Το πιο ανησυχητικό δεν είναι ότι ο Ντόναλντ Τραμπ λέει ολοένα και πιο ακραία πράγματα. Είναι ότι ο κόσμος εκπλήσσεται ολοένα και λιγότερο. Υπάρχουν δηλώσεις που προκαλούν αντιδράσεις, δηλώσεις που προκαλούν οργή και δηλώσεις που σε κάνουν να αναρωτιέσαι αν πράγματι ειπώθηκαν.
Στην τελευταία κατηγορία ανήκει η σοκαριστική (και μάλλον χωρίς ιστορικό προηγούμενο) δήλωση του Ντόναλντ Τραμπ με αφορμή την κηδεία του Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ. «Με μία μόνο βολή θα μπορούσαμε να τους εξοντώσουμε όλους, αλλά τότε δεν θα είχαμε με ποιον να διαπραγματευτούμε», είπε, αναφερόμενος στους συγκεντρωμένους στην Τεχεράνη.
Την ίδια ώρα, στους δρόμους της Τεχεράνης βρίσκονταν εκατομμύρια πολίτες. Δεν έχει σημασία γιατί βρέθηκαν εκεί. Σημασία έχει ότι ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών μίλησε δημόσια για την εξόντωσή τους. Δεν ανατριχιάζει κανείς επειδή πιστεύει ότι αυτό θα συμβεί. Ανατριχιάζει επειδή ειπώθηκε. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να εντοπιστεί στη σύγχρονη πολιτική ιστορία δημόσια δήλωση ανάλογου περιεχομένου από εν ενεργεία αρχηγό κράτους.
Από εκείνη τη στιγμή ξεκίνησε, σχεδόν μηχανικά, η συνηθισμένη συζήτηση. Ήταν χιούμορ; Ήταν σαρκασμός; Ήταν διαπραγματευτική υπερβολή; Ήταν έμμεση προειδοποίηση προς την Τεχεράνη; Οι υποστηρικτές του Τραμπ θα πουν ότι ήταν ακόμη ένα χαρακτηριστικό του αστείο. Οι αντίπαλοί του θα επιμείνουν ότι επρόκειτο για απειλή. Ο ίδιος, όπως συχνά κάνει, μπορεί να κινηθεί ανάμεσα στις δύο ερμηνείες.
Διαφορετικές σκηνές του ίδιου έργου με κοινό παρονομαστή την προσωπική κυριαρχία
Το πραγματικά ανησυχητικό, όμως, δεν είναι μόνο η ίδια η δήλωση. Είναι η διάρκειά της. Μέσα σε λίγες ώρες είχε ήδη υποχωρήσει από την κορυφή της ειδησεογραφίας, παραχωρώντας τη θέση της στην επόμενη ανάρτηση, στην επόμενη πρόκληση, στο επόμενο επεισόδιο της ίδιας επικοινωνιακής παράστασης.
Σχεδόν ταυτόχρονα, ήρθε η αποκάλυψη ότι ο Τραμπ παρενέβη προσωπικά προς τον πρόεδρο της FIFA, Τζιάνι Ινφαντίνο, ζητώντας την αναστολή της τιμωρίας του Αμερικανού ποδοσφαιριστή Φολαρίν Μπαλογκάν. Ήταν μια υπόθεση ποδοσφαίρου! Μάλιστα τα επόμενα 24ωρα οι Ηνωμένες Πολιτείες αποκλείστηκαν από το Μουντιάλ με βαριά ήττα από το Βέλγιο.
Το περιστατικό δεν απέφερε κανένα προφανές πολιτικό ή αγωνιστικό όφελος. Ανέδειξε όμως κάτι ίσως σημαντικότερο. Μια αντίληψη της εξουσίας σύμφωνα με την οποία ο πρόεδρος μπορεί να παρεμβαίνει προσωπικά, ανά πάσα στιγμή, σε οποιοδήποτε πεδίο θεωρεί ότι τον αφορά.
Αν προστεθεί και η σαρκαστική ανάρτηση εις βάρος της Ιταλίδας πρωθυπουργού Τζόρτζια Μελόνι, (σε ανάρτησή του στο Truth Social, πάνω από φωτογραφία του με την Μελόνι, ο Τραμπ έγραψε «χρειάζονται περιοριστικά μέτρα») το μοτίβο γίνεται σαφέστερο.
Η γεωπολιτική, ο αθλητισμός, οι σχέσεις με συμμάχους και τα κοινωνικά δίκτυα αντιμετωπίζονται ως διαφορετικές σκηνές του ίδιου έργου. Κοινός παρονομαστής είναι η προσωπική κυριαρχία στην επικαιρότητα. Κανένα από αυτά τα περιστατικά, μεμονωμένα, δεν αρκεί για να εξηγήσει το φαινόμενο. Όλα μαζί όμως σχηματίζουν ένα μοτίβο.
Αυτό είναι το πραγματικό φαινόμενο Τραμπ. Ούτε οι υπερβολές του, ούτε οι συνεχείς προκλήσεις του. Έχουν πλέον καταγραφεί ως στοιχείο της πολιτικής του προσωπικότητας. Το νέο στοιχείο είναι ότι κατορθώνει να μετακινεί, λίγο- λίγο σχεδόν ανεπαίσθητα, το σημείο από το οποίο αρχίζει το αδιανόητο.
Η σταδιακή ανοσία απέναντι στο δηλητήριο
Ίσως ο καλύτερος τρόπος για να περιγράψει κανείς αυτό που συμβαίνει είναι ο μιθριδατισμός. Η σταδιακή ανοσία απέναντι στο δηλητήριο. Μόνο που εδώ το δηλητήριο είναι η καθημερινή έκθεση στον ακραίο δημόσιο λόγο. Και όσο αυτή επαναλαμβάνεται, τόσο λιγότερο μας σοκάρει.
Η πρώτη ακραία δήλωση προκαλεί σοκ. Η δεύτερη έντονες αντιδράσεις. Η τρίτη πολιτική αντιπαράθεση. Η δέκατη αντιμετωπίζεται σχεδόν με αδιαφορία. Δεν έγιναν λιγότερο δηλητηριώδεις οι δηλώσεις. Εμείς αποκτήσαμε μεγαλύτερη ανοχή απέναντί τους.
Η υπερβολή στην πολιτική δεν είναι καινούργιο φαινόμενο. Καινούργιο είναι ότι αλλάζει σταδιακά το μέτρο με το οποίο την αξιολογούμε. Ίσως αυτός να είναι και ο πιο σύγχρονος ορισμός του μιθριδατισμού. Αυτό που χθες θα προκαλούσε πολιτικό σεισμό, σήμερα αντιμετωπίζεται ως ακόμη ένα επεισόδιο της καθημερινής ειδησεογραφίας.
Εδώ βρίσκεται και ο πραγματικός κίνδυνος. Οι δημοκρατίες δεν φθείρονται μόνο όταν αμφισβητούνται οι νόμοι ή υπονομεύονται οι θεσμοί. Η φθορά ξεκινά όταν αλλάζει το μέτρο με το οποίο αξιολογούμε τον δημόσιο λόγο. Όταν παύουμε να εκπλησσόμαστε από όσα μέχρι χθες θα θεωρούσαμε αδιανόητα.
Όταν η κατάρρευση της Δημοκρατίας έρχεται αργά και «νόμιμα»
«Οι δημοκρατίες δεν πεθαίνουν πάντα στο σκοτάδι. Μερικές φορές πεθαίνουν με τα φώτα αναμμένα. Η κατάρρευση δεν έρχεται πάντα με τη μορφή ενός βίαιου στρατιωτικού πραξικοπήματος. Αντίθετα, έρχεται αργά και «νόμιμα», εκ των έσω, από εκλεγμένους ηγέτες που διαβρώνουν τους δημοκρατικούς θεσμούς με τη συγκατάθεση ή την αδιαφορία των πολιτών». Αυτό είναι άλλωστε το κεντρικό επιχείρημα των Steven Levitsky και Daniel Ziblatt στο εμβληματικό How Democracies Die.
Και εδώ το θέμα παύει να αφορά μόνο την Αμερική. Αφορά και τους συμμάχους της. Την ώρα που το ΝΑΤΟ συνεδριάζει στην Άγκυρα, επιχειρώντας να διατηρήσει την εικόνα της ενότητας, οι σχέσεις της Ουάσιγκτον με τους συμμάχους της εισέρχονται σε μια περίοδο αυξημένης αβεβαιότητας.
Η συζήτηση για μια ενδεχόμενη επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 είναι μόνο μία από τις εκφάνσεις αυτής της νέας πραγματικότητας. Δεν αφορά μόνο τις ελληνοτουρκικές ισορροπίες. Αφορά το κατά πόσο οι σύμμαχοι των Ηνωμένων Πολιτειών μπορούν ακόμη να προβλέψουν τη στρατηγική της Ουάσιγκτον ή αν θα πρέπει να προσαρμόζονται διαρκώς στις προσωπικές επιλογές του εκάστοτε ενοίκου του Λευκού Οίκου.
Οι διεθνείς σχέσεις οικοδομούνται πάνω στην αξιοπιστία, τη συνέχεια και την εμπιστοσύνη. Όταν όμως ο ισχυρότερος άνθρωπος του κόσμου μετακινεί καθημερινά τα όρια του δημόσιου λόγου, κανείς δεν μπορεί να είναι βέβαιος ότι αύριο δεν θα μετακινηθούν και τα όρια της πολιτικής.
Και αυτό, για χώρες όπως η Ελλάδα, είναι πολύ περισσότερο από μια ενδιαφέρουσα πολιτική παρατήρηση. Είναι ζήτημα εθνικής ασφάλειας.




















