Ο πρόεδρος της Ουκρανίας, Βολοντίμιρ Ζελένσκι, απομάκρυνε από το υπουργείο Άμυνας τον δημοφιλή Μιχαΐλο Φεντόροφ, έπειτα από παρατεταμένη και οξύτατη σύγκρουσή του με τον τότε αρχηγό των Ενόπλων Δυνάμεων, Ολεξάντρ Σίρσκι.

Λίγες ημέρες αργότερα, ύστερα από διαδηλώσεις που ζητούσαν την επιστροφή του Φεντόροφ και την απομάκρυνση του αρχιστρατήγου, απέπεμψε και τον Σίρσκι, διορίζοντας στη θέση του τον Μιχαΐλο Ντραπάτι.

Η ρήξη που οδήγησε στη διπλή αποπομπή δεν αφορούσε μόνο τη σχέση drones και πυροβολικού, αλλά τη διοίκηση, τις προμήθειες και συνολικά τον τρόπο διεξαγωγής του πολέμου. Μετά την απομάκρυνσή του, ο Φεντόροφ κατηγόρησε τον Σίρσκι ότι μπλόκαρε μεταρρυθμίσεις και υπονόμευε τη δουλειά του, ενώ περιέγραψε ένα σύστημα στο οποίο οι πόροι κατανέμονται με κριτήριο την αφοσίωση και το ανθρώπινο δυναμικό αναλώνεται χωρίς επαρκή ανάλυση.

Για το Κρεμλίνο, υποτίθεται ότι δεν είχε καμία σημασία ποιος ήταν υπουργός Άμυνας της Ουκρανίας. Ο Ντμίτρι Πεσκόφ δήλωσε στις 16 Ιουλίου ότι «δεν έχει σημασία ποιος είναι υπουργός Άμυνας» και ότι για τη Μόσχα προέχει να εμφανιστούν στο Κίεβο άνθρωποι έτοιμοι να λάβουν τις αποφάσεις που ζητεί η Ρωσία.

Ωστόσο, Z-bloggers και στρατιωτικοί σχολιαστές, όπως το «Voennyi Osvedomitel», ο Αλεξέι Ζίβοφ και ο Γιούρι Κοτιόνοκ, καθώς και ο πρώην Ουκρανός βουλευτής και φιλορώσος πολιτικός Όλεγκ Τσαριόφ, χαρακτήρισαν τον Φεντόροφ αποτελεσματικό και επικίνδυνο αντίπαλο και εκτίμησαν ότι η απομάκρυνσή του ευνοεί τη Ρωσία. Όλοι δραστηριοποιούνται κυρίως στο Telegram και εκπροσωπούν διαφορετικές φωνές του ρωσικού φιλοπολεμικού οικοσυστήματος.

Ο Ροντιόν Μιρόσνικ, Ρώσος διπλωμάτης και πρέσβης επί ειδικών αποστολών του Ρωσικού ΥΠΕΞ, δήλωσε ότι ο Ζελένσκι επιχειρεί να εξαφανίσει το «ίχνος Γερμάκ», να απομακρύνει έναν πολιτικό ανταγωνιστή και να απαλλαγεί από τη δυτική «επιτήρηση» που, κατά τον ίδιο, εκπροσωπούσε ο Φεντόροφ. Ο βουλευτής της Δούμας Αντρέι Κολέσνικ είπε ότι ο Ζελένσκι καλά θα κάνει, από ρωσική άποψη, να συνεχίσει να διώχνει τέτοιους ανθρώπους.

Τα ρωσικά κρατικά μέσα δεν έδωσαν ενιαία εξήγηση. Το RIA Novosti, επικαλούμενο ανώνυμες «πηγές ασφαλείας», απέδωσε χωρίς αποδείξεις τη σύγκρουση σε ανταγωνισμό δυτικών αμυντικών βιομηχανιών: των παραγωγών πυροβολικού που υποτίθεται ότι στηρίζουν τον Σίρσκι και των παραγωγών drones που συνδέονται με τον Φεντόροφ. Το «Ρωσία 1», αναφερόμενο στις κινητοποιήσεις υπέρ του Φεντόροφ, επανέφερε το αφήγημα των «χάρτινων διαδηλώσεων» και ενός νέου Μαϊντάν, συνδέοντάς τες επίσης με δυτικές στρατιωτικές συμβάσεις.

Ποιος κυβερνά τον πόλεμο;

Πέρα από το θέμα «drones ή πυροβολικό» αναδεικνύεται ένα πραγματικό ερώτημα: Ποιος κυβερνά έναν στρατό που προσπαθεί να απελευθερωθεί από τη σοβιετική του κληρονομιά: το Γενικό Επιτελείο, ο πολιτικός προϊστάμενος, τα δεδομένα του πεδίου ή τα δίκτυα εξουσίας που κατανέμουν ανθρώπους και όπλα;

Ο ίδιος ο Φεντόροφ, σε συνέντευξη Τύπου που έδωσε στις 16 Ιουλίου, δεν μίλησε απλώς για διαφωνίες ως προς τα drones και το πυροβολικό. Περιέγραψε έντεκα συστημικά προβλήματα του ουκρανικού στρατού, μεταξύ των οποίων:

  • Το σύστημα των σωμάτων δεν λειτουργεί πλήρως, ενώ ταξιαρχίες και τάγματα διασπώνται και υπάγονται σε διαφορετικές διοικήσεις.
  • Τα εφόδια και οι πόροι κατανέμονται χειροκίνητα, με κριτήριο την προσωπική εύνοια και όχι τις πραγματικές ανάγκες.
  • Οι διοικητές αντικαθίστανται διαρκώς, ενώ όσοι επιτυγχάνουν συχνά απομονώνονται ή τιμωρούνται.
  • Οι αποφάσεις για το ποιες μονάδες θα ενισχυθούν δεν λαμβάνονται βάσει δεδομένων για επιδόσεις και απώλειες, αλλά βάσει «πίστης» προς την ηγεσία.
  • Το Γενικό Επιτελείο μπλοκάρει οργανωτικές αλλαγές και τεχνολογικά προγράμματα μέσω μιας ατελείωτης «γραφειοκρατικής ανταλλαγής πυρών».
  • Υπάρχει, κατά τη διατύπωσή του, «διαγραφή ανθρώπινου κεφαλαίου χωρίς ανάλυση».

Με τις καταγγελίες αυτές, ο Φεντόροφ δεν περιέγραψε απλώς μια σύγκρουση «drones εναντίον οβίδων». Αμφισβήτησε ευθέως τη διοικητική κουλτούρα των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων και, ακόμη σημαντικότερο, τον τρόπο άσκησης του πολιτικού ελέγχου στον στρατό. Ποιος καθορίζει τις ανάγκες; Ποιος ελέγχει τα δεδομένα; Ποιος αποφασίζει πού κατευθύνονται τα δισεκατομμύρια των αμυντικών δαπανών, τα όπλα και οι άνθρωποι;

Παρ’ όλα αυτά, η διατύπωση πολλών ΜΜΕ, των New York Times συμπεριλαμβανομένων, ότι το Γενικό Επιτελείο -και όχι το υπουργείο- καθορίζει τις προτεραιότητες των αγορών, αποδίδει τη γενική κατανομή των αρμοδιοτήτων, όχι όμως ολόκληρη τη διαδικασία. Τουλάχιστον στην απευθείας προμήθεια μη επανδρωμένων συστημάτων, η θεσμική εικόνα είναι πιο σύνθετη.

Σύμφωνα με το ίδιο το ουκρανικό υπουργείο, στη νέα διαδικασία προμήθειας μη επανδρωμένων συστημάτων:

Τα δεδομένα από το πεδίο χρησιμοποιούνται για την κατάταξη των μη επανδρωμένων συστημάτων. Βάσει αυτής της κατάταξης και των αιτημάτων των μονάδων, το Γενικό Επιτελείο συντάσσει τον κατάλογο των προς αγορά συστημάτων, προσδιορίζοντας τύπους και ποσότητες. Στη συνέχεια, η Υπηρεσία Αμυντικών Προμηθειών προχωρεί στις συμβάσεις.

Κανείς, επομένως, δεν ήταν αποκλειστικός ιδιοκτήτης της διαδικασίας. Η σύγκρουση βρισκόταν ακριβώς στην αλληλεξάρτηση των αρμοδιοτήτων τους: στη μετάφραση των δεδομένων του πεδίου σε καταλόγους αναγκών, προϋπολογισμούς και συμβάσεις.

Υπάρχει επίσης ο κατάλογος των 22 επιτευγμάτων που παρουσίασε ο Φεντόροφ ως απολογισμό της εξάμηνης θητείας του. Πρόκειται για τον απολογισμό του ίδιου και του υπουργείου του, όχι για ανεξάρτητη αξιολόγηση.

Ο ίδιος υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι σε τέσσερις μήνες αγοράστηκαν περισσότερα drones απ’ όσα ολόκληρο το προηγούμενο έτος. Καθιερώθηκαν ανταγωνιστικοί διαγωνισμοί για εκατοντάδες χιλιάδες drones, πυρομαχικά 155 χιλιοστών και οχήματα, με εξοικονόμηση δισεκατομμυρίων.

Δρομολογήθηκε το πρόγραμμα «Basic Level», το οποίο προβλεπόταν να αρχίσει από τον Ιούλιο να εξασφαλίζει σταθερές παραδόσεις drones στις μάχιμες ταξιαρχίες και στα σώματα στρατού.

Αποδίδει στις αλλαγές του αύξηση της αναχαίτισης ρωσικών drones από 83% σε 91% και πυραύλων κρουζ από 47% σε 87%, ενώ αναφέρει επίσης επιτυχή δοκιμή ουκρανικού βαλλιστικού πυραύλου με μείωση κόστους κατά 30%, πρόγραμμα απομόνωσης της Κριμαίας, νέο κέντρο στρατιωτικής τεχνητής νοημοσύνης και άνοιγμα των εξαγωγών ουκρανικής αμυντικής τεχνολογίας.

Υπάρχει, όμως, και η άλλη πλευρά, που δεν πρέπει να χαθεί μέσα στο συχνά αγιογραφικό πορτρέτο του Φεντόροφ ως τεχνολογικού μεταρρυθμιστή, το οποίο αναπαράγουν πολλά διεθνή μέσα:

Δεν ολοκλήρωσε τη μεταρρύθμιση της επιστράτευσης, δεν έλυσε το ζήτημα της διάρκειας υπηρεσίας και της αποστράτευσης όσων πολεμούν από το 2022, ενώ οι νέες συμβάσεις και οι καλύτερες αμοιβές προκάλεσαν αντιδράσεις επειδή φάνηκαν να ευνοούν τους νεοεισερχομένους. Ο ίδιος παραδέχεται ότι δεν πέρασαν όλες οι προμήθειες σε διαγωνισμούς και ότι απέτυχε να δημιουργήσει σταθερή κουλτούρα λογοδοσίας.

Φαίνεται πως ο Φεντόροφ δεν είναι απλώς «ο επιτυχημένος εκσυγχρονιστής που έφαγε το παλιό σύστημα». Είναι επίσης ένας εξαιρετικά ικανός πολιτικός επικοινωνίας, ο άνθρωπος που διηύθυνε την ψηφιακή εκστρατεία του Ζελένσκι το 2019 και γνωρίζει να μετατρέπει διοικητικές παρεμβάσεις σε μετρήσιμη δημόσια αφήγηση.

Η εκρηκτική αποχαιρετιστήρια συνέντευξή του ήταν ταυτόχρονα απολογισμός και κατηγορητήριο. Θα μπορούσε επίσης να διαβαστεί ως έναρξη της επόμενης πολιτικής του φάσης αν και ο ίδιος δήλωσε ότι «δεν οικοδομούσε δική του πολιτική καριέρα» ενώ και πριν λίγο καιρό είχε δηλώσει ότι «μοναδική φιλοδοξία του είναι να σταματήσει τη Ρωσία».

Η σοβιετική σκιά στη στρατιωτική διοίκηση

Ο Ολεξάντρ Σίρσκι, αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων της Ουκρανίας από τον Φεβρουάριο του 2024 έως τις 21 Ιουλίου 2026, γεννήθηκε το 1965 στην περιφέρεια Βλαντίμιρ της Ρωσικής Σοβιετικής Δημοκρατίας, φοίτησε στην Ανώτατη Στρατιωτική Σχολή Διοίκησης της Μόσχας, υπηρέτησε στον σοβιετικό στρατό και, μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ, συνέχισε τη σταδιοδρομία του στις ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις.

Πολλοί Ουκρανοί στρατιωτικοί τον κατηγορούν για συγκεντρωτικό, σοβιετικού τύπου σύστημα διοίκησης, μεγάλη ανοχή στις απώλειες και καθυστερημένες υποχωρήσεις — κυρίως στο Μπαχμούτ.

Ακόμη σοβαρότερη είναι η μαρτυρία του πρώην επιτελάρχη του Αζόφ, Μπόχνταν Κροτέβιτς: κατηγόρησε την ηγεσία για οριακά εγκληματικές διαταγές, μικροδιαχείριση ολόκληρου του στρατού και νοοτροπία Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου που δεν έχει προσαρμοστεί στα FPV drones.

Άλλοι του πιστώνουν την άμυνα του Κιέβου και την αντεπίθεση του Χαρκόβου. Στον Σίρσκι πιστώνεται επίσης ότι διέταξε την αποχώρηση από την Αβντίιβκα υπό τον άμεσο κίνδυνο γενικής περικύκλωσης, περιορίζοντας τον κίνδυνο καταστροφής των ουκρανικών δυνάμεων. Η απόφαση, όμως, ελήφθη όταν η θέση είχε ήδη καταστεί σχεδόν μη υπερασπίσιμη, ενώ μαρτυρίες από το πεδίο υποδεικνύουν ότι για ορισμένες μονάδες ήρθε αργά και εκτελέστηκε με βαρύ τίμημα.

Ο Φεντόροφ ζήτησε αλλαγή τόσο του αρχιστρατήγου Σίρσκι όσο και του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου, Αντρίι Χνάτοφ, και διατύπωσε το δόγμα «να μη χάνουμε ανθρώπους εκεί όπου μπορούμε να μην τους χάσουμε».

Η σύγκρουση ανάμεσα στις δύο διοικητικές λογικές ήταν δύσκολο να αποφευχθεί.

Από τη μία βρισκόταν η συγκεντρωτική στρατιωτική διοίκηση που αποδίδεται στον Σίρσκι και η επιμονή του ότι τα drones πρέπει να συμπληρώνουν, όχι να αντικαθιστούν, το πυροβολικό και το πεζικό.

Από την άλλη, το μοντέλο του Φεντόροφ, που επιδιώκει να κατανέμει πόρους βάσει δεδομένων και να αντικαθιστά, όπου είναι επιχειρησιακά δυνατόν, ανθρώπους και ακριβότερα συμβατικά μέσα με drones και αυτοματισμούς.

Η απομάκρυνση του Φεντόροφ δεν συνοδεύτηκε, πάντως, από επίσημη εγκατάλειψη της τεχνολογικής κατεύθυνσης.

Στις 17 Ιουλίου το υπουργικό συμβούλιο διόρισε υπηρεσιακό υπουργό Άμυνας τον Γιεβγένι Χμάρα, με εντολή να συνεχίσει τις μεταρρυθμίσεις, την απευθείας χρηματοδότηση των μάχιμων ταξιαρχιών, τη δικαιότερη κατανομή προσωπικού και τη διεύρυνση της προμήθειας drones. Ο διορισμός δείχνει ότι ο Ζελένσκι δεν έχει εγκαταλείψει -τουλάχιστον επισήμως- την τεχνολογική κατεύθυνση.

Η εκκρεμότητα ως προς τη στρατιωτική ηγεσία λύθηκε το βράδυ της 21ης Ιουλίου. Ύστερα από ημέρες διαδηλώσεων που ζητούσαν την επιστροφή του Φεντόροφ και την απομάκρυνση του Σίρσκι, ο Ζελένσκι απέπεμψε τον αρχηγό των Ενόπλων Δυνάμεων και διόρισε στη θέση του τον 43χρονο υποστράτηγο Μιχαΐλο Ντραπάτι.

Ο νέος αρχιστράτηγος ανήκει στη γενιά των διοικητών που διαμορφώθηκαν στον πόλεμο μετά το 2014 και είχε ταχθεί δημοσίως υπέρ ενός στρατού που αναπτύσσει τεχνολογία, προστατεύει τους ανθρώπους του και επιτρέπει στους διοικητές να αναλαμβάνουν ευθύνη για το αποτέλεσμα.

Ο Ζελένσκι τού ανέθεσε να παρουσιάσει ανανεωμένη αμυντική στρατηγική, να συνεχίσει τη μεταρρύθμιση του συστήματος των σωμάτων και να επιταχύνει τις παραδόσεις όπλων και drones.

Παράλληλα, ο Ζελένσκι προσέφερε στον Φεντόροφ μια «σημαντική θέση» στην κυβέρνηση, η οποία θα του επέτρεπε να συντονίσει τον τεχνολογικό τομέα του κράτους και την ανάπτυξή του. Μέχρι στιγμής δεν έχει ανακοινωθεί αν ο πρώην υπουργός αποδέχεται την πρόταση.

Η απομάκρυνση του Σίρσκι και η επιλογή του Ντραπάτι δείχνουν ότι ο Ζελένσκι δεν εγκαταλείπει -τουλάχιστον προς το παρόν- την τεχνολογική κατεύθυνση.

Το κρίσιμο, όμως, δεν είναι αν ο Φεντόροφ «κέρδισε» και ο Σίρσκι «έχασε».

Είναι αν η Ουκρανία μπορεί να δημιουργήσει μια αλυσίδα διοίκησης μέσα στην οποία τα δεδομένα του πεδίου, η επιχειρησιακή εμπειρία και ο πολιτικός έλεγχος θα λειτουργούν μαζί – και όχι ως ανταγωνιστικά κέντρα εξουσίας. Αν η αλλαγή προσώπων δεν συνοδευτεί από αλλαγή των διαδικασιών που ο Φεντόροφ κατήγγειλε, ο πόλεμος στην κορυφή θα έχει απλώς αλλάξει πρωταγωνιστές. Τότε οι Ρώσοι πολεμικοί σχολιαστές θα έχουν καταλάβει καλύτερα από το Κρεμλίνο γιατί η απομάκρυνση του Φεντόροφ είχε σημασία.