kuray σε συνδυασμό με υποκλαπείσες τηλεφωνικές συνδιαλέξεις που είχε η κατηγορουμένη με τον Kayhan. Οι εισαγγελικές αρχές υποστηρίζουν ότι το έργο της εξυπηρετούσε την προπαγάνδα εξ ονόματος του PKK, και συγκεκριμένα την κάλυψη της υποτιθέμενης χρήσης χημικών όπλων εναντίων Κούρδων επαναστατών στη νοτιοανατολική Τουρκία και τις αστυνομικές επιχειρήσεις εναντίον Κούρδων πολιτικών και συνηγόρων του Öcalan. Φωτογραφίες της αστυνομίας που δείχνουν τον Kuray να παίρνει μέρος σε Κουρδικές διαδηλώσεις παρουσιάστηκαν επίσης ως αποδεικτικά στοιχεία.

Ο Deniz, ανταποκριτής για τη σοσιαλιστική καθημερινή Evrensel, τέθηκε υπό κράτηση στις φυλακές τύπου F του Κοτζαελί με την κατηγορία ότι βοηθούσε στην ηγεσία της επιτροπής του Τύπου της KCK. Επικαλούμενες αρχεία διαβατηρίων, οι αρχές ισχυρίστηκαν ότι ο Deniz συμμετείχε σε συναντήσεις της επιτροπής Τύπου στο Ιράκ το 2003, 2005 και 2009, καθώς και ότι είχε συναντήσει τον ηγέτη της KCK, Murat Karayılan. Το κατηγορητήριο δήλωσε στις αρχές ότι έχει επίσης κατασχέσει και ειδησεογραφικά ρεπορτάζ, έγγραφα και απαγορευμένα βιβλία που είχε στην κατοχή του ο Deniz, και φέρεται να τον συνδέουν με την οργάνωση. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ένα από τα έγγραφα χαρακτηρίστηκε ως έκθεση του διοικητικού συμβουλίου της Özgür Gündem και αποτελεί ένα εσωτερικό έγγραφο το οποίο σύμφωνα με τις αρχές προσέγγιζε ευνοϊκά το θέμα του Öcalan και επιχειρούσε να προωθήσει τους σκοπούς της οργάνωσής του. Η Deniz, που παλαιότερα είχε εργαστεί για τη φιλοκουρδική καθημερινή εφημερίδα Özgür Gündem, αρνήθηκε τη συμμετοχή της σε συναντήσεις της KCK και δήλωσε ότι το ταξίδι της ήταν για δημοσιογραφικούς σκοπούς.

Η Ermiş, μέλος της συντακτικής ομάδας του ανενεργού πλέον φιλοκουρδικού περιοδικού γνώμης Özgür Halk ve Demokratik Modernite (Ελεύθεροι Άνθρωποι και Δημοκρατικοί Νεωτερισμοί), τέθηκε υπό κράτηση στις Γυναικείες και Παιδικές Φυλακές του Μπακίρκιοϊ της Κωνσταντινούπολης με την κατηγορία για συμμετοχή στην επιτροπή Τύπου της KCK. Επικαλούμενο αρχεία διαβατηρίων, το κατηγορητήριο ισχυρίστηκε ότι η Ermiş συμμετείχε σε συνάντηση της επιτροπής Τύπου της KCK το 2009. Η κυβέρνηση επίσης ανέφερε ότι έχει κατασχέσει σημειώσεις που βρίσκονταν υπό την κατοχή της Ermiş, οι οποίες πρόσκεινται ευνοϊκά προς τον Öcalan και άλλων μελών του PKK. Το κατηγορητήριο θεώρησε αυτές τις σημειώσεις σαν μέρος του εκπαιδευτικού προγράμματος της οργάνωσης. Η Ermiş αρνήθηκε τις κατηγορίες.

Ο Aslan, συντάκτης του πλέον ανενεργού φιλοκουρδικού περιοδικού γνώμης Özgür Halk ve Demokratik Modernite, τέθηκε υπό κράτηση στις φυλακές τύπου F του Κοτζαελί με την κατηγορία της συμμετοχής στην επιτροπή Τύπου της KCK. Ως αποδεικτικά στοιχεία οι αρχές επικαλέστηκαν μηνύματα κειμένου και υποκλαπείσες τηλεφωνικές κλήσεις σχετικά με δημοσιευμένες ιστορίες, τη διανομή περιοδικών και τις προσπάθειες τις αστυνομίας να εμποδίσει τη διανομή. Οι αρχές δήλωσαν επίσης ότι βρήκαν το αποτύπωμα του Aslan στο γραφείο του, κάτι που χρησιμοποίησαν ως στοιχείο για να αποδείξουν ότι εργαζόταν «σε μέσο ενημέρωσης που εξυπηρετούσε τους στόχους της τρομοκρατικής οργάνωσης». Επικαλούμενες αρχεία διαβατηρίων, οι αρχές ισχυρίστηκαν ότι ο Aslan συμμετείχε σε συναντήσεις τις επιτροπής Τύπου της KCK στο Ιράκ. Ο Aslan αρνήθηκε οποιαδήποτε σχέση με την KCK.

Ο Candemir, ανταποκριτής για την Van daily Prestij (Το Κύρος) και πρώην υπάλληλος του πρακτορείου ειδήσεων Dicle, τέθηκε υπό κράτηση στις φυλακές τύπου F του Κοτζαελί με την κατηγορία της συμμετοχής στην επιτροπή Τύπου της KCK. Ως αποδεικτικά στοιχεία οι αρχές επικαλέστηκαν τις συνομιλίες του με το συντάκτη του Fırat, Kayhan. Οι αρχές κατάσχεσαν επίσης σημειώσεις και δημοσιευμένες ειδησεογραφικές ιστορίες για το Κουρδικό ζήτημα, τα ανθρώπινα δικαιώματα, το διασυνοριακό λαθρεμπόριο και το PKK.

Στην πλειονότητα των περιπτώσεων, οι δημοσιογράφοι αντιμετωπίζουν ποινή φυλάκισης έως 15 χρόνια.

 

 

Mehmet Emin Yıldırım, Azadiya Welat

Φυλακίστηκε: 21 Δεκεμβρίου 2011

Δικαστήριο στο Ντιγιαρμπακίρ διέταξε την κράτηση του Yıldırım, αρχισυντάκτη της κουρδόφωνης καθημερινής εφημερίδας Azadiya Welat, στο πλαίσιο έρευνας σχετικά με την Ένωση Κοινοτήτων του Κουρδιστάν (KCK), στην οποία ανήκει και το απαγορευμένο Κουρδικό Εργατικό Κόμμα (PKK). Οι αρχές εικάζουν ότι η KCK κατευθύνει όλα τα κεντρικά φιλοκουρδικά μέσα ενημέρωσης και ειδησεογραφικά πρακτορεία στην Τουρκία.

Ο Yıldırım τέθηκε υπό κράτηση στην Καντίρα στις φυλακές τύπου F στο Κοτζαελί με την κατηγορία ότι ακολουθούσε τις οδηγίες της επιτροπής Τύπου της KCK. Ως αποδεικτικά στοιχεία οι αρχές επικαλέστηκαν συζητήσεις κατά τις οποίες ο Yıldırım αναμετέδιδε πληροφορίες στο φιλοκουρδικό δορυφορικό σταθμό Roj TV. Το κατηγορητήριο επέρριψε ευθύνες στον Yıldırım για το ειδησεογραφικό ρεπορτάζ του, το οποίο θεωρήθηκε επικριτικό προς τις αστυνομικές επιχειρήσεις εναντίον της KCK, προσβλητικό απέναντι στην κυβέρνηση αλλά και ότι παρακινεί τους Κούρδους να αντιταχθούν στο κράτος. Οι αρχές ισχυρίστηκαν ότι οι σημειώσεις και τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου δείχνουν ότι εκτελούσε διαταγές από την KCK. Για παράδειγμα, μια λίστα από είδη προσωπικής περιποίησης και άλλα προϊόντα, όπως ξυραφάκια, ένα σωληνάριο οδοντόκρεμας, μια οδοντόβουρτσα, ένα ψηφιακό ράδιο και μπαταρίες, αναφέρθηκαν ως αποδεικτικά στοιχεία ότι ο Yıldırım εφοδίαζε το PKK.

Οι αρχές δεν επέτρεψαν στον Yıldırım να καταθέσει στη μητρική του γλώσσα, τα Κουρδικά, κάτι που όπως είπε ο συνήγορος υπεράσπισής του Özcan Kılıç αποτελεί παραβίαση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, όμως είναι σύνηθες στις πολιτικές υποθέσεις. «Καλούν ένα μεταφραστή για υποθέσεις, όπως η διακίνηση ναρκωτικών, αλλά δεν καλούν για τέτοιες περιπτώσεις», δήλωσε ο Kılıç.

Δύο άλλοι αρχισυντάκτες της Azadiya Welat, ο Tayip Temel και ο Mehmet Emin Yıldırım, φυλακίστηκαν με παρόμοιες κατηγορίες, όταν η CPJ διεξήγαγε έρευνα την 1η Αυγούστου του 2012.

 

Aziz Tekin, Azadiya Welat

Φυλακίστηκε: 28 Ιανουαρίου 2012

Ο Tekin, ανταποκριτής στη Μαρντίν για την κουρδόφωνη καθημερινή εφημερίδα Azadiya Welat, τέθηκε υπό κράτηση στις φυλακές τύπου Ε της Μαρντίν με τις κατηγορίες της υποβοήθησης και διάδοσης προπαγάνδας για το απαγορευμένο Κουρδικό Εργατικό Κόμμα (PKK). Αντιμετωπίζει ποινή φυλάκισης έως 20 χρόνια.

Οι αρχές ισχυρίστηκαν ότι ο Tekin είχε επισκεφτεί για να εκφράσει τα συλλυπητήριά του το μέρος που είχε διαμορφωθεί για την οικογένεια του εκλιπόντος μέλους του PKK και ότι είχε παρευρεθεί σε διαδηλώσεις καταγγελίας των πράξεων τις αστυνομίας απέναντι στους Κούρδους. Δεν μπορέσαμε να εντοπίσουμε το συνήγορο υπεράσπισης του Tekin. Ο Menderes Özer, προσωρινός εκδότης ειδήσεων της Azadiya Welat, δήλωσε στην CPJ ότι η εφημερίδα δεν γνώριζε ποιος εκπροσωπούσε τον Tekin.

 

Gülsen Aslan, πρακτορείο ειδήσεων Dicle

Φυλακίστηκε: 21 Φεβρουαρίου 2012

Η Aslan, ανταποκρίτρια για το φιλοκουρδικό πρακτορείο ειδήσεων Dicle (DİHA), στη νοτιοανατολική επαρχία Μπατμάν, τέθηκε υπό κράτηση στις φυλακές τύπου Μ του Μπατμάν με τις κατηγορίες για συμμετοχή στην Ένωση Κοινοτήτων του Κουρδιστάν (KCK), στην οποία ανήκει το Κουρδικό Εργατικό Κόμμα (PKK). Σύμφωνα με έκθεση του Οργανισμού για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη, η Aslan αντιμετωπίζει ποινή φυλάκισης έως 15 χρόνια .

Η Aslan τέθηκε για πρώτη φορά υπό κράτηση από την αστυνομία στις 4 Φεβρουαρίου του 2012 στο πλαίσιο επιχείρησης κατά την οποία συνελήφθησαν 44 άτομα υπεύθυνα για ανάμειξη με την KCK. Σύντομα αφέθηκε ελεύθερη, όμως τέθηκε και πάλι υπό κράτηση στις 21 Φεβρουαρίου, σύμφωνα με τον Οργανισμό για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ). Η Aslan συνελήφθη και πάλι, επειδή δεν σταμάτησε την επικριτική δημοσιογραφική στάση της, δήλωσε ο συνάδελφος της, Güler Can, σε συνέντευξη Τύπου αφιερωμένη στους φυλακισμένους δημοσιογράφους, σύμφωνα με την καθημερινή εφημερίδα Özgür Gündem. Η Aslan έγραφε κυρίως για τις συνθήκες που επικρατούν στις φυλακές και υποστήριζε ότι γίνονται παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των κρατουμένων στις φυλακές, σύμφωνα με την ανεξάρτητη πύλη ειδήσεων Bianet. Η συνήγορος υπεράσπισης Kezban Yılmaz δεν απαντάει στα αιτήματα για περαιτέρω πληροφορίες για την υπόθεση.

 

Özlem Ağuş, πρακτορείο ειδήσεων Dicle

Φυλακίστηκε: 6 Μαρτίου 2012

Η Ağuş, ανταποκρίτρια για το φιλοκουρδικό πρακτορείο ειδήσεων Dicle (DİHA), συνέβαλε προκειμένου να αποκαλυφθεί το θέμα της σεξουαλικής κακοποίησης των ανήλικων κρατουμένων σε φυλακή των Αδάνων. Η Ağuş τέθηκε υπό κράτηση στις Κλειστές Γυναικείες Φυλακές του Καρατάς. Η Ağuş κατηγορήθηκε για συμμετοχή στην απαγορευμένη Ένωση Κοινοτήτων του Κουρδιστάν (KCK), στην οποία ανήκει και το Κουρδικό Εργατικό Κόμμα (PKK). Αντιμετωπίζει ποινή φυλάκισης έως 22 χρόνια.

Ο συνήγορος υπεράσπισης Vedat Özkan δήλωσε στην CPJ ότι οι αρχές είχαν ανακρίνει την πελάτισσα του σχετικά με το δημοσιευμένο ειδησεογραφικό ρεπορτάζ της και τις πρακτικές συλλογής ειδήσεων που ακολουθεί. Οι αρχές επικεντρώθηκαν κυρίως στο ρεπορτάζ της που παρείχε λεπτομέρειες σχετικά με την κακοποίηση των ανηλίκων στις Φυλακές Ανηλίκων Τύπου M στο Ποζαντί στα Άδανα. Την 1η Μαρτίου του 2012, το DİHA δημοσίευσε μια συνέντευξη της Ağuş με 16χρονο ανήλικο κρατούμενο που περιέγραφε ότι υπέστη κακοποίηση από ενήλικους φυλακισμένους. Η κυβέρνηση δήλωσε ότι θα ερευνήσει τους ισχυρισμούς περί κακοποίησης.

Ο Özkan ισχυρίστηκε ότι η πελάτισσα του στοχοποιήθηκε, επειδή εργάζεται σε ένα ειδησεογραφικό σταθμό που επικεντρώνεται στο Κουρδικό ζήτημα και ασκεί κριτική απέναντι στη διοίκηση μέσω των ρεπορτάζ της. Δήλωσε επίσης ότι οι κατηγορίες της κυβέρνησης για εγκληματική δραστηριότητα ήταν αβάσιμες.

 

Şükrü Sak, Baran

Φυλακίστηκε: 20 Απριλίου 2012

Ο Sak, συγγραφέας και πρώην αρχισυντάκτης για την Ισλαμιστική εβδομαδιαία εφημερίδα Baran, κλήθηκε να εκτίσει ποινή φυλάκισης τριών ετών και εννέα μηνών με την κατηγορία υποβοήθησης του επικηρυγμένου İslami Büyük Doğu Akıncılar Cephesi (Μέγα Ισλαμικό Μέτωπο των Πολεμιστών της Ανατολής).

Βετεράνος συντάκτης και συγγραφέας ισλαμιστικών εκδόσεων, ο Sak φυλακίστηκε τον Απρίλιο του 2012 μετά από καταδίκη του 1999 που επικύρωσε το Ανώτατο Δικαστήριο. Ο συνήγορος υπεράσπισης Güven Yılmaz δήλωσε στην CPJ ότι οι αρχές επικαλέστηκαν ως αποδεικτικά στοιχεία χειρόγραφες σημειώσεις του Sak και το περιεχόμενο του περιοδικού Akıncı Yol, που επιμελούνταν εκείνη την εποχή.

 

Gülnaz Yıldız, Mücadele Birliği

Φυλακίστηκε: 26 Απριλίου 2012

Η Yıldız, συντάκτρια ειδήσεων για το κομμουνιστικό περιοδικό Mücadele Birliği (Αγωνας και Ενότητα), εξέτιε ποινή φυλάκισης τριών ετών και εννέα μηνών στις φυλακές τύπου L στο Μπακίρκιοϊ στην Κωνσταντινούπολη, αφού καταδικάστηκε με τις κατηγορίες για διάδοση προπαγάνδας για το απαγορευμένο Κομμουνιστικό Εργατικό Κόμμα Τουρκίας-Λενινιστικό. Η συνήγορος υπεράσπισης Sevinç Sarıkaya δήλωσε στην CPJ ότι το ρεπορτάζ της Yıldız πάνω σε πολιτικά συλλαλητήρια χρησιμοποιήθηκε ως αποδεικτικό στοιχείο εις βάρος της.

Η Sarıkaya ισχυρίστηκε ότι η πελάτισσα της είχε καταδικαστεί έξι φορές κατά το παρελθόν με τις κατηγορίες για διάδοση προπαγάνδας. Έφερε επίσης ως παράδειγμα ένα άρθρο της σχετικά με τις απεργίες πείνας στις φυλακές που θεωρήθηκε από τις αρχές ότι «ενθάρρυνε έτσι τη διάπραξη εγκλημάτων». Η δικηγόρος δήλωσε ότι σχεδίαζε να ασκήσει έφεση κατά της τρέχουσας καταδίκης στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

 

ΦΥΛΑΚΙΣΤΗΚΕ: ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΥΠΟ ΕΞΕΤΑΣΗ

Η έρευνα της CPJ δεν μπορούσε να καθορίσει αν τα ακόλουθα άτομα τέθηκαν υπό κράτηση σε άμεση σχέση με το έργο τους. Η CPJ συνεχίσει να διερευνά τη βάση αυτών των κρατήσεων.

 

Bayram Parlak, Gündem

Φυλακίστηκε: 6 Ιουλίου 2007

Ο Parlak, ανταποκριτής στη Μερσίνη για τη φιλοκουρδική καθημερινή εφημερίδα Gündem, εξέτιε ποινή φυλάκισης έξι ετών και τριών μηνών στις φυλακές τύπου Μ του Ερμενέκ στο Καραμάν, αφού καταδικάστηκε με τις κατηγορίες για συμμετοχή στο επικηρυγμένο Κουρδικό Εργατικό Κόμμα (PKK), σύμφωνα με ειδησεογραφικά ρεπορτάζ.

Η εφημερίδα, τώρα γνωστή ως Özgür Gündem, είχε γίνει στόχος πολλών άλλων διώξεων, σύμφωνα με την έρευνα της CPJ. Το ειδησεογραφικό πρακτορείο Fırat υπέρ του PKK ανέφερε ότι οι αρχές είχαν επικαλεστεί το ρεπορτάζ του Parlak ως αποδεικτικό στοιχείο εναντίον του. Οι δημοσιογράφοι της Özgür Gündem δήλωσαν ότι δεν γνώριζαν λεπτομέρειες για την υπόθεση, αν και η εφημερίδα σε άρθρο της τον Ιανουάριο του 2012 απαρίθμησε τον Parlak μεταξύ των μελών του προσωπικού της που φυλακίστηκαν.

 

Sebahattin Sümeli,

Özgür Halk ve Demokratik Modernite

Φυλακίστηκε: 25 Νοεμβρίου 2007

Ο Sürmeli, συντάκτης του ανενεργού πλέον φιλοκουρδικού περιοδικού γνώμης Özgür Halk ve Demokratik Modernite, εξέτιε ποινή φυλάκισης 14 ετών και εννέα μηνών στις φυλακές τύπο F της Ραιδεστού, αφού καταδικάστηκε με τις κατηγορίες της κατοχής εκρηκτικών υλών, της συμμετοχής στο απαγορευμένο Κουρδικό Εργατικό Κόμμα (PKK), της διάδοσης προπαγάνδας, της συμμετοχής σε απαγορευμένες διαδηλώσεις και της κατοχής ψεύτικης ταυτότητας.

Η συνήγορος υπεράσπισης Hacer Çekiç δήλωσε ότι ο πελάτης της συμμετείχε σε διαδηλώσεις τους PKK για δημοσιογραφικούς σκοπούς. Σύμφωνα πάλι με τη δικηγόρο, ο Sümeli αρνήθηκε όλες τις κατηγορίες της κυβέρνησης και δήλωσε ότι στοχοποιήθηκε, επειδή είναι Κούρδος δημοσιογράφος.

 

Hikmet Çiçek, Aydınlık

Φυλακίστηκε: 28 Μαρτίου 2008

Ο Ciçek, ανταποκριτής στην Άγκυρα για την υπερεθνικιστικήαριστερή εφημερίδα Aydınlık και υπέυθυνος Τύπου του υπερεθνικιστικού-αριστερού Εργατικού Κόμματος (İşçi Partisi), τέθηκε υπό κράτηση στις φυλακές τύπου F του Σιλιβρί στην Κωνσταντινούπολη με τις κατηγορίες για συμμετοχή στην υπόθεση Ergenekon, που κατά τις εισαγγελικές αρχές επρόκειτο για μια σκοτεινή συνωμοσία που αποσκοπούσε στην ανατροπή της κυβέρνησης μέσω στρατιωτικού πραξικοπήματος. Ο Çiçek αντιμετωπίζει ποινή φυλάκισης έως 40 χρόνια βάσει δικαστικής απόφασης. Ως αποδεικτικά στοιχεία οι αρχές επικαλέστηκαν έγγραφα που κατασχέθηκαν κατά τη διάρκεια εισβολής σε κτίριο του Εργατικού Κόμματος. Οι αρχές ισχυρίστηκαν ότι ένα έγγραφο περιέγραφε τα «κεντρικά γραφεία» ή τους μυστικούς τόπους συνάντησης, όπου τα μέλη του κόμματος, οι αξιωματικοί του στρατού και μέλη της σέχτας των Αλεβιτών συζητούσαν τους πολικούς στόχους. Η κυβέρνηση δήλωσε επίσης ότι κατάσχεσε αρχιτεκτονικά σχέδια του Ανώτατου Δικαστηρίου, ισχυριζόμενη ότι θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την προετοιμασία μιας επίθεσης, καθώς και CDs που περιλάμβαναν απόρρητα στρατιωτικά έγγραφα. Σε δηλώσεις του προς τις αρχές, ο Çiçek αρνήθηκε την ανάμειξή του σε αντικυβερνητική συνωμοσία ή ότι γνώριζε για την ύπαρξη υποτιθεμένων αντικυβερνητικών εγγράφων. Ο Çiçek δήλωσε ότι δεν είχε ξαναδεί το έγγραφο που περιέγραφε τα «κεντρικά γραφεία» και ότι τα υπόλοιπα αρχεία τα είχε συγκεντρώσει για ειδησεογραφικούς σκοπούς. Οι αρχές ανέκριναν επίσης τον Çiçek σχετικά με το ειδησεογραφικό ρεπορτάζ της Aydınlık σχετικά με την έρευνα της υπόθεσης Ergenekon. Οι συνήγοροι υπεράσπισης αρνήθηκαν να συζητήσουν τις λεπτομέρειες για την υπόθεση.

Ömer Faruk Çalışkan,

Özgür Halk ve Demokratik Modernite

Φυλακίστηκε: 19 Ιουλίου 2008

Ο Calışkan, αρχισυντάκτης στο ανενεργό πλέον φιλοκουρδικό περιοδικό γνώμης Özgür Halk ve Demokratik Modernite, εξέτιε ποινή έξι ετών και τριών μηνών στις φυλακές τύπου F στην Καντίρα στο Κοτζαελί, σύμφωνα με το πρακτορείο ειδήσεων Dicle και τον Οργανισμό για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη.

Λεπτομέρειες για την καταδίκη του και για τις ακριβείς κατηγορίες, δεν έχουν αναφερθεί. Στα μέσα του 2012, αντιμετώπισε ακόμα μια εκκρεμούσα κατηγορία για διάδοση προπαγάνδας εξ ονόματος του απαγορευμένου Κουρδικού Εργατικού Κόμματος (PKK), σύμφωνα με την ανεξάρτητη πύλη ειδήσεων Bianet. Η CPJ δεν μπόρεσε να εντοπίσει το συνήγορο υπεράσπισης του Calışkan προκειμένου να αποσπάσει κάποιο σχόλιο. Από την άλλη, ούτε το κατηγορητήριο ήταν διαθέσιμο για επανεξέταση.

 

Tuncay Özkan, Kanal Biz and Kanaltürk

Φυλακίστηκε: 23 Σεπτεμβρίου 2008

Ο Özkan, πρώην ιδιοκτήτης των τηλεοπτικών σταθμών Kanal Biz και Kanaltürk και πρώην ηγέτης του Νέου Κόμματος (Yeni Parti), τέθηκε υπό κράτηση στις φυλακές τύπου F στο Σιλιβρί με τις κατηγορίες για συμμετοχή στην υπόθεση Ergenekon, ένα υποτιθέμενο υπόγειο δίκτυο υπερεθνικιστών, κοσμικών αξιωματικών του στρατού και δημοσίων υπαλλήλων που αποσκοπούσε στην ανατροπή της κυβέρνησης. Αντιμετωπίζει ποινή φυλάκισης δις ισόβια και επιπλέον κάθειρξη έως 30 χρόνια χωρίς τη δυνατότητα αναστολής. Ο Özkan υπήρξε δημοσιογράφος από το 1981, ενώ εργάστηκε στον Τύπο και την τηλεόραση ως δημοσιογράφος-ερευνητής, αρθρογράφος και διευθυντής. Είναι επίσης συγγραφέας 17 βιβλίων που πραγματεύονται θέματα πολιτικής, ασφάλειας καθώς και τη φυλάκισή του.

Σε σχόλια που έστειλε προς της CPJ μέσω του συνηγόρου, ο Özkan δήλωσε ότι διώχθηκε για τις δημοσιογραφικές και πολιτικές του δραστηριότητες. «Έγινα στόχος, επειδή ανακοίνωνα νέα σχετικά με τη διαφθορά του πρωθυπουργού και των υπουργών του, επειδή αντιτασσόμουν στην κεντρική διοίκηση και επειδή ήμουνα ακτιβιστής», δήλωσε ο Özkan στην CPJ. Ισχυρίστηκε ότι βρισκόταν στην απομόνωση για πάνω από ένα χρόνο.

Το 2007, ο Özkan οργάνωσε μια εκστρατεία μέσω των πολυμέσων εναντίον του κυβερνώντος Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) και συνέβαλε στο ξεκίνημα μιας σειράς αντικυβερνητικών διαδηλώσεων, γνωστές ως «Δημοκρατικά Συλλαλητήρια» στην Κωνσταντινούπολη, την Άγκυρα, τη Σμύρνη και άλλες πόλεις. Τα συλλαλητήρια κινητοποίησαν εκατοντάδες χιλιάδες άτομα που θεωρούσαν το AKP απειλή για την κοσμική διακυβέρνηση και την κληρονομιά του Mustafa Kemal Atatürk. Ορισμένοι ομιλητές έκαναν σαφείς ή συγκαλυμμένες εκκλήσεις για στρατιωτική παρέμβαση, εκκλήσεις που παρατηρήθηκαν και σε συνθήματα σε πανό. Μεταξύ των συνδιοργανωτών των συλλαλητηρίων ήταν ο Şener Eruygur, απότακτος στρατηγός και στη συνέχεια επικεφαλής μιας κεμαλικής ένωσης που ενεπλάκη στην υπόθεση Ergenekon. Ο Özkan ίδρυσε επίσης το Νέο Κόμμα και εκλέχθηκε πρώτος αρχηγός του τον Ιούνιο του 2008.

Ο Özkan δήλωσε στην CPJ ότι οι κατηγορίες της κυβέρνησης ήταν ατεκμηρίωτες. Ισχυρίστηκε ότι είχε ζητήσει από την κυβέρνηση να διευκρινίσει τα στοιχεία εναντίον του, όμως οι αρχές δεν ανταποκρίθηκαν. Κατόπιν αιτήματος των συνηγόρων υπεράσπισής του, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων το Φεβρουάριο του 2012 συμφώνησε να ακούσει τη διαμαρτυρία του για την αδικαιολόγητη και χωρίς ετυμηγορία κράτησή του.

Στο κατηγορητήριο της κυβέρνησης αναφέρεται ότι ο Özkan συναντούσε τους συμμετέχοντες στη φερόμενη συνωμοσία Ergenekon, συμπεριλαμβανομένων πολιτικών και υψηλόβαθμων στρατιωτικών αξιωματούχων. Οι συναντήσεις αποσκοπούσαν στο να δημιουργήσουν συνθήκες χάους που θα ευνοούσαν ένα στρατιωτικό πραξικόπημα, χρησιμοποιώντας τα μέσα ενημέρωσης που είχε ο Özkan υπό την επιρροή του. Ως αποδεικτικά στοιχεία, η κυβέρνηση επικαλέστηκε ένα κατασχεθέν CD του απότακτου στρατηγού Eruygur, το οποίο περιγράφει τον Özkan ως μέρος «υπερεθνικιστικών μέσων ενημέρωσης», καθώς και υποκλαπείσες τηλεφωνικές συνδιαλέξεις του Özkan, που συνδέονται με τα αντιπολιτευόμενα «Δημοκρατικά Συλλαλητήρια». Ο Özkan δήλωσε ότι οι συναντήσεις και οι συζητήσεις αποτελούσαν μέρος των δημοσιογραφικών δραστηριοτήτων του. Οι αρχές ισχυρίστηκαν ότι είχαν κατασχέσει βομβίδες, όπλα και πυρομαχικά από μια αποθήκη στην οποία στεγάζονταν επίσης υπάρχοντα του Özkan. Ο Özkan δήλωσε ότι η αποθήκη είχε νοικιαστεί από συναδέλφους του Kanaltürk, όταν μετακόμιζαν τα γραφεία του σταθμού. Ισχυρίστηκε ότι δεν είχε καμία σχέση με την αποθήκη.

Ο Özkan είπε ότι αναγκάστηκε να πουλήσει το Kanaltürk, καθώς οι διαφημιστές δέχτηκαν πολιτικές πιέσεις προκειμένου να εγκαταλείψουν τις επιχειρηματικές σχέσεις τους με τον σταθμό. Ο άλλος τηλεοπτικός σταθμός του Özkan σταμάτησε τις δραστηριότητές του μετά τη σύλληψή του.

 

Hamit Duman Dilbahar, Azadiya Welat

Φυλακίστηκε: 13 Φεβρουαρίου 2010

Ο Dilbahar, αρθρογράφος για την καθημερινή κουρδόφωνη Azadiya Welat, εξέτιε ποινή φυλάκισης 16 ετών στις φυλακές τύπου Η του Ερζερούμ με την κατηγορία της συμμετοχής στην απαγορευμένη Ένωση Κοινοτήτων του Κουρδιστάν (KCK). Εκτός του ότι το όνομά του εμφανίστηκε στη λίστα των φυλακισμένων δημοσιογράφων από την ανεξάρτητη πύλη ειδήσεων Bianet, λίγα γνωρίζουμε για τον Dilbahar.

Η νομική εκπροσώπηση του Dilbahar, καθώς και άλλων φυλακισμένων δημοσιογράφων της Azadiya Welat άλλαξε πρόσφατα. Ο νέος δικηγόρος υπεράσπισης, Cemil Sözen, που εκπροσωπεί τον Dilbahar στην προσφυγής του, δήλωσε ότι δεν μπορεί να προβεί σε σχόλια, γιατί δεν γνωρίζει ακόμα την υπόθεση. Ο συντάκτης ειδήσεων Menderes Öner της Azadiya Welat αρνήθηκε επίσης να σχολιάσει, επικαλούμενος τις πολυπλοκότητες του νομικού συστήματος.

 

Miktat Algül, Mezitli FM και Ulus

Φυλακίστηκε: 17 Μαΐου 2010

Ο Algül, συντάκτης στο ραδιοφωνικό σταθμό Mezitli FM στη Μερσίνη και στην τοπική εφημερίδα Ulus, τέθηκε υπό κράτηση στις φυλακές τύπου F του Κουρκτσούλερ των Αδάνων με τις κατηγορίες για εκβιασμό, απειλές και ίδρυση εγκληματικής οργάνωσης, σύμφωνα με την έκθεση του Οργανισμού για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη. Ο Algül αντιμετωπίζει ποινή φυλάκισης πάνω από 15 χρόνια βάσει δικαστικής απόφασης.

Σε ειδικό παράρτημα με τίτλο «Arrested Newspaper», το οποίο έγραψαν φυλακισμένοι δημοσιογράφοι και διανεμήθηκε από διάφορες καθημερινές εφημερίδες τον Ιούλιο του 2011, ο Algül ισχυρίστηκε ότι στοχοποιήθηκε εξαιτίας του πρόσφατου ρεπορτάζ του πάνω στη θρησκευτική κοινότητα Φετουλάχ Γκιουλέν. Ο Algül δήλωσε ότι το κατηγορητήριο της κυβέρνησης έχει διαστρεβλώσει τις προσπάθειές του να συγκεντρώσει ποσά από διαφημίσεις από τοπικές εταιρίες καθώς και ένα ρεπορτάζ του πάνω σε μια αυτοκινητιστική εταιρία, χαρακτηρίζοντάς τα κινήσεις εκβιασμού. 

Sevcan Atak, Özgür Halk ve Demokratik Modernite

Φυλακίστηκε: 18 Ιουνίου 2010

Ο Atak, συντάκτης στο ανενεργό πλέον φιλοκουρδικό περιοδικό γνώμης Özgür Halk ve Demokratik Modernite, εξέτιε ποινή επτά ετών και έξι μηνών με την κατηγορία της διάδοσης προπαγάνδας για το απαγορευμένο Κουρδικό Εργατικό Κόμμα (PKK), σύμφωνα με έκθεση του Οργανισμού για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη. Η τελεσίδικη απόφαση εκκρεμούσε ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου στα μέσα του 2012. Σύμφωνα με το φιλοκουρδικό πρακτορείο ειδήσεων Dicle, ο Atak μεταφέρθηκε στις φυλακές του Σακράν στη Σμύρνη.

Η CPJ δεν μπόρεσε να εντοπίσει το συνήγορο υπεράσπισης του Atak προκειμένου να αποσπάσει κάποιο σχόλιο. Από την άλλη, ούτε το κατηγορητήριο ήταν διαθέσιμο για επανεξέταση.

 

Şahabettin Demir, πρακτορείο ειδήσεων Dicle

Φυλακίστηκε: 5 Σεπτεμβρίου 2010

Ο Demir, ρεπόρτερ στην ανατολική πόλη του Βαν για το φιλοκουρδικό πρακτορείο ειδήσεων Dicle (DİHA), εξέτιε ποινή φυλάκισης 11 χρόνια και ένα μήνα στις φυλακές τύπου Ε του Μπιτλίς με τις κατηγορίες για απόπειρα δολοφονίας, επίθεσης με όπλο και καταπάτησης. Η τελεσίδικη απόφαση εκκρεμούσε ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου στα μέσα του 2012.

Ο Demir καταδικάστηκε με δύο από τα αδέλφια του, έπειτα από υποτιθέμενο διαπληκτισμό με δύο συγγενείς, σύμφωνα με τα λεγόμενα του συνηγόρου υπεράσπισης Aydoğan Yolyapan. Ένας ξάδελφος του Demir μαζί με τη γυναίκα του υπέστησαν τραυματισμούς κατά τη διάρκεια της συμπλοκής.

Υπό αμφισβήτηση τέθηκαν αρκετές πλευρές της υπόθεσης κατά τη δίκη, σύμφωνα με τον Yolyapan και τα αρχεία του δικαστηρίου. Ο Demir όχι μόνο αρνήθηκε την ανάμειξή του στο διαπληκτισμό, αλλά δήλωσε ότι δεν ήταν καν παρών στο σκηνικό. Ένα από τα αδέλφια του αρνήθηκε επίσης την ανάμειξη, ενώ ένα ακόμα παραδέχτηκε ότι παρίστατο στο σκηνικό, όμως αρνήθηκε κάθε ποινική ενοχή.

Σύμφωνα με τα αρχεία του δικαστηρίου, ο ξάδελφος μαζί με τη σύζυγο του υπέβαλαν αόριστες και αντιφατικές καταθέσεις με την πάροδο του χρόνου. Στην αρχική του κατάθεση στην αστυνομία, ο ξάδελφος δεν κατονόμασε τον Şahabettin Demir ως δράστη. Αργότερα όμως, κατονόμασε το δημοσιογράφο σε κατάθεση που υπέβαλε ενώπιον του εισαγγελέα. Κατά τη διάρκεια της δίκης, το ζεύγος ισχυρίστηκε ότι τα αδέλφια δεν τους είχαν επιτεθεί.

Υπό αμφισβήτηση τέθηκε επίσης κατά τη δίκη και το μέγεθος των τραυματισμών. Οι αρχές παρουσίασαν ιατρική γνωμάτευση σύμφωνα με την οποία οι τραυματισμοί ήταν επικίνδυνοι για την υγεία του ξαδέλφου, μολονότι η πλευρά της υπεράσπισης αμφισβήτησε την ακρίβεια της γνωμάτευσης. (Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, η σύζυγος υπέστη μικροτραυματισμούς.)

Παρά τις ανακολουθίες, το δικαστήριο έκρινε ένοχους τους τρεις αδελφούς. Στην απόφασή του το δικαστήριο επικαλέστηκε υποκλαπείσα τηλεφωνική συνομιλία μεταξύ των δυο αδελφών του Demir κατά την οποία ανέφεραν ότι είχαν εμπλακεί σε συμπλοκή.

O Yolyapan δήλωσε ότι ο πελάτης του πιστεύει ότι στοχοποιήθηκε για αντίποινα λόγω ρεπορτάζ του σχετικά με τις κατηγορίες εναντίον τεσσάρων αξιωματικών της αστυνομίας για βιασμό ανήλικης στην πόλη Ερτζίς. Σύμφωνα πάλι με τον ίδιο, η αστυνομία τον είχε απειλήσει ότι θα πάρει εκδίκηση μετά τη δημοσίευση της ιστορίας. Ο Demir είχε καταδικαστεί και παλαιότερα με ποινή φυλάκισης έως τέσσερα χρόνια για προπαγάνδα υπέρ του Κουρδικού Εργατικού Κόμματος (PKK). Η εν λόγω απόφαση εκκρεμούσε ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου.

 

Abdülcabbar Karabeğ, Azadiya Welat

Φυλακίστηκε: 13 Σεπτεμβρίου 2010

Ο Karabeğ, ανταποκριτής στη Μερσίνη για την κουρδόφωνη καθημερινή εφημερίδα Azadiya Welat, εξέτιε ποινή φυλάκισης επτά χρόνια στις φυλακές τύπου Ε της Μερσίνης με τις κατηγορίες της υποβοήθησης και της διάδοσης προπαγάνδας για το απαγορευμένο Κουρδικό Εργατικό Κόμμα (PKK).

Οι αρχές τον κατηγόρησαν για διανομή φυλλαδίων που προέτρεπαν την εναντίωση στο δημοψήφισμα σχετικά με τις συνταγματικές αλλαγές, σύμφωνα με έκθεση του Οργανισμού για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη. Η νομική εκπροσώπηση του Karabeğ, καθώς και άλλων φυλακισμένων δημοσιογράφων της Azadiya Welat άλλαξε πρόσφατα. Ο νέος δικηγόρος υπεράσπισης, Cemil Sözen, που εκπροσωπεί τον Karabeğ επί της προσφυγής, δήλωσε ότι δεν μπορεί να προβεί σε σχόλια, γιατί δεν γνωρίζει ακόμα την υπόθεση. Ο συντάκτης ειδήσεων Menderes Öner της Azadiya Welat αρνήθηκε επίσης να σχολιάσει, επικαλούμενος τις πολυπλοκότητες του νομικού συστήματος.

 

Ferhat Çiftçi, Azadiya Welat

Φυλακίστηκε: 16 Φεβρουαρίου 2011

Ο Çiftçi, ανταποκριτής στο Γκαζιαντέπ για την κουρδόφωνη καθημερινή εφημερίδα Azadiya Welat, εξέτιε ποινή φυλάκισης 21 χρόνια και οκτώ μήνες στις φυλακές τύπου Η του Γκαζιαντέπ με τις κατηγορίες της συμμετοχής στην απαγορευμένη Ένωση Κοινοτήτων του Κουρδιστάν (KCK) και της προπαγάνδας υπέρ της οργάνωσης.

Η νομική εκπροσώπηση του Çiftçi, καθώς και άλλων φυλακισμένων δημοσιογράφων της Azadiya Welat άλλαξε πρόσφατα. Ο νέος δικηγόρος υπεράσπισης, Cemil Sözen, που εκπροσωπεί τον Çiftçi επί της προσφυγής, δήλωσε ότι δεν μπορεί να προβεί σε σχόλια, γιατί δεν γνωρίζει ακόμα την υπόθεση. Ο συντάκτης ειδήσεων Menderes Öner της Azadiya Welat αρνήθηκε επίσης να σχολιάσει, επικαλούμενος τις πολυπλοκότητες του νομικού συστήματος.

 

Ruken Ergün, Azadiya Welat

Φυλακίστηκε: 23 Μαΐου 2011

Η Ergün, εκδότρια και συντάκτρια ειδήσεων στην κουρδόφωνη καθημερινή εφημερίδα Azadiya Welat, εξέτιε ποινή φυλάκισης έξι ετών και πέντε μηνών με την κατηγορία της προπαγάνδας υπέρ του απαγορευμένου Κουρδικού Εργατικού Κόμματος (PKK), σύμφωνα με έκθεση του Οργανισμού για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ). Η έκθεση του ΟΑΣΕ ανέφερε ότι η Ergün καταδικάστηκε τον Απρίλιο του 2011 και τον επόμενο μήνα φυλακίστηκε.

Υπήρχαν διάφορες εκδοχές ως προς τον τόπο κράτησης της Ergün. Σύμφωνα με την έκθεση του ΟΑΣΕ, ότι κρατούνταν στις Γυναικείες Φυλακές του Καρατάς στα Άδανα, ενώ το ειδησεογραφικό πρακτορείο Dicle έκανε λόγο για τη φυλακή τύπου H του Γκαζιαντέπ. Ο συνήγορος υπεράσπισης Cemil Sözen επιβεβαίωσε την ποινή που επιβλήθηκε στην πελάτισσα του, όμως αρνήθηκε να προβεί σε λεπτομέρειες σχετικά με την υπόθεση κατόπιν αιτήματος της CPJ.

 

Fatih Özgür Aydın, Muhendislik, Mimarlik ve Planlamada artı İvme

Φυλακίστηκε: 22 Ιουλίου 2011

Ο Aydın, εκδότης ειδήσεων του περιοδικού Muhendislik, Mimarlik ve Planlamada artı İvme (Θετική επιτάχυνση στη Μηχανική, την Αρχιτεκτονική και το Σχεδιασμό), τέθηκε υπό κράτηση στις φυλακές τύπου F της Ραιδεστού εν αναμονή της δίκης. Το περιοδικό, που θεωρείται αριστερό, περιλάμβανε άρθρα που ασκούσαν κριτική στις πράξεις και την απροθυμία της κυβέρνησης σε ότι αφορά την ανάπτυξη. Αντιμετωπίζει ποινή φυλάκισης έως 53 χρόνια με τις κατηγορίες για συνεργασία με απαγορευμένη οργάνωση, για διάδοση προπαγάνδας και παραβίαση άλλων αντικυβερνητικών νόμων.

Οι αρχές ισχυρίστηκαν ότι ο Aydın εργαζόταν με τη στήριξη του Επαναστατικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Μετώπου (DHKP-C). Τρεις ημέρες πριν τη σύλληψή του, ο Aydın έλαβε μέρος σε αντικυβερνητική διαδήλωση στην Κωνσταντινούπολη. Σε δημοσίευση του ο Aydın δήλωσε ότι θεωρεί πως η συμμετοχή του συνέβαλε στη σύλληψή του.

 

Cengiz Kapmaz, Özgür Gündem

Φυλακίστηκε: 22 Νοεμβρίου 2011

Ο Kapmaz, αρθρογράφος για τη φιλοκουρδική καθημερινή Özgür Gündem (Ελεύθερος Σκοπός) και εκπρόσωπος της νομικής εταιρίας για τον καταδικασμένο ηγέτη του Κουρδικού Εργατικού Κόμματος, Abdullah Öcalan, τέθηκε υπό κράτηση στην Κωνσταντινούπολη στο πλαίσιο έρευνας για την Ένωση Κοινοτήτων του Κουρδιστάν (KCK). Κρατούμενος στην Καντίρα στις φυλακές τύπου F στο Κοτζαελί, ο Kapmaz αντιμετωπίζει τουλάχιστον 10 χρόνια φυλάκιση με την κατηγορία για υποβοήθηση της ηγεσίας της KCK, μιας οργάνωσης που σύμφωνα με τις αρχές εργαζόταν για την «υγεία, την ασφάλεια και την ελευθερία» του Öcalan.

Ο Kapmaz μαζί με αρκετούς συνηγόρους του Öcalan κατηγορήθηκαν ότι διαβίβαζαν εντολές του ηγέτη του PKK στην οργάνωση. Ισχυρίζονται ότι ο Kapmaz συμμετείχε σε συναντήσεις και τηλεφωνικές συνδιαλέξεις με τους δικηγόρους, καθώς και ότι χρησιμοποιούσε ειδικό λογαριασμό ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και πρωτόκολλα για τη διαβίβαση των επιθυμιών του Öcalan. Ως αποδεικτικά στοιχεία της εγκληματικής του δραστηριότητας, το κατηγορητήριο επικαλέστηκε επίσης ιστορίες που έγραψε ο Kapmaz για το ειδησεογραφικό πρακτορείο Fırat, το οποίο σύμφωνα με τις αρχές εργαζόταν υπό τις εντολές της KCK, και ένα βιβλίο του σχετικά με τον ηγέτη του PKK, με τίτλο Οι Ημέρες του Öcalan στο Ιμραλί (Öcalan”s İmralı Days). Οι ιστορίες που αναφέρουν τον Kapmaz ως εκπρόσωπο της νομικής εταιρίας χρησιμοποιήθηκαν επίσης ως αποδεικτικά στοιχεία.

Σε άρθρο που έστειλε στην Özgür Gündem, ο Kapmaz δήλωσε ότι οι ισχυρισμοί της κυβέρνησης περί εγκληματικής δραστηριότητας ήταν αβάσιμοι. Δήλωσε, επίσης, ότι οι αρχές «ήθελαν να πληρώσω το τίμημα», επειδή ήμουν ένας δημοσιογράφος που έγραφε σχετικά με το Κουρδικό ζήτημα και την υπόθεση Öcalan.

Διαφορετική οπτική στο θέμα είχαν ορισμένα δημοσιεύματα των μέσων ενημέρωσης που ισχυρίστηκαν ότι ο Kapmaz ήταν στην πραγματικότητα αστυνομικός των μυστικών υπηρεσιών, ο οποίος εργαζόταν κρυφά για την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών. Αυτά τα δημοσιεύματα αναφέρθηκαν σε ένα υποτιθέμενο έγγραφο που βρέθηκε σε υπολογιστή του Kapmaz. Ο συνήγορος υπεράσπισης Özcan Kılıç απέρριψε αυτούς τους ισχυρισμούς.

 

Sultan Şaman, Rengê Hêviya Jinê

Φυλακίστηκε: 4 Φεβρουαρίου 2012

Η Şaman, συντάκτρια στο ανενεργό πλέον κουρδόφωνο γυναικείο περιοδικό Rengê Hêviya Jinê (Το Χρώμα της Γυναικείας Ελπίδας), τέθηκε υπό κράτηση στις φυλακές τύπου Μ του Μπατμάν με την κατηγορία για συμμετοχή στην Ένωση Κοινοτήτων του Κουρδιστάν (KCK), στην οποία ανήκει το Κουρδικό Εργατικό Κόμμα (PKK), σύμφωνα με το φιλοκουρδικό ειδησεογραφικό πρακτορείο Dicle.

Η CPJ δεν μπόρεσε να εντοπίσει το συνήγορο υπεράσπισης της Şaman ή πρώην υπαλλήλους του περιοδικού, προκειμένου να αποσπάσει πληροφορίες για τη σύλληψή της. Κούρδος ανταποκριτής, που μίλησε διατηρώντας την ανωνυμία του, είπε ότι το περιοδικό έκλεισε πρόσφατα και οι δημοσιογράφοι του κρύβονται φοβούμενοι τα νομικά αντίποινα. Η έρευνα της CPJ δείχνει ότι κατά το παρελθόν και άλλοι υπάλληλοι βρέθηκαν καταδικασμένοι με παρόμοιες κατηγορίες.

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ:

ΟΙ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ

 

Η CPJ ζήτησε από τον πρωθυπουργό Recep Tayyip Erdoğan και τον υπουργό Δικαιοσύνης Sadullah Ergin να σχολιάσουν πάνω στην έκθεση. Τα αιτήματα, που διατύπωσε εγγράφως η συντονίστρια του Προγράμματος της CPJ για την Ευρώπη και την Κεντρική Ασία, Nina Ognianova, απέσπασαν την απάντηση του υπουργού Δικαιοσύνης Ergin και του Τούρκου πρέσβη στις ΗΠΑ, Namık Tan. Ο πρωθυπουργός δεν απάντησε άμεσα. Εδώ θα βρείτε τα πλήρη κείμενα των επιστολών της κυβέρνησης.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΥΠΟΥΡΓΟ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ SADULLAH ERGIN

10 Ιουλίου 2012

Κα Nina Ognianova

Συντονίστρια του Προγράμματος για την Ευρώπη και την Κεντρική Ασία

της Επιτροπής για την Προστασία των Δημοσιογράφων

 

Αξιότιμη κα Ognianova,

Μοιραζόμαστε την ίδια άποψη ότι η ελευθερία της σκέψης και της έκφρασης αποτελεί τη θεμελιώδη πηγή νομιμότητας πάνω στην οποία στηρίζονται τα σύγχρονα δημοκρατικά συστήματα. Επιβεβαιώνουμε επίσης ότι είναι ιδιαίτερα σημαντικό τα μέλη του Τύπου, που διαδραματίζουν ένα καθοριστικό ρόλο στην εγκαθίδρυση μιας πλουραλιστικής δημοκρατικής κοινωνίας, να συνεχίζουν τις επαγγελματικές τους δραστηριότητες ελεύθερα, χωρίς ενδοιασμούς.

Η τουρκική κυβέρνηση, που είναι αποφασισμένη να ενισχύσει το φιλελεύθερο και δημοκρατικό χαρακτήρα της Τουρκίας, διαθέτει ισχυρή πολιτική βούληση όσον αφορά τη νομική προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών στο μέγιστο βαθμό. Η αναγνώριση της επικράτησης των διεθνών συμβάσεων για τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις ελευθερίες στο πλαίσιο της εθνικής νομοθεσίας, με τη Συνταγματική τροποποίηση που πραγματοποιήθηκε το 2003, αποτελεί το πιο σημαντικό παράδειγμα αυτής της πολιτικής βούλησης. Λαμβάνοντας υπόψιν τις δυσκολίες και τις πολιτικές αντιστάσεις που ενδέχεται να αντιμετωπίζουν όλες αυτές οι χώρες, οι μεταρρυθμιστικές μας προσπάθειες συνεχίζονται να υφίστανται με ένα βιώσιμο τρόπο, με εξαίρεση κάποιες περιοδικές επιβραδύνσεις που μπορούν να θεωρηθούν λογικές.

Λυπάμαι που δεν θα μπορέσω να υποδείξω όλες τις λεπτομέρειες επί του θέματος σε αυτή τη σύντομη επιστολή, θέλω όμως να επισημάνω ότι η Τούρκικη κυβέρνηση έχει σημειώσει επιτυχίες στην υλοποίηση πολλών μεταρρυθμίσεων για τη βελτίωση των δημοκρατικών προδιαγραφών της χώρας κατά την τελευταία δεκαετία. Τα μεταρρυθμιστικά πακέτα που έχουν διαδοχικά εισαχθεί αφορούν αφενός τα μέτρα για την εξασφάλιση της αποτελεσματικότητας της δικαστικής λειτουργίας στην Τουρκία και αφετέρου ισχυρότερες εγγυήσεις όσον αφορά το σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών. Με το 3ο πακέτο δικαστικών μεταρρυθμίσεων που εγκρίθηκε πρόσφατα από το τουρκικό κοινοβούλιο, εισήχθη η αναβολή των υποθέσεων και των ποινών που αφορούν τα αδικήματα που διαπράχθηκαν μέσω του Τύπου. Επιπρόσθετα, τα αδικήματα, τα οποία ανησυχούσαν ιδιαίτερα τους εκπροσώπους του Τύπου, όπως η προσπάθεια επιρροής επί της δίκαιης δίκης, που έχει αποτελέσει αντικείμενο κριτικής, αλλά και η παραβίαση του απορρήτου της έρευνας, έχουν επανεξεταστεί και τα στοιχεία τους έχουν διευκρινιστεί. Πολλές από τις διατάξεις του αντιτρομοκρατικού νόμου, και συγκεκριμένα εκείνη που αφορά την άρση του μέτρου της διακοπής της μετάδοσης, αναθεωρήθηκαν εκ νέου από τον παρόντα νόμο. Μεταξύ άλλων, τα δικαστήρια που ασκούν ειδικές δικαιοδοσίες των οποίων οι πρακτικές είχαν γίνει αντικείμενο αντιπαραθέσεων και δίκαιης κριτικής, τροποποιήθηκαν στο πλαίσιο του εν λόγω μεταρρυθμιστικού πακέτου.

Παρά τα προαναφερθέντα γεγονότα, θεωρώ ότι το πλαίσιο των θεμελιωδών ελευθεριών στην Τουρκία έγινε αντικείμενο τρέχουσας διαμάχης και κριτικής εξαιτίας της έντονης κοινωνικής βούλησης για βελτίωση των δημοκρατικών προτύπων, κάτι που προσωπικά βρίσκω ιδιαίτερο σημαντικό. Ωστόσο, θα ήθελα να δηλώσω ότι οι εν εξελίξει διενέξεις στο πλαίσιο της ελευθερίας του Τύπου και της έκφρασης είναι υπερβολικές και πιο συγκεκριμένα, το θέμα των φυλακισμένων δημοσιογράφων έχει γίνει ένα χρήσιμο πολιτικό επιχείρημα με εξωπραγματικές διαστάσεις. Η ταυτόχρονη έκφραση των τόσο διαφορετικών και αντιφατικών στοιχείων από τα διάφορα φόρουμ υποδηλώνει την υποθετική οπτική του ζητήματος.

Με σεβασμό προς την πολιτική της αντιπολίτευσης, που αποτελεί το πιο σημαντικό στοιχείο της δημοκρατικής ευημερίας της χώρας μας, πιστεύω ότι η διατήρηση μιας αδιάφορης στάσης απέναντι σε αυτές τις αλήθειες για το καλό των πολιτικών συμφερόντων δεν θα συμβάλει στη συνεχιζόμενη διαμάχη. Για το λόγο αυτό, θα ήθελα να εκφράσω την εκτίμησή μου για την επιστολή μας, η οποία δίνει τη δυνατότητα στην τουρκική κυβέρνηση να παρουσιάσει τις αντιλήψεις της επί του θέματος και να απαντήσει στις αξιόλογες ερωτήσεις σας.

 

Αξιότιμη κα Ognianova,

Καταρχάς, θα ήθελα να τονίσω ότι δεν υφίσταται καμία κατηγοριοποίηση στα δικαστικά στατιστικά στοιχεία όσον αφορά το επάγγελμα των ατόμων που ανακρίνονται και διώκονται. Επομένως, δεν υπάρχει διαθέσιμη επίσημη λίστα σχετικά με τους κρατούμενους ή καταδικασθέντες δημοσιογράφους. Αυτό αποτελεί φυσική συνέπεια του γεγονότος ότι οι έρευνες και οι διώξεις, που διεξάγονται από ανεξάρτητες και αμερόληπτες δικαστικές αρχές, δεν βασίζονται στις θέσεις και τους τίτλους των υπόπτων, αλλά στα χαρακτηριστικά των πράξεών τους.

Ως υπουργός Δικαιοσύνης της Τούρκικης Δημοκρατίας χωρίς να αρνούμαι την ύπαρξη μερικών πρακτικών προβλημάτων, η αλήθεια που θέλω άφοβα να τονίσω είναι ότι οι καθαρές δημοσιογραφικές δραστηριότητες δεν αποτελούν αντικείμενο ενδιαφέροντος των ερευνητικών αρχών. Κρατούμενοι ή καταδικασθέντες δημοσιογράφοι υπόκεινται σε ορισμένα μέτρα ή κυρώσεις όχι λόγω των επαγγελματικών τους δραστηριοτήτων αλλά εξαιτίας των εγκλημάτων που διέπραξαν.

Για παράδειγμα, στο θέμα της προσφυγής που κατέθεσε πέρυσι στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ένας δημοσιογράφος, του οποίου η υπόθεση εξακολουθεί να εκδικάζεται με την κατηγορία για συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε αυτή την αλήθεια. Στην εν λόγω προσφυγή οι λεπτομέρειες της οποίας είναι προσβάσιμες σύμφωνα με την απόφαση αριθ. 15869/09, οι υποτιθέμενες καταγγελίες που αφορούν τη «στέρηση της ελευθερίας χωρίς βάσιμες υποψίες» και τη «μη εκδίκαση της υπόθεσης εντός εύλογου χρονικού διαστήματος», σε συνδυασμό με τις κατηγορίες που αναφέρονται στην επιστολή σας, απορρίφθηκαν με σαφήνεια, καθώς κρίθηκαν πρόδηλα αβάσιμες.

Θα ήθελα να μοιραστώ εν συντομία τα ακόλουθα αποτελέσματα που προέκυψαν κατά τη διάρκεια έρευνας που διεξήχθη σε λίστα 91 ατόμων, η οποία δημοσιεύθηκε στις 5 Μαΐου του 2012 από την «Πλατφόρμα Αλληλεγγύης για τους Συλληφθέντες Δημοσιογράφους» που λειτουργεί στην Τουρκία:

Τέσσερα (4) άτομα από τη λίστα δεν είχαν ποινές φυλάκισης στο ποινικό τους μητρώο. Είκοσι τέσσερις (24) από τους υπολοίπους έχουν καταδικαστεί, εξήντα τρεις (63) έχουν τεθεί υπό κράτηση και μόνο έξι (6) από το συνολικό αριθμό (91) διαθέτουν δημοσιογραφική ταυτότητα. Θα ήθελα εδώ να σημειωθεί ότι κανένας από τους εν λόγω δημοσιογράφους, που συμπεριλαμβάνονται στη λίστα και έχουν δικαστεί ή καταδικαστεί για σοβαρά αδικήματα, δεν κατηγορήθηκε εξαιτίας των καθαρά δημοσιογραφικών δραστηριοτήτων τους.

Από όλα τα άτομα που φυλακίστηκαν στη χώρα μας, η μεγάλη πλειοψηφία όσων δικάστηκαν για λόγους συνδεδεμένους με τη δημοσιογραφική τους ταυτότητα αφορά όσους στερήθηκαν της ελευθερίας τους εξαιτίας σοβαρών αδικημάτων, όπως η συμμετοχή σε ένοπλη τρομοκρατική οργάνωση, η απαγωγή, η κατοχή αδήλωτων όπλων και επικίνδυνων ουσιών, η βομβιστική επίθεση και η δολοφονία. Ανάμεσα σε αυτά τα άτομα, βρίσκονται και εκείνοι που καταδικάστηκαν για επαίσχυντα αδικήματα, όπως η κλοπή, η ένοπλη ληστεία και η πλαστογραφία.

Δεν πιστεύω ότι υπάρχει σε ολόκληρο τον κόσμο ένα κράτος δικαίου που θα ανεχόταν τέτοιες πράξεις σε άμεση ή έμμεση σχέση με την ελευθερία του Τύπου και της έκφρασης. Είναι προφανές ότι το κράτος δικαίου απέχει κατά πολύ από την ιδέα της δημιουργίας προνομιούχων τάξεων όσον αφορά τη διάπραξη αδικημάτων.

Οι εγκληματικές πράξεις, και κυρίως οι τρομοκρατικές πράξεις, είναι η σημαντικότερη απειλή για την ειρηνική συνύπαρξη των κοινοτήτων. Εμείς σίγουρα δεν μπορούμε να θεωρήσουμε ότι οι κοινότητες που ενδίδουν σε αυτή την απειλή μπορούν να προστατεύσουν τη δημοκρατία στην οποία τα θεμελιώδη δικαιώματα και οι ελευθερίες, συμπεριλαμβανομένων της ελευθερίες του Τύπου και της έκφρασης, μπορούν να επιβιώσουν.

Η τρομοκρατία, που βιώνουν μαζικά πολλές χώρες που βρίσκονται μακριά η μία από την άλλη, παραμένει ένα καυτό θέμα στην ατζέντα τα τελευταία τριάντα χρόνια στην Τουρκία, όπου ο τρόμος έχει κοστίσει τις ζωές δεκάδων χιλιάδων αθώων ανθρώπων. Εκτός από τις τρομοκρατικές οργανώσεις, η Τουρκία, που βρίσκεται στο πέρασμα μεταξύ Ασίας και Ευρώπης, βρίσκεται σε κρίσιμη μάχη με τους εμπόρους ναρκωτικών και τις διασυνοριακές εγκληματικές οργανώσεις, οι οποίες θέλουν να επωφεληθούν από αυτό το πλεονέκτημα. Η μεγαλύτερή μας επιθυμία είναι να δώσουμε αυτή τη μάχη βάσει του κράτους δικαίου, σεβόμενοι τα θεμελιώδη δικαιώματα.

Σε αυτό το σημείο, έρχομαι να διαφωνήσω με τον ορισμό του «δικαστικού συστήματος διπλής όψεως» που αναφέρατε σχετικά με την ύπαρξη δικαστηρίων που ασκούν ειδικές δικαιοδοσίες στην Τουρκία. Θα ήθελα να υπογραμμίσω εδώ ότι το τουρκικό δικαστικό σύστημα έχει μόνο μια πλευρά και μια τάση και αυτή είναι η διασφάλιση της ειρήνης και της ασφάλειας του κοινού βασιζόμενη στο σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών.

Είναι κοινώς αποδεκτό ότι τα αδικήματα που έχουν μια πιο λεπτή και ευαίσθητη φύση, όπως τα τρομοκρατικά και οργανωμένα εγκλήματα, υπόκεινται σε ειδικές ερευνητικές μεθόδους και ότι οι διαδικασίες διεκπεραιώνονται από ειδικά δικαστήριο. Στο Ηπειρωτικό Νομικό Σύστημα, πολλές χώρες, κυρίως η Γαλλία και η Γερμανία, εισήγαγαν την εξειδίκευση στις δικαστικές δοκιμασίες και ενσωμάτωσαν πολλούς κανονισμούς στη νομοθεσία τους προκειμένου να καταπολεμήσουν αποτελεσματικά τα εγκλήματα αυτά. Όλα τα δικαστήρια στην Τουρκία λειτουργούν σύμφωνα με τους ίδιους δικαστικούς κανόνες και τον ίδιο δικαστικό μηχανισμό παρακολούθησης.

 

«ΜΕΡΟΣ ΑΥΤΩΝ ΤΩΝ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΩΝ ΗΤΑΝ Η ΘΕΣΠΙΣΗ ΕΝΟΣ ΝΕΟΥ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ, ΦΕΡΝΟΝΤΑΣ ΜΙΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΣΤΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΤΗΣ ΕΚΦΡΑΣΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΜΕΣΩΝ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ»,  Namık Tan

 

Αξιότιμη κα Ognianova,

Εκφράζω μεν αυτά, όμως δεν αρνούμαι ότι πολύ λίγα μέλη του Τύπου μπορεί να στερήθηκαν την ελευθερία τους κατά το παρελθόν εξαιτίας των πράξεών τους που θα μπορούσαν να σχετιστούν με τις δημοσιογραφικές δραστηριότητές τους. Εμείς, ως κυβέρνηση, δεν θέλουμε κανένα άτομο, είτε είναι δημοσιογράφος είτε όχι, να στοχοποιείται για όσα πιστεύει ή όσα εκφράζει.

Η άποψη που οδήγησε στην ευαισθητοποίηση απέναντι στους δημοσιογράφους προκύπτει από τις έρευνες και τις διώξεις όσον αφορά το έγκλημα της προπαγάνδας εξ ονόματος τρομοκρατικής οργάνωσης που είναι συνυφασμένη με δημοσιογραφικές δραστηριότητες.

Η Τουρκία προσπαθεί να βρει τη σωστή ισορροπία μεταξύ της πρόληψης της βίας και της τρομοκρατικής προπαγάνδας και της ανάγκης για επέκταση της ελευθερίας του λόγου. Νιώθω την ανάγκη να υποβάλω ένα κρίσιμο ερώτημα προκειμένου να μπορέσω να εκφράσω τη δυσκολία της επίτευξης αυτής της ισορροπίας: Ποιο είναι το μέγεθος της ανοχής, σε οποιαδήποτε χώρα ανά τον κόσμο, απέναντι στην ιδέα της δημοσιογραφίας, όταν μια τρομοκρατική οργάνωση μπορεί άμεσα ή έμμεσα να δημοσιεύει τις οδηγίες της για τις δράσεις της, να εξαπλώνει το οργανωτικό της δόγμα στα πλήθη και να επαινεί τη βία με ένα αίσθημα μίσους; Η ειλικρινής απάντηση στο ερώτημα αυτό θα σηματοδοτήσει τα σύνορα της ελευθερίας μας, και συγκεκριμένα το πότε ξεκινά και πότε σταματά η ελευθερία.

Τέλος, θα ήθελα να ενημερώσω ότι θα ήταν ευχαρίστησή μου να προβώ σε λεπτομερή εξέταση και ανάλυση και να μοιραστώ τα αποτελέσματά τους μαζί σας, εφόσον μας στείλετε μια λίστα σχετικά με τους «πάνω από εκατό φυλακισμένους δημοσιογράφους» που αναφέρατε στην επιστολή σας.

Θα ήθελα να σας ευχαριστήσω για το ενδιαφέρον σας και να σας απευθύνω τις θερμότερες ευχές μου.

 

Με εκτίμηση,

 

Sadullah Ergin

Υπουργός Δικαιοσύνης

 

 

ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΡΕΣΒΗ NAMIK TAN

 

29 Ιουνίου 2012

Sandra Mims Rowe

Πρόεδρος της

Επιτροπής για την Προστασία των Δημοσιογράφων

 

Αξιότιμη κυρία Πρόεδρε,

Λάβαμε επιστολές, υπογεγραμμένες από την συντονίστρια του Προγράμματος για την Ευρώπη και την Κεντρική Ασία, κα Nina Og-nianova, προς τον Πρωθυπουργό Erdoğan και τον Υπουργό Δικαιοσύνης Ergin σχετικά με την έκθεση πάνω στην ελευθερία του Τύπου στην Τουρκία που πρόκειται να δημοσιεύσει η CPJ. Σας ευχαριστούμε που μας δίνετε την ευκαιρία να απαντήσουμε και να σας παρουσιάσουμε το ευρύτερο πλαίσιο. Η ελευθερία της έκφρασης και των μέσων ενημέρωσης, σε συνδυασμό με άλλα ανθρώπινα δικαιώματα και θεμελιώδεις ελευθερίες, διαφυλάσσονται από το Σύνταγμα της Τουρκίας και τη σχετική νομοθεσία. Με σκοπό την περαιτέρω συμμόρφωση του εσωτερικού νομικού πλαισίου με τα διεθνή πρότυπα και τις αρχές, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που τέθηκαν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και τα πολιτικά κριτήρια της Κοπεγχάγης, η Τουρκία έχει προβεί σε διεξοδικές δικαστικές μεταρρυθμίσεις.

Μέρος αυτών των προσπαθειών ήταν η θέσπιση ενός νέου Ποινικού Κώδικα το 2005, φέρνοντας μια πιο δημοκρατική προσέγγιση στα ζητήματα ελευθερίας της έκφρασης και των μέσων ενημέρωσης. Το άρθρο 301 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο αποτέλεσε αντικείμενο έντονης κριτικής, τροποποιήθηκε περαιτέρω από τη Μεγάλη Τούρκικη Εθνοσυνέλευση το 2008, προκειμένου να αντιμετωπιστούν ορισμένες δυσκολίες που προκύπταν από την εφαρμογή του. Αυτή η αλλαγή οδήγησε στη σημαντική μείωση (της τάξεως του 97.3 τοις εκατό, για να ακριβολογούμε) των υποθέσεων που ανοίχτηκαν με βάση το συγκεκριμένο άρθρο.

Η Τουρκία έχει επίσης συμπράξει και συνεργαστεί με διάφορους διεθνείς οργανισμούς και μηχανισμούς, συμπεριλαμβανομένων της ΕΕ και του Συμβουλίου της Ευρώπης, σχετικά με το ζήτημα της ελευθερίας της έκφρασης και των μέσων ενημέρωσης, και έχει προσεκτικά λάβει υπόψιν της τις απόψεις που εξέφρασαν αυτά τα όργανα στα σχετικά θέματα, όπως στο πρόσφατο θέμα των δημοσιογράφων που προφυλακίστηκαν. Εν προκειμένω, βρισκόμαστε επίσης σε συνεχή διάλογο με τον εκπρόσωπο του ΟΑΣΕ σε θέματα Ελευθερίας των Μέσων Ενημέρωσης, που επισκέφθηκε τη χώρα μας στα τέλη του 2011.

Όσον αφορά τις προαναφερθείσες περιπτώσεις, θα ήθελα να τονίσω ότι σε αντίθεση με ό,τι έχει προταθεί, η συντριπτική πλειοψηφία των ατόμων που αναφέρονται ως «φυλακισμένοι δημοσιογράφοι» κατηγορήθηκαν για σοβαρά εγκλήματα, όπως η συμμετοχή σε παράνομη ή ένοπλη οργάνωση. Τα εγκλήματα αυτά αφορούν την ασφάλεια και την ακεραιότητα της χώρας μας και δεν έχουν καμία σχέση με το έργο τους ως δημοσιογράφοι ή μέλη οργανισμών μέσων ενημέρωσης.

Σύμφωνα με τις πληροφορίες που δόθηκαν από τους γενικούς εισαγγελείς, οι συγκεκριμένοι δημοσιογράφοι τέθηκαν υπό κράτηση βάσει τεκμηριωμένων στοιχείων. Επιπλέον, το ποινικό σύστημα της χώρας μας, όπως ακριβώς και άλλων δημοκρατιών, απαιτεί ότι όλοι οι κατηγορούμενοι, συμπεριλαμβανομένων των εν λόγω δημοσιογράφων, θεωρούνται αθώοι μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου.

Υπό αυτό το πρίσμα, θεωρούμε ανακριβές και άδικο οι αποφάσεις κράτησης βάσει εγκληματικής δραστηριότητας που πάρθηκαν από ανεξάρτητα τουρκικά δικαστήρια να θεωρούνται παραβιάσεις της ελευθερίας του Τύπου.

Η Τουρκία, όπως και πολλά άλλα δημοκρατικά έθνη, έχει δρόμο μπροστά της όσον αφορά τις προκλήσεις στη διασφάλιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και θεμελιωδών ελευθεριών στο έπακρο. Η Τουρκία αναγνωρίζει αυτή την πρόκληση και καταβάλλει συνεχώς προσπάθειες βελτίωσης της νομοθεσίας της, λαμβάνοντας υπόψιν τα πρότυπα που έθεσαν τα διεθνή όργανα με τα οποία συνεργαζόμαστε στενά.

Στο πλαίσιο αυτό, τον Ιανουαρίου του 2012, το υπουργείο Δικαιοσύνης παρουσίασε μια νέα νομοθετική δέσμη με στόχο τη μεταρρύθμιση του δικαστικού συστήματος, καθώς και την προώθηση της ελευθερίας της έκφρασης και του Τύπου. Το εν λόγω πακέτο έχει υποβληθεί προς εξέταση στη Γενική Συνέλευση της Μεγάλης Τούρκικης Εθνοσυνέλευσης.

Το εκκρεμές μεταρρυθμιστικό πακέτο περιλαμβάνει τροποποιήσεις της βασικής νομοθεσίας, συμπεριλαμβανομένων του τουρκικού ποινικού κώδικα, του αντιτρομοκρατικού νόμου, του νόμου περί Τύπου, του νόμου του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, του νόμου περί δικαστών και εισαγγελέων και του νόμου περί πλημμελειοδικών. Όταν εγκριθεί, αυτό το πακέτο θα βελτιώσει την αποτελεσματικότητα του δικαστικού συστήματος, θα αντιμετωπίσει τα θέματα που αφορούν τη διάρκεια των διαδικασιών και των περιόδων κράτησης και θα ενεργοποιήσει την περαιτέρω προστασία της ελευθερίας της έκφρασης και του Τύπου. [Σημείωση του συντάκτη: Η νομοθεσία εγκρίθηκε τον Ιούλιο.]

Μια από τις σημαντικότερες τροποποιήσεις του συγκεκριμένου νομοθετικού πακέτου ζητά την αναβολή των δικαστικών προστίμων, των ερευνών, των διώξεων και της ετυμηγορίας για φυλάκιση έως πέντε χρόνια που επιβλήθηκε σε δημοσιογράφους λόγων των πράξεων που διαπράχθηκαν μέσω του Τύπου ή των δημοσιεύσεων ή της ελευθερίας της σκέψης. Αυτό το νέο νομικό χαρακτηριστικό θα χρησιμεύσει αποτελεσματικά στην αμνηστία των εγκλημάτων που σχετίζονται με τον Τύπο και θα μπορέσει να επηρεάσει ένα σημαντικό αριθμό υποθέσεων που αφορούν τους δημοσιογράφους στην Τουρκία.

Αυτό το νέο μεταρρυθμιστικό πακέτο θα διευρύνει το πεδίο εφαρμογής του δικαστικού ελέγχου ως εναλλακτική λύση στην κράτηση. Από την άλλη πλευρά, αυτό θα εμποδίσει τα δικαστήρια από το να εκδίδουν εντάλματα κράτησης χωρίς απτές αποδείξεις ύπαρξης ισχυρής υποψίας ότι ο κατηγορούμενος έχει διαπράξει έγκλημα. Τα δικαστήρια θα πρέπει να εξηγήσουν γιατί η σύλληψη είναι προτιμότερη από άλλα προληπτικά μέτρα.

Επιπρόσθετα, το πακέτο θα βελτιώσει τα δικαιώματα υπεράσπισης των κατηγορουμένων στις έρευνες που διεξάγονται από ειδικά εξουσιοδοτημένους εισαγγελείς, θα περιορίσει το πεδίο «διάδοσης της προπαγάνδας για τρομοκρατική οργάνωση» και θα μειώσει τις ποινές για όσους έχουν καταδικαστεί για τη διάπραξη εγκλήματος εξ ονόματος οργανωμένης εγκληματικής ομάδας ή τρομοκρατικής ομάδας χωρίς να συμμετέχει σε αυτή. Θα καταργήσει επίσης τις διατάξεις που εξουσιοδοτούν τους δικαστές να αναστέλλουν δημοσιεύματα που εξυμνούν τις τρομοκρατικές οργανώσεις ή που περιλαμβάνουν προπαγάνδα, και θα καταργήσει την απαγόρευση της αναστολής της ποινής καθώς και της αλλαγής της σε εναλλακτικές κυρώσεις για τρομοκρατικά αδικήματα.

Επιπλέον, στο πλαίσιο του μεταρρυθμιστικού πακέτου, η έκταση του εγκλήματος της «παραβίασης του απορρήτου της έρευνας» θα περιοριστεί και ορισμένες διατάξεις του τουρκικού ποινικού κώδικα, που αυξάνουν την ποινή για τα εγκλήματα που διαπράττονται μέσω του Τύπου, θα καταργηθούν.

Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι σε περίπτωση που περάσει το νομοσχέδιο, οι διατάξεις του θα επηρεάσουν περίπου δύο εκατομμύρια ποινικές υποθέσεις, εκ των οποίων σχεδόν οι χίλιες πεντακόσιες θα αποποινικοποιηθούν.

Όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες πληροφορίες, η Τούρκικη κυβέρνηση είναι αποφασισμένη να επεκτείνει το εύρος της ελευθερίας της έκφρασης και του Τύπου στην Τουρκία. Πιστεύουμε σθεναρά ότι η διασφάλιση των θεμελιωδών ελευθεριών είναι αναγκαίο στοιχείο για τη δημοκρατία μας. Αυτό είναι ακόμη πιο σημαντικό τώρα που η Τουρκία γίνεται ένα σημαντικό παράδειγμα για πολλές άλλες χώρες της περιοχής μας, κυρίως για όσες υφίστανται μεγάλες πολιτικές αναταραχές και αλλαγές.

Θέλω να ελπίζω ότι η έκθεσή σας θα αντικατοπτρίσει με αντικειμενικότητα τη γενική κατάσταση της ελευθερίας του Τύπου στην Τουρκία, συμπεριλαμβανομένων και των βημάτων που έχει λάβει η Τούρκικη κυβέρνηση προκειμένου να διασφαλίσει ότι θα συνεχίσουμε να ζούμε στο πλαίσιο υψηλών προτύπων στα θέματα αυτά.

Με εκτίμηση,

Namık Tan

Τούρκος Πρέσβης στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής

πηγή φωτό