Πώς ο πολιτικός οπορτουνισμός διαβρώνει την εμπιστοσύνη στους θεσμούς και τροφοδοτεί την κρίση της δημοκρατίας.


Ο Τάκης Σπηλιόπουλος δέχεται σχόλια και παρατηρήσεις από τους αναγνώστες στην ηλεκτρονική διεύθυνση: taspil@gmail.com


«Οπορτουνισμός: Τρόπος ενέργειας σύμφωνα με τον οποίο κάποιος κινητοποιείται από συμφεροντολογικά κίνητρα και όχι από το χρέος προς μια πάγια αρχή».

Ο ορισμός του λεξικού περιγράφει με ακρίβεια ένα από τα πλέον διαδεδομένα φαινόμενα της σύγχρονης ελληνικής δημόσιας ζωής. Δεν πρόκειται απλώς για πολιτικούς που αλλάζουν κόμματα ούτε για δημοσιογράφους που αλλάζουν στρατόπεδα. Πρόκειται για τη σταδιακή επικράτηση μιας νοοτροπίας σύμφωνα με την οποία η προσωπική επιβίωση και η ατομική ανέλιξη υπερισχύουν κάθε αρχής, κάθε ιδεολογικής αναφοράς και κάθε αίσθησης ευθύνης.

Σε μια δημοκρατία οι πολιτικές μετακινήσεις είναι θεμιτές. Οι άνθρωποι εξελίσσονται, οι συνθήκες μεταβάλλονται και οι απόψεις αναθεωρούνται. Όταν όμως η μετακίνηση γίνεται πάντοτε προς την κατεύθυνση της εξουσίας, της προβολής ή της προσωπικής ωφέλειας, τότε δεν μιλάμε για πολιτική εξέλιξη αλλά για οπορτουνισμό.

Η ψήφος ως προσωπικό κεφάλαιο

Το φαινόμενο έχει πάρει ανησυχητικές διαστάσεις στην Ελλάδα. Βουλευτές, στελέχη και πολιτευτές μεταπηδούν από παράταξη σε παράταξη χωρίς να αισθάνονται την ανάγκη μιας ουσιαστικής απολογίας προς τους πολίτες που τους στήριξαν. Οι ιδεολογικές διαφορές που χθες παρουσιάζονταν ως αγεφύρωτες, σήμερα εξαφανίζονται μπροστά στην ανάγκη διατήρησης μιας θέσης ή μιας προοπτικής πολιτικής επιβίωσης.

Το πιο σοβαρό, όμως, δεν είναι η μετακίνηση αυτή καθαυτή. Είναι η περιφρόνηση της λαϊκής εντολής που τη συνοδεύει.

Οι πολίτες δεν εξέλεξαν απλώς ένα πρόσωπο. Επέλεξαν ένα πολιτικό πρόγραμμα, ένα σύνολο αρχών, μια συγκεκριμένη παράταξη και μια συγκεκριμένη πολιτική κατεύθυνση. Όταν κάποιος αξιοποιεί την ψήφο που έλαβε στο όνομα αυτών των δεσμεύσεων για να υπηρετήσει αργότερα διαφορετικές ή και αντίθετες πολιτικές επιδιώξεις, δεν απομακρύνεται μόνο από το κόμμα που τον ανέδειξε, απομακρύνεται και από την εντολή των πολιτών που τον εμπιστεύθηκαν.

Έτσι η αντιπροσώπευση μετατρέπεται σε προσωπικό προνόμιο και η ψήφος σε εργαλείο ατομικής πολιτικής διαδρομής.

Η σύγχυση των ρόλων

Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το φαινόμενο της συνεχούς εναλλαγής ρόλων μεταξύ πολιτικής και δημοσιογραφίας. Πρόκειται για μια πρακτική που πριν από λίγες δεκαετίες θα θεωρούνταν θεσμικά αδιανόητη και δεοντολογικά απαράδεκτη.

Βλέπουμε πρόσωπα να εμφανίζονται τη μία περίοδο ως κομματικά στελέχη, υποψήφιοι, βουλευτές ή εκπρόσωποι πολιτικών σχηματισμών, να υπερασπίζονται με πάθος συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές και να επιτίθενται στους αντιπάλους τους, και λίγο αργότερα να επανέρχονται στον δημόσιο λόγο ως δημοσιογράφοι, σχολιαστές, παρουσιαστές πολιτικών εκπομπών ή αρθρογράφοι που αξιώνουν να γίνονται αντιληπτοί ως αντικειμενικοί αναλυτές.

Πρόκειται για μια βαθιά σύγχυση ρόλων που ακυρώνει βασικές αρχές της δημοκρατικής λειτουργίας. Η δημοσιογραφία και η πολιτική αποτελούν δύο διακριτές δημόσιες αποστολές. Η μία ελέγχει την εξουσία. Η άλλη διεκδικεί και ασκεί την εξουσία. Όταν τα όρια καταργούνται, τραυματίζεται και η αξιοπιστία της ενημέρωσης και η αξιοπιστία της πολιτικής.

Σε καμία ώριμη δημοκρατία δεν μπορεί να θεωρείται φυσιολογικό κάποιος να αλλάζει διαρκώς ιδιότητα ανάλογα με τις ευκαιρίες που παρουσιάζονται. Να λειτουργεί ως πολιτικός όταν αυτό τον εξυπηρετεί και ως δημοσιογράφος όταν οι πολιτικές προοπτικές περιορίζονται.

Ο οπορτουνισμός ως κανονικότητα

Το πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι ο οπορτουνισμός δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως ηθικό μειονέκτημα. Συχνά παρουσιάζεται ως προσόν. Ως «ευελιξία», «προσαρμοστικότητα» ή «ρεαλισμός». Έτσι η συνέπεια καταλήγει να θεωρείται αδυναμία και η προσήλωση σε αρχές μορφή πολιτικής αφέλειας.

Από εκεί αρχίζει η απαξίωση της πολιτικής. Γιατί όταν ο οπορτουνισμός μετατρέπεται σε κυρίαρχη πολιτική κουλτούρα, δεν διαβρώνει μόνο τα κόμματα και τα πρόσωπα. Διαβρώνει την εμπιστοσύνη στους θεσμούς και τελικά την ίδια τη δημοκρατία.

Οι συνέπειες αυτής της θεσμικής σύγχυσης δεν είναι θεωρητικές. Αποτυπώνονται πλέον μετρήσιμα στην κρίση εμπιστοσύνης που διαπερνά τη δημόσια ζωή της χώρας.

Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση του Reuters Institute (2025 Digital News Report) η Ελλάδα καταγράφει το χαμηλότερο επίπεδο εμπιστοσύνης στην ενημέρωση μεταξύ 48 χωρών που συμμετείχαν στην έρευνα. Μόλις το 18% των πολιτών δηλώνει ότι εμπιστεύεται τις ειδήσεις, επίδοση που βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων ετών, που κατατάσσει τη χώρα μας στην τελευταία θέση μαζί με την Ουγγαρία!

Αντίστοιχα, όλες οι έρευνες κοινής γνώμης των πολλών τελευταίων ετών καταγράφουν τα πολιτικά κόμματα, τη Βουλή και συνολικά το πολιτικό σύστημα στις τελευταίες θέσεις εμπιστοσύνης μεταξύ όλων των θεσμών της χώρας. Πρόκειται για μια διαχρονική και βαθιά κρίση νομιμοποίησης.

Ο φαύλος κύκλος της απαξίωσης

Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς τη σχέση των δύο φαινομένων. Όταν ένας πολιτικός μετατρέπεται σε δημοσιογράφο και ένας δημοσιογράφος σε πολιτικό χωρίς μεταβατικές περιόδους, χωρίς θεσμικές δικλίδες και χωρίς στοιχειώδη αίσθηση δεοντολογίας, ο πολίτης αρχίζει να θεωρεί ότι όλοι ανήκουν στο ίδιο σύστημα αλληλοεξυπηρετήσεων και αμοιβαίων εξαρτήσεων.

Έτσι διαμορφώνεται ένας φαύλος κύκλος. Η έλλειψη εμπιστοσύνης οδηγεί σε μεγαλύτερη απαξίωση των θεσμών, η απαξίωση ευνοεί τον κυνισμό και ο κυνισμός νομιμοποιεί ακόμη περισσότερο τον οπορτουνισμό.

Αυτός είναι ίσως ο μεγαλύτερος κίνδυνος. Όχι η μετακίνηση ενός πολιτικού ή ενός δημοσιογράφου. Αλλά η εμπέδωση της αντίληψης ότι οι αρχές είναι διαπραγματεύσιμες, οι θεσμοί διακοσμητικοί και η προσωπική επιβίωση η μοναδική σταθερή αξία του δημόσιου βίου.

Το κενό που «καλύπτουν» τα social media

Υπάρχει όμως και μια ακόμη συνέπεια, ίσως λιγότερο ορατή αλλά εξαιρετικά επικίνδυνη για τη δημοκρατική λειτουργία. Όσο αποδυναμώνεται η αξιοπιστία των παραδοσιακών θεσμών ενημέρωσης και πολιτικής εκπροσώπησης, τόσο διευρύνεται ο χώρος που καταλαμβάνουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ως βασικοί διαμορφωτές της κοινής γνώμης. Σύμφωνα πάλι με το Reuters Institute, το 64% των πολιτών στη χώρα μας, χρησιμοποιεί για την ενημέρωση του τα social media!

Η εξέλιξη αυτή δεν θα ήταν κατ’ ανάγκην αρνητική εάν συνοδευόταν από κανόνες διαφάνειας και αξιοπιστίας. Στην πράξη, όμως, μεγάλο μέρος της δημόσιας συζήτησης μεταφέρεται σε ένα περιβάλλον όπου η ταυτότητα του πομπού συχνά παραμένει άγνωστη, η διασταύρωση των πληροφοριών είναι περιορισμένη και η συναισθηματική φόρτιση υπερισχύει της τεκμηριωμένης ανάλυσης.

Έτσι, το κενό εμπιστοσύνης που αφήνουν πίσω τους η πολιτική και τα μέσα ενημέρωσης δεν μένει κενό. Καταλαμβάνεται από κάθε είδους ανώνυμους λογαριασμούς, οργανωμένα δίκτυα επιρροής, τρολ, διακινητές ψευδών ειδήσεων και πρόσωπα που δεν διαθέτουν ούτε δημοκρατική νομιμοποίηση ούτε επαγγελματική ευθύνη απέναντι στην κοινωνία.

Αδιαπραγμάτευτο το συμφέρον όσων ασκούν εξουσία

Αυτή είναι ίσως η πιο επικίνδυνη παρενέργεια της θεσμικής απαξίωσης. Διότι η δημοκρατία δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς εμπιστοσύνη. Και όταν η εμπιστοσύνη μεταναστεύει από τους θεσμούς προς τα δίκτυα της ανωνυμίας, της παραπληροφόρησης και του ψηφιακού λαϊκισμού, τότε η δημόσια σφαίρα γίνεται περισσότερο ευάλωτη στη χειραγώγηση, τον διχασμό και την πολιτική τοξικότητα.

Η έξοδος από αυτόν τον φαύλο κύκλο θα έρθει μόνο όταν η δημοκρατία αποκτήσει μηχανισμούς αυτοπροστασίας.

Χρειάζονται σαφείς κανόνες και ασυμβίβαστα. Όχι μόνο για τις σχέσεις πολιτικής και οικονομικής εξουσίας αλλά και για τις σχέσεις πολιτικής και ενημέρωσης.

Χρειάζεται επίσης περισσότερη λογοδοσία απέναντι στους πολίτες. Η ψήφος δεν αποτελεί προσωπικό περιουσιακό στοιχείο του εκλεγμένου. Είναι εντολή με συγκεκριμένο πολιτικό περιεχόμενο. Όταν αυτό ανατρέπεται πλήρως, οι πολίτες δικαιούνται εξηγήσεις και η δημοκρατία δικαιούται εγγυήσεις.

Αν δεν ανοίξει αυτή η συζήτηση, η κρίση εμπιστοσύνης θα συνεχίσει να βαθαίνει. Και καμία δημοκρατία δεν μπορεί να επιβιώσει για πολύ όταν οι πολίτες πιστεύουν ότι όλα αλλάζουν, εκτός από το συμφέρον εκείνων που ασκούν εξουσία.