Η Route 66 γεννήθηκε πριν από έναν αιώνα  και θα μπορούσε να εκφράζει μια απλή πολιτική ιδέα: διαφορετικοί τόποι μπορούν να συνδεθούν, εφόσον αποδεχθούν μια κοινή διαδρομή και κοινούς κανόνες. Στην ίδια παραδοχή στηρίχθηκε ο μεταπολεμικός κόσμος. Αυτήν ακριβώς που αμφισβητεί σήμερα ο Ντόναλντ Τραμπ.

Ο διασημότερος δρόμος της Αμερικής δεν υπάρχει πια. Τουλάχιστον όχι ως ένας ενιαίος δρόμος.

Όποιος επιχειρήσει σήμερα να ακολουθήσει τη Route 66 από το Σικάγο ως την Καλιφόρνια θα κινηθεί σε παλιά τμήματα ασφάλτου, επαρχιακές οδούς, κεντρικούς δρόμους μικρών πόλεων και σύγχρονους αυτοκινητοδρόμους. Η διαδρομή θα αλλάζει όνομα, θα χάνεται και θα επανεμφανίζεται κάτω από πινακίδες που γράφουν Historic Route 66.

Το «Historic» δηλώνει ότι η Route 66 έπαψε να υπάρχει ως επίσημος αυτοκινητόδρομος το 1985. Αυτό που σώζεται είναι τα παλιά της τμήματα, τα μοτέλ, τα βενζινάδικα, τα νέον, τα diners και οι πόλεις που κάποτε ζούσαν από την κίνηση του δρόμου.

Παρόλα αυτά, σαράντα χρόνια μετά την επίσημη κατάργησή της, έχει μεταμορφωθεί σε έναν από τους διασημότερους προορισμούς για road trips στον κόσμο. Ταξιδιώτες φθάνουν από όλες τις ηπείρους για να διανύσουν έναν δρόμο ο οποίος, διοικητικά τουλάχιστον, δεν υπάρχει. Το 2026 συμπληρώνονται εκατό χρόνια από τη γέννησή του. (Εδώ μπορείτε να δείτε όλα τα events της επετείου από τα 100 χρόνια ενός άλλου κόσμου ή μιας φαντασίωσης).

Ο δρόμος της φυγής

Η Route 66 καθιερώθηκε στις 11 Νοεμβρίου 1926, όταν το νέο αμερικανικό σύστημα αριθμημένων οδών έδωσε το 66 σε μια διαδρομή που ξεκινούσε από το Σικάγο και κατέληγε στο Λος Άντζελες και αργότερα στη Σάντα Μόνικα. Διέσχιζε οκτώ πολιτείες και περίπου 2.400 μίλια, ενώνοντας τις Μεγάλες Λίμνες με τον Ειρηνικό.

Ένωσε προϋπάρχοντες τοπικούς και πολιτειακούς δρόμους, πολλοί από τους οποίους ήταν ακόμη χωμάτινοι ή σχεδόν αδιάβατοι. Η πρώτη μεγάλη κατάκτησή της ήταν ότι έδωσε συνέχεια σε εκατοντάδες αποσπασματικές διαδρομές: έναν κοινό αριθμό, κοινή σήμανση, έναν χάρτη και τη βεβαιότητα ότι ο ταξιδιώτης μπορούσε να ξεκινήσει από το Σικάγο και να φθάσει στη Δύση. Ως το 1938 είχε ασφαλτοστρωθεί σε όλο της το μήκος.

Πριν γίνει μύθος, υπήρξε υποδομή. Έδωσε στους αγρότες πρόσβαση στις μεγάλες αγορές, επιτάχυνε τις εμπορευματικές μεταφορές και συνέδεσε απομονωμένες κοινότητες με τα αστικά κέντρα. Κατά μήκος της δημιουργήθηκε μια ολόκληρη οικονομία μικρών επιχειρήσεων: οικογενειακά μοτέλ, συνεργεία, πρατήρια καυσίμων, εστιατόρια και καταστήματα που ζούσαν από όσους περνούσαν.

Στη δεκαετία του 1930 έγινε ο δρόμος της ανάγκης. Χιλιάδες οικογένειες που είχαν χάσει τη γη και το σπίτι τους από τη Μεγάλη Ύφεση και το Dust Bowl κατευθύνθηκαν προς την Καλιφόρνια αναζητώντας δουλειά. Στα Σταφύλια της οργής, το 1939, ο Τζον Στάινμπεκ την ονόμασε «η μητέρα των δρόμων, ο δρόμος της φυγής».

Το Dust Bowl ήταν μια τεράστια περιβαλλοντική και ανθρωπογενής καταστροφή στις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Καναδά, όταν παρατεταμένη ξηρασία και κακή διαχείριση της γης (οι αγρότες είχαν οργώσει και καταστρέψει το φυσικό, βαθύ ριζικό σύστημα των ιθαγενών χόρτων για να καλλιεργήσουν σιτάρι) προκάλεσαν σφοδρές αμμοθύελλες με τρομερά σύννεφα σκόνης, γνωστά ως «μαύρες χιονοθύελλες», να πνίγουν ολόκληρες περιοχές φτάνοντας μέχρι τις μεγάλες πόλεις της Ανατολικής Ακτή, όπως τη Νέα Υόρκη.

Οι καλλιέργειες καταστράφηκαν ολοσχερώς και χιλιάδες αγρότες χρεοκόπησαν. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια και τα χωράφια τους για να αναζητήσουν δουλειά στην Καλιφόρνια. Τα Σταφύλια της οργής είναι λογοτεχνικό γέννημα αυτής της περιόδου.

Η περίφημη Mother Road δεν γεννήθηκε, λοιπόν, από την τουριστική νοσταλγία αλλά από τον ξεριζωμό και από την πεποίθηση ότι κάπου στο τέλος της διαδρομής μπορεί να υπάρχει μια δεύτερη ευκαιρία.

Στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η Route 66 μετέφερε στρατιώτες, πολεμικό υλικό και εργαζομένους προς τα εργοστάσια της Δυτικής Ακτής. Μετά τον πόλεμο άλλαξε ξανά χαρακτήρα. Οι Αμερικανοί είχαν περισσότερα αυτοκίνητα, περισσότερο διαθέσιμο εισόδημα και περισσότερο ελεύθερο χρόνο. Ο δρόμος της φυγής έγινε δρόμος διακοπών, προσωπικής ελευθερίας και καταναλωτικής αισιοδοξίας.

Το 1946 ο Μπόμπι Τρουπ έγραψε το τραγούδι που έκανε επιτυχία ο Νατ Κινγκ Κόουλ (ακούστε το εδώ), προτρέποντας τους Αμερικανούς να αναζητήσουν τη χαρά, την έξαψη στη Route 66 (get your kicks on route 66 (Εδώ από τους Rolling Stones).

Μέσα σε λιγότερο από μία δεκαετία, ο ίδιος δρόμος είχε περάσει από τον Στάινμπεκ και την απελπισία των προσφύγων της Ύφεσης στην περιπέτεια και την υπόσχεση της μεταπολεμικής ευημερίας, βοηθώντας έτσι,  κατά ένα μεγάλο μέρος, στη μυθική του διάσταση. Ήταν φυγή και ελευθερία.

Η ελευθερία αυτή, βέβαια, δεν ήταν ίδια για όλους. Στην εποχή των φυλετικών διακρίσεων, οι μαύροι ταξιδιώτες χρειάζονταν το The Negro Motorist Green Book (στο οποίο βασίστηκε η ταινία Green Book)  για να γνωρίζουν σε ποια ξενοδοχεία, εστιατόρια και πρατήρια θα γίνονταν δεκτοί και πού μπορούσαν να σταματήσουν με ασφάλεια. Η Route 66 συνέδεε την Αμερική, αλλά διέσχιζε μια χώρα που δεν επέτρεπε ακόμη σε όλους να την ταξιδεύουν με τους ίδιους όρους.

Η επιτυχία της -όπως συχνά συμβαίνει- συνέβαλε τελικά και στην εξαφάνισή της.

Το 1956, το νέο Interstate Highway System άρχισε να αντικαθιστά τη Route 66 με ταχύτερους αυτοκινητοδρόμους που παρέκαμπταν τα κέντρα των πόλεων. Το τελευταίο τμήμα της αντικαταστάθηκε στην Αριζόνα το 1984 και έναν χρόνο αργότερα ο αριθμός 66 διαγράφηκε από το επίσημο αμερικανικό οδικό δίκτυο. Για πολλές κοινότητες αυτό σήμαινε οικονομικό μαρασμό. Για τον δρόμο, όμως, άρχιζε μια δεύτερη ζωή ως Historic Route 66, ως μνήμη και ως παγκόσμιος ταξιδιωτικός προορισμός.

Η μεταπολεμική διαδρομή

Γιατί να αρχίσει, όμως, μια συζήτηση για τον σημερινό κόσμο από έναν παλιό αμερικανικό δρόμο;

Επειδή η σημαντικότερη κληρονομιά της Route 66 δεν είναι η αισθητική των νέον ούτε η νοσταλγία για τα αυτοκίνητα της δεκαετίας του 1950. Είναι η θεσμική ιδέα που βρισκόταν πίσω από τη δημιουργία της. Οι τόποι που διέσχιζε δεν είχαν την ίδια ιστορία, την ίδια οικονομία ή τα ίδια συμφέροντα.

Συνδέθηκαν επειδή υπήρξε μια κοινή απόφαση ότι θα υπάρχει μια συνεχής διαδρομή, με αναγνωρίσιμη σήμανση, συμφωνημένες προδιαγραφές και δημόσια φροντίδα. Στην ίδια βασική παραδοχή στηρίχθηκε και ο κόσμος που οικοδομήθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι δημιουργοί του δεν πίστευαν ότι τα κράτη θα έπαυαν να ανταγωνίζονται ή ότι οι μεγάλες δυνάμεις θα εγκατέλειπαν τα συμφέροντά τους. Είχαν όμως μόλις ζήσει την καταστροφή που προκαλείται όταν η ισχύς δεν αναγνωρίζει κανένα όριο και κάθε χώρα ορίζει μόνη της τους κανόνες.

Από το Μπρέτον Γουντς και τη δημιουργία του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας μέχρι την ίδρυση του ΟΗΕ, τη συμφωνία GATT για το εμπόριο και την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η μεταπολεμική τάξη προσπάθησε να αντικαταστήσει την ανεξέλεγκτη ισχύ με κανόνες, θεσμούς και διαδικασίες. Δεν εξάλειψε (ούτε είχε πρόθεση) τον ανταγωνισμό αλλά επιχείρησε να τον κάνει ίσως λιγότερο καταστροφικό και περισσότερο προβλέψιμο.

Δεν ήταν ένας δίκαιος ή πραγματικά ισότιμος κόσμος. Οι νικητές του πολέμου κράτησαν τα προνόμιά τους, οι αποικίες δεν εκπροσωπήθηκαν ισότιμα και οι κοινοί κανόνες εφαρμόστηκαν πολλές φορές επιλεκτικά. Ωστόσο, ακόμη και η υποκρισία απέναντι σε έναν κανόνα αναγνώριζε ότι ο κανόνας υπήρχε. Και έδινε στα μικρότερα κράτη, στους λιγότερο ισχυρούς και στους αποκλεισμένους μια γλώσσα με την οποία μπορούσαν να διεκδικήσουν δικαιώματα και να αμφισβητήσουν την αυθαιρεσία.

Η παλιά διεθνής τάξη είχε ήδη υπονομευθεί πολύ πριν επιστρέψει ο Τραμπ. Οι δυτικές επεμβάσεις, η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η εργαλειοποίηση της οικονομικής ισχύος από την Κίνα και τα διαφορετικά μέτρα με τα οποία αντιμετωπίζονται οι άμαχοι από πόλεμο σε πόλεμο είχαν διαβρώσει την αξιοπιστία του συστήματος.

Οι μεγάλες δυνάμεις ζητούσαν σεβασμό του διεθνούς δικαίου από τους αντιπάλους τους και επιφύλασσαν για τον εαυτό τους εξαιρέσεις.

Ο Τραμπ, ό,τι και να μπορεί κανείς να του προσάψει, δεν δημιούργησε τη φθορά της μεταπολεμικής τάξης, αλλά εκμεταλλεύτηκε το momentum και τη μετέτρεψε σε δόγμα.

Η απελευθέρωση του ισχυρού

Η ρήξη που αντιπροσωπεύει ο Ντόναλντ Τραμπ δεν βρίσκεται μόνο στους δασμούς, στη σκληρή ρητορική ή στην περιφρόνηση προς τους συμμάχους. Βρίσκεται στην απόρριψη της ίδιας της ιδέας ότι ακόμη και η ισχυρότερη χώρα πρέπει να δεσμεύεται από τους κανόνες που έχει συνυπογράψει.

Μια συμφωνία αναγνωρίζεται μόνο όσο προσφέρει άμεσο όφελος. Μια συμμαχία ισχύει υπό όρους. Ένας διεθνής οργανισμός έχει αξία μόνο εφόσον ευθυγραμμίζεται με την εκάστοτε αμερικανική προτεραιότητα.

Ο Τραμπ δρομολόγησε την αποχώρηση των ΗΠΑ από τη Συμφωνία του Παρισιού και τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, απέσυρε τη χώρα από το Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ και διέταξε την επανεξέταση της αμερικανικής συμμετοχής σε διεθνείς οργανισμούς και συνθήκες. Τον Ιανουάριο του 2026 ανακοίνωσε την αποχώρηση από 66 διεθνείς οργανισμούς και φορείς. 

Η σύμπτωση είναι σχεδόν υπερβολικά ακριβής. Τη χρονιά που η Αμερική γιορτάζει τα εκατό χρόνια της Route 66, ένας άλλος κατάλογος με τον αριθμό 66 καταγράφει όχι όσα συνδέονται, αλλά εκείνα από τα οποία η χώρα αποχωρεί.

Στο εμπόριο, το σύστημα που άρχισε με την GATT  και εξελίχθηκε στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου στηρίχθηκε στην αρχή ότι οι δασμοί θα αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης και οι εμπορικοί εταίροι θα αντιμετωπίζονται με κανόνες γνωστούς εκ των προτέρων. Δεν απέτρεψε τις συγκρούσεις ούτε κατάργησε τον προστατευτισμό. Προσπάθησε, ωστόσο, να περιορίσει την αυθαίρετη χρήση του εμπορίου ως μέσου πολιτικού εξαναγκασμού.

Η πολιτική Τραμπ  αντιστρέφει αυτή τη λογική. Οι δασμοί μετατρέπονται σε μόνιμο διαπραγματευτικό όπλο: επιβάλλονται, αναστέλλονται, αυξάνονται ή ανταλλάσσονται με πολιτικές παραχωρήσεις. Το ουσιώδες δεν είναι αν ένας δασμός μπορεί κάποτε να δικαιολογηθεί. Είναι ποιος τον αποφασίζει, με ποια διαδικασία και αν ο εμπορικός εταίρος μπορεί να γνωρίζει ποιοι κανόνες θα ισχύουν την επόμενη ημέρα για να τη «βγάλει» κι αυτός κι εμείς με σχετικά σώας τας φρένας.

Κάτι ανάλογο συμβαίνει με τις συμμαχίες. Η απαίτηση του Τραμπ να αυξήσουν οι Ευρωπαίοι τις αμυντικές τους δαπάνες δεν ήταν φυσικά παράλογη. Για χρόνια, πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις θεωρούσαν περίπου αυτονόητο ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα κάλυπταν το μεγαλύτερο μέρος του κόστους της κοινής άμυνας. Η πίεση του Αμερικανού προέδρου συνέβαλε στην απόφαση του ΝΑΤΟ να θέσει ως στόχο αμυντικές και συναφείς δαπάνες ίσες με το 5% του ΑΕΠ έως το 2035.

Την ίδια στιγμή, όμως, ο Τραμπ συνέδεσε επανειλημμένα την αμερικανική συνδρομή με το αν οι σύμμαχοι «πληρώνουν αρκετά». Έτσι αμφισβήτησε εκείνο που αποτελεί τον πυρήνα της αποτροπής: τη βεβαιότητα ότι η δέσμευση θα ισχύσει όταν χρειαστεί και δεν θα τρέχουν όλοι να επαναδιαπραγματευτούν την ώρα της κρίσης.

Η πίεσή του μπορεί να έκανε την Ευρώπη να δαπανά περισσότερα, αλλά κλόνισε την εμπιστοσύνη στην αμερικανική εγγύηση. Μια συμμαχία μπορεί έτσι να γίνει καλύτερα χρηματοδοτημένη και ταυτόχρονα λιγότερο αξιόπιστη.

Το ίδιο μοτίβο διακρίνεται στη στάση απέναντι στο διεθνές δίκαιο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν προσχώρησαν ποτέ στο Καταστατικό της Ρώμης που ίδρυσε το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο και είχαν συγκρουστεί μαζί του πολύ πριν από την επιστροφή του Τραμπ. Η κυβέρνησή του, όμως, προχώρησε από την άρνηση της δικαιοδοσίας στην επιβολή κυρώσεων εναντίον στελεχών του Δικαστηρίου και, σύμφωνα με το Reuters, εξετάζει πλέον μέτρα εναντίον ολόκληρου του θεσμού. Δεν αμφισβητεί απλώς συγκεκριμένες αποφάσεις: επιχειρεί να καταστήσει δυσλειτουργικό τον φορέα που τις λαμβάνει.

Δεν χρειάζεται να θεωρεί κανείς αλάνθαστο το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου, τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας ή τον ίδιο τον ΟΗΕ. Η αδυναμία τους να αντιμετωπίσουν πολέμους, εγκλήματα, πανδημίες και οικονομικούς καταναγκασμούς είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους έχασαν μεγάλο μέρος της νομιμοποίησής τους.

Άλλο, όμως, η αμφισβήτηση μιας απόφασης και άλλο η εξουδετέρωση του θεσμού που επιτρέπει να υπάρχει απόφαση. Άλλο η μεταρρύθμιση και άλλο η αποχώρηση. Απέναντι στην υποκρισία των κανόνων, ο Τραμπ δεν προτείνει την καθολικότερη εφαρμογή τους αλλά την απαλλαγή από αυτούς.

Και εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη παρανόηση γύρω από το «America First». Δεν πρόκειται απλώς για επιστροφή στον απομονωτισμό. Οι Ηνωμένες Πολιτείες του Τραμπ δεν αποσύρονται από τον κόσμο. Χρησιμοποιούν ενεργά τη στρατιωτική, οικονομική και τεχνολογική τους ισχύ, αλλά επιδιώκουν να το κάνουν χωρίς σταθερές δεσμεύσεις και χωρίς θεσμούς που μπορούν να περιορίσουν την ελευθερία κινήσεών τους.

Δεν είναι λιγότερη αμερικανική παρουσία. «Απλώς» είναι παρόντες (ή θέλουν να είναι) με λιγότερους κανόνες.

Μια νέα Route 66

Η απάντηση δεν μπορεί να είναι η απλή αποκατάσταση του κόσμου του 1945. Εκείνη η τάξη οικοδομήθηκε από τους νικητές του πολέμου, αντανακλούσε την ισχύ της Δύσης και άφηνε μεγάλο μέρος του πλανήτη στο περιθώριο. Σήμερα η Κίνα, η Ινδία, η Αφρική, η Λατινική Αμερική και οι ανερχόμενες μεσαίες δυνάμεις δεν θα δεχθούν έναν διεθνή ρόλο που σχεδιάστηκε ερήμην τους.

Μια νέα Route 66 δεν μπορεί, επομένως, να είναι ένας αμερικανικός δρόμος που απλώς επεκτείνεται στον υπόλοιπο κόσμο. Πρέπει να είναι μια νέα συμφωνία για τα ελάχιστα που οφείλουν να δεσμεύουν όλους: ότι τα σύνορα δεν αλλάζουν με τη βία, ότι οι άμαχοι δεν χάνουν την προστασία τους ανάλογα με την ταυτότητα του επιτιθέμενου, ότι οι εμπορικές διαφορές επιλύονται με προβλέψιμες διαδικασίες, ότι οι πανδημίες και η κλιματική αλλαγή δεν αντιμετωπίζονται μέσα σε εθνικά σύνορα και ότι η τεχνητή νοημοσύνη δεν μπορεί να αφεθεί αποκλειστικά στις αποφάσεις κρατών και εταιρειών που ανταγωνίζονται για την πρωτοκαθεδρία.

Δεν χρειάζονται περισσότεροι θεσμοί μόνο και μόνο για να προστεθούν νέα ακρωνύμια στο διεθνές λεξιλόγιο. Χρειάζονται αντιπροσωπευτικότεροι θεσμοί, σαφέστερες αρμοδιότητες και κανόνες που να μπορούν να εφαρμοστούν και στους ισχυρούς. Διαφορετικά, η «πολυπολικότητα» θα αποδειχθεί απλώς ένας ευγενικός όρος για έναν κόσμο στον οποίο κάθε μεγάλη δύναμη επιβάλλει τη δική της τάξη στη γεωγραφική περιοχή που ελέγχει.

Η -για πολλούς αρχικά χρήσιμη και μετά γοητευτική- Route 66 δεν έκανε το Μιζούρι ίδιο με την Καλιφόρνια ούτε την Οκλαχόμα ίδια με το Νέο Μεξικό για να χρησιμοποιήσουμε μια μεταφορά σχολικής αξίας. Βοήθησε τη διαδρομή ανάμεσά τους χωρίς να προϋποθέτει ότι όλοι έχουν τις ίδιες αξίες, την ίδια κυβέρνηση ή τον ίδιο προορισμό. Αρκεί η αποδοχή ορισμένων κανόνων ώστε η μεταξύ τους κίνηση να παραμένει δυνατή.

Η παλιά Route 66 υποσχόταν ότι κάπου στο τέλος της διαδρομής υπήρχε μια καλύτερη ζωή. Μια νέα Route 66 δεν χρειάζεται να υποσχεθεί τόσα.

Ο κόσμος δεν χρειάζεται να συμφωνήσει για όλα. Χρειάζεται, όμως, κανόνες που να ισχύουν και για εκείνον – κυρίως για εκείνον- που έχει τη δύναμη να τους αγνοήσει.