Η ΔΕΘ έκλεισε. Τα φώτα έσβησαν, τα μικρόφωνα μαζεύτηκαν, τα δισεκατομμύρια, ευτυχώς, έμειναν στον αέρα! Για δύο εβδομάδες η Θεσσαλονίκη έγινε το μεγαλύτερο πολιτικό πολυκατάστημα της χώρας. Φοροελαφρύνσεις, αυξήσεις, επιδόματα, δέκατος τρίτος μισθός, δέκατη τρίτη σύνταξη, εκατόν είκοσι δόσεις, φθηνή στέγη, καλύτερη Υγεία, καλύτερη Παιδεία.

Η κυβέρνηση εξήγησε τι θα κάνει. Το ΠΑΣΟΚ τι θα έκανε καλύτερα. Η ΕΛΑΣ τι θα έκανε πολύ καλύτερα. Όλοι βρήκαν τα λεφτά. Συνήθως τα ίδια. Και τώρα που τελείωσε η μεγάλη δημοπρασία, μπορούμε να κάνουμε την άβολη ερώτηση. Πόση σημασία έχουν πραγματικά όλα αυτά όταν έρχεται η ώρα της κάλπης;

Η δημόσια συζήτηση γίνεται σαν ο ψηφοφόρος να κάθεται στο σπίτι του με τρία Excel ανοιχτά, να συγκρίνει φόρους, αυξήσεις και επιδόματα και στο τέλος να αναφωνεί: «Αυτό είναι. Βρήκα πρωθυπουργό». Μόνο που οι ψηφοφόροι δεν ψηφίζουν έτσι.

Τα προγράμματα λένε όσα θέλουμε να ακούσουμε

Τα σημερινά κομματικά προγράμματα δεν περιέχουν απλώς όσα θέλουν να μας πουν τα κόμματα. Περιέχουν κυρίως όσα εμείς τους έχουμε ήδη πει ότι θέλουμε να ακούσουμε. Οι δημοσκοπήσεις και τα focus groups έχουν προηγηθεί και οι επικοινωνιολόγοι γνωρίζουν τι μας ενοχλεί, τι μας φοβίζει και τι θέλουμε να μας υποσχεθούν. Χαμηλότερους φόρους; Βεβαίως. Μεγαλύτερους μισθούς; Εννοείται. Καλύτερα νοσοκομεία, περισσότερες προσλήψεις, φθηνότερη ενέργεια; Όλα.

Το πρόβλημα είναι ότι τα θέλουμε όλα μαζί. Και οι πολιτικοί φροντίζουν να μη μας χαλάσουν το χατίρι.

Η συζήτηση αφορά σχεδόν αποκλειστικά παροχές. Για την παραγωγικότητα, τις επενδύσεις, τις εξαγωγές, την καινοτομία και τη δημιουργία καλύτερα αμειβόμενων θέσεων εργασίας, σχεδόν τίποτε. Λογικό. Η παραγωγικότητα δεν χωρά εύκολα σε τηλεοπτικό παράθυρο. Οι εξαγωγές δεν πιστώνονται στον λογαριασμό πριν από τις εκλογές. Ένα επίδομα ανακοινώνεται σε τριάντα δευτερόλεπτα.
Έτσι, κανείς δεν ρωτά πώς θα μεγαλώσει η πίτα. Όλοι διαγωνίζονται για το πώς θα τη μοιράσουν. Κατά προτίμηση πριν ψηθεί.

Στην αντιπολίτευση η αριθμητική είναι πιο εύκολη

Κάπως έτσι το πρόγραμμα γίνεται καθρέφτης επιθυμιών. Ρωτάς τον πολίτη τι θέλει, το γράφεις και ύστερα του παρουσιάζεις ως πολιτικό όραμα αυτό που σου είπε ο ίδιος στο focus group. Δεν είναι ακριβώς εξαπάτηση. Είναι πολιτικό μάρκετινγκ.

Η πολιτική αρχίζει όταν πρέπει να πεις όχι. Να εξηγήσεις ποιο μέτρο προηγείται, ποιο περιμένει και ποιο δεν γίνεται. Καθόλου ευχάριστο. Γι’ αυτό και αποφεύγεται πριν από τις εκλογές.

Η κυβέρνηση παρουσίασε ένα πακέτο με συγκεκριμένο δημοσιονομικό κόστος. Μπορεί να ήταν ανεπαρκές, άδικο ή προεκλογικό. Υπάρχει όμως ένας λογαριασμός και μια κυβέρνηση που, αν παραμείνει κυβέρνηση, θα κληθεί να τον πληρώσει.
Στην αντιπολίτευση η αριθμητική είναι πιο ευχάριστη. Όσο λιγότερο κινδυνεύεις να εφαρμόσεις όσα λες, τόσο ευκολότερα τα λες. Και όσο απομακρύνεται η εξουσία, τόσο μεγαλώνει η γενναιοδωρία.

Οι υποσχέσεις έχουν «ποινικό μητρώο»

Η ΕΛΑΣ εμφανίζεται ως νέο κόμμα, αλλά δεν έφτασε στην πολιτική ζωή με παρθενογένεση. Έχει αρχηγό τον Αλέξη Τσίπρα. Έχει κυβερνητικό ιστορικό.

Ο Τσίπρας έφτασε στην εξουσία υποσχόμενος ότι θα τελείωνε τη λιτότητα και θα ανέτρεπε το μνημονιακό πλαίσιο, κρατώντας ταυτόχρονα τη χώρα στην ευρωζώνη. Ακολούθησαν το δημοψήφισμα, τα capital controls και το τρίτο μνημόνιο. Μικρή απόκλιση από τον αρχικό σχεδιασμό.

Σήμερα επέστρεψε με νέο κόμμα και νέο πρόγραμμα. Πατριωτική εισφορά. Αυξήσεις. Φάρμακα χωρίς συμμετοχή, φορολογικές ελαφρύνσεις, στέγη, υγεία, παιδεία.
Όλα τα καλά, ξανά! Ο ψηφοφόρος μπορεί να τον συγχωρήσει. Μπορεί ακόμη και να τον ξαναψηφίσει. Δεν μπορεί όμως να ακούσει μια καινούργια υπόσχεση σαν να είναι η πρώτη. Η υπόσχεση έχει πλέον ποινικό μητρώο.

Στο ΠΑΣΟΚ, ο Νίκος Ανδρουλάκης παρουσίασε δέκατο τρίτο μισθό, δέκατη τρίτη σύνταξη, 120 δόσεις και στόχο την πρωτιά. Δεν του λείπουν οι προτάσεις. Του λείπει η πειστική απάντηση στο ερώτημα αν οι πολίτες είναι έτοιμοι να του παραδώσουν τη χώρα. Γιατί άλλο «μου αρέσει αυτό που λες» και άλλο «σου δίνω το Μαξίμου».

Όταν τελειώνει το πρόγραμμα, αρχίζει ο πρωθυπουργός

Η πρώτη δημοσκόπηση μετά τη ΔΕΘ ήταν σχεδόν σαρκαστική. Περισσότεροι από έξι στους δέκα αξιολόγησαν αρνητικά τις εξαγγελίες του Κυριάκου Μητσοτάκη. Και τι συνέβη; Η Νέα Δημοκρατία κέρδισε δύο μονάδες. Μια κυβέρνηση μπορεί να φθείρεται, οι εξαγγελίες της να αποδοκιμάζονται και παρ’ όλα αυτά να προηγείται καθαρά.
Η δυσαρέσκεια δεν μεταφέρεται αυτομάτως στην αντιπολίτευση. Δεν είναι τραπεζικό έμβασμα. Ο δυσαρεστημένος από τον Μητσοτάκη πρέπει πρώτα να εμπιστευθεί τον Ανδρουλάκη ή τον Τσίπρα.

Η ίδια υπόσχεση δεν έχει την ίδια αξία από κάθε στόμα. Κουβαλά την απάντηση στο ερώτημα αν αυτός που την εκφωνεί μπορεί πράγματι να κυβερνήσει. Άλλωστε, καμία κυβέρνηση δεν κυβερνά τέσσερα χρόνια με το πρόγραμμα που έγραψε πριν από τις εκλογές. Έρχεται μια πανδημία, μια ενεργειακή κρίση, ένας πόλεμος, μια κρίση με την Τουρκία, μια καταστροφή.

Κάποια στιγμή συμβαίνει κάτι που δεν υπήρχε σε καμία σελίδα. Τότε τελειώνει το πρόγραμμα και αρχίζει ο πρωθυπουργός. Ποιον θέλεις στο Μαξίμου όταν χτυπήσει το τηλέφωνο στις τρεις το πρωί; Και εκεί δεν βοηθούν τα PowerPoint!

Αν το ΠΑΣΟΚ και η ΕΛΑΣ θέλουν να νικήσουν τον Μητσοτάκη, δεν αρκεί ένας μεγαλύτερος κατάλογος παροχών. Πρέπει να αποδείξουν ότι μπορούν να γίνουν κυβέρνηση πριν γίνουν κυβέρνηση. Να επιλέξουν, να ιεραρχήσουν, να κοστολογήσουν, να συγκρουστούν. Να πουν και κάτι δυσάρεστο. Με μία φράση, η αντιπολίτευση έχει ανάγκη από υποψήφιο πρωθυπουργό που να μοιάζει με πρωθυπουργό.

Μέχρι τότε, ας συνεχίσουν τα στελέχη των κομμάτων να ξιφουλκούν στα τηλεοπτικά πάνελ για το ποιος μοίρασε περισσότερα και ποιος τα κοστολόγησε πιο σωστά.
Ξέρουν όμως όλοι τους ότι οι εκλογές δεν θα κριθούν εκεί. Αλλά κάτι πρέπει να έχουν να λένε από το πρωί μέχρι το βράδυ.