Το βασικό επιχείρημα του Ali Hashem στο Foreign Policy είναι ότι η Δύση -και ιδίως οι Ηνωμένες Πολιτείες- συνεχίζει να θέτει στο Ιράν το λάθος ερώτημα. Εδώ και δεκαετίες, η κυρίαρχη ανάλυση ξεκινά από το ερώτημα: τι θέλει η Ισλαμική Δημοκρατία; Κατά τον Hashem, αυτό είναι λογικό αλλά ανεπαρκές. Το σωστό ερώτημα δεν είναι τι θέλει το συγκεκριμένο καθεστώς, ο εκάστοτε ανώτατος ηγέτης ή η σημερινή ιρανική ηγεσία. Είναι: τι θέλει το Ιράν;
Η διάκριση είναι καθοριστική. Η Ισλαμική Δημοκρατία υπάρχει εδώ και λιγότερο από μισό αιώνα. Το Ιράν, όμως, ως συνεκτική πολιτική και γεωστρατηγική οντότητα, έχει ιστορία περίπου πέντε αιώνων.
Ο Hashem υποστηρίζει ότι η συγχώνευση αυτών των δύο -του καθεστώτος και του κράτους- οδήγησε σε δεκαετίες λανθασμένης αμερικανικής πολιτικής, αποτυχημένων συμφωνιών, καταρρεύσεων διπλωματικών προσπαθειών και, τελικά, σε έναν πόλεμο που λίγοι είχαν προβλέψει με τη μορφή που πήρε.
Η κεντρική ιδέα του άρθρου είναι ότι το Ιράν δεν μπορεί να κατανοηθεί μόνο ως επαναστατικό θεοκρατικό καθεστώς. Πρέπει να κατανοηθεί ως κράτος με βαθιές γεωγραφικές, ιστορικές και στρατηγικές συνέχειες. Οι Σαφαβίδες, οι Κατζάροι, οι Παχλαβί και η Ισλαμική Δημοκρατία υπήρξαν διαφορετικά καθεστώτα, με διαφορετικές ιδεολογίες και διαφορετικές διεθνείς συμμαχίες. Όμως, σύμφωνα με τον Ali Hashem στο Foreign Policy, λειτούργησαν μέσα στο ίδιο γεωγραφικό περιβάλλον και υπό την πίεση των ίδιων ιστορικών μαθημάτων. Οι κυβερνήσεις άλλαζαν· η βαθύτερη στρατηγική λογική παρέμενε.
Η γεωγραφία ως μοίρα
Ο Hashem ξεκινά από τη γεωγραφία. Το ιρανικό οροπέδιο περιβάλλεται από τα όρη Ζάγκρος στα δυτικά και τα όρη Αλμπορζ στα βόρεια, τέμνεται από αφιλόξενες ερήμους και βρίσκεται στο σταυροδρόμι Κεντρικής Ασίας, Νότιας Ασίας και Μέσης Ανατολής. Αυτή η θέση το έκανε πάντα αντικείμενο προσοχής για κάθε μεγάλη χερσαία αυτοκρατορία, αλλά και για κάθε ναυτική δύναμη που είχε συμφέροντα στον Ινδικό Ωκεανό και στον Περσικό Κόλπο.
Το κρίσιμο δίδαγμα που προέκυψε από αυτή τη γεωγραφία, κατά τον Ali Hashem στο Foreign Policy, είναι ότι το Ιράν δεν μπορεί να προστατεύσει το εσωτερικό του μένοντας κλεισμένο στο εσωτερικό του. Οι ηγεμόνες που προσπάθησαν απλώς να υπερασπιστούν το ιρανικό οροπέδιο τελικά έχασαν εδάφη. Εκείνοι που επέκτειναν την επιρροή τους προς τα έξω, που μετέτρεψαν το οροπέδιο από στόχο σε κόμβο, επιβίωσαν περισσότερο.
Αυτό εξηγεί γιατί το Ιράν επενδύει διαρκώς σε περιφερειακή προβολή ισχύος. Δεν πρόκειται, σύμφωνα με το άρθρο, μόνο για ιδεολογία, σιιτικό επεκτατισμό ή επαναστατική φιλοδοξία. Πρόκειται για παλαιότερη κρατική λογική: η ασφάλεια του κέντρου εξασφαλίζεται στην περιφέρεια. Το Ιράν θεωρεί ότι αν περιμένει τον εχθρό στα σύνορά του, έχει ήδη χάσει. Γι’ αυτό προσπαθεί να δημιουργεί βάθος -στον Λίβανο, στη Συρία, στο Ιράκ, στην Υεμένη, στον Κόλπο.
Το Ορμούζ ως συμπύκνωση της ιρανικής ισχύος
Το Στενό του Ορμούζ είναι, για τον Hashem, το σημείο όπου αυτή η γεωγραφική λογική γίνεται πιο ορατή στο παρόν. Περίπου το ένα πέμπτο των παγκόσμιων προμηθειών πετρελαίου διέρχεται από εκεί. Έτσι, ακόμη και ένα Ιράν χωρίς πυρηνικά όπλα και χωρίς συμβατικό στρατό ικανό να ανταγωνιστεί τις Ηνωμένες Πολιτείες μπορεί να επηρεάσει τις παγκόσμιες αγορές μόνο και μόνο λόγω της θέσης του.
Όταν το Ιράν περιόρισε τη διέλευση από το Ορμούζ στην αρχή του πολέμου του 2026, οι αγορές αντέδρασαν πριν καν σταματήσει ουσιαστικά η ναυσιπλοΐα. Αυτό, σύμφωνα με τον Ali Hashem στο Foreign Policy, δείχνει ότι η ισχύς του Ιράν δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το καθεστώς, ούτε από κάποιο συγκεκριμένο οπλικό σύστημα. Είναι γεωγραφική κληρονομιά. Γι’ αυτό και δεν καταρρέει με αλλαγή κυβέρνησης.
Η σημασία του Ορμούζ είναι επίσης ότι επιτρέπει στο Ιράν να μετατρέπει μια περιφερειακή ή διμερή αντιπαράθεση σε παγκόσμια κρίση. Όταν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ προσπαθούν να περιορίσουν τη σύγκρουση στο πυρηνικό πρόγραμμα, στους πυραύλους ή στα περιφερειακά δίκτυα, η Τεχεράνη μπορεί να αλλάξει το πεδίο. Μπορεί να μεταφέρει το κόστος στον ενεργειακό εφοδιασμό, στη ναυτιλία, στις ασφαλίσεις, στις εφοδιαστικές αλυσίδες και στις οικονομίες που εξαρτώνται από τη σταθερότητα του Κόλπου.
Οι τρεις σταθερές πεποιθήσεις του Ιράν
Ο Hashem εντοπίζει τρεις βασικές πεποιθήσεις που, κατά την άποψή του, διατρέχουν τη στρατηγική συμπεριφορά του Ιράν ανεξάρτητα από το ποιος κυβερνά.
Η πρώτη είναι ότι η αδυναμία προσκαλεί την παρέμβαση. Το άρθρο θυμίζει τη Συνθήκη του Γουλιστάν το 1813 και τη Συνθήκη του Τουρκμεντσάι το 1828, με τις οποίες το Ιράν έχασε εδάφη στον Καύκασο, καθώς και την Αγγλορωσική Σύμβαση του 1907, που μοίρασε τη χώρα σε σφαίρες επιρροής χωρίς τη συγκατάθεσή της. Για το Ιράν, αυτά τα γεγονότα λειτουργούν ως μόνιμη στρατηγική προειδοποίηση: ένα κράτος που δεν μπορεί να προβάλλει αποτροπή θα δει την κυριαρχία του να καθορίζεται από άλλους.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο Ali Hashem στο Foreign Policy ερμηνεύει το πυρηνικό πρόγραμμα, το δίκτυο περιφερειακών συμμάχων και το βαλλιστικό οπλοστάσιο όχι απλώς ως εργαλεία επιθετικής πολιτικής, αλλά ως απαντήσεις σε αυτό το ιστορικό τραύμα. Το Ιράν δεν τα βλέπει μόνο ως μέσα ισχύος. Τα βλέπει ως ασφάλεια απέναντι στην επανάληψη της ταπείνωσης.
Η δεύτερη πεποίθηση είναι ότι η κυριαρχία δεν είναι διαπραγματεύσιμη. Η εξέγερση των καπνοπαραγωγών τη δεκαετία του 1890 και η εθνικοποίηση της Αγγλοϊρανικής Εταιρείας Πετρελαίου το 1951 παρουσιάζονται όχι ως μεμονωμένα επεισόδια, αλλά ως εκφράσεις του ίδιου αντανακλαστικού: της άρνησης εξωτερικού ελέγχου πάνω σε κρίσιμους εθνικούς πόρους ή αποφάσεις.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η αναφορά του Hashem σε αμερικανικό διπλωματικό τηλεγράφημα του 1976, όπου ο τότε πρέσβης των ΗΠΑ στο Ιράν Ρίτσαρντ Χελμς ενημέρωνε τον Χένρι Κίσινγκερ ότι η πυρηνική ένταση οφειλόταν στην απροθυμία του Ιράν να αποδεχθεί οποιαδήποτε εξωτερική παρέμβαση που θα μπορούσε να υποβαθμίσει την κυριαρχία του.
Ο Hashem σημειώνει ότι η ίδια φράση θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σχεδόν αυτούσια για τις πυρηνικές διαπραγματεύσεις του 2015, του 2021 ή του 2026.
Η τρίτη πεποίθηση είναι ότι το Ιράν δεν βλέπει τον εαυτό του ως απλή περιφερειακή δύναμη. Η επανάσταση του 1979 συχνά ερμηνεύεται ως γεγονός της Μέσης Ανατολής: άνοδος του πολιτικού Ισλάμ, ενίσχυση των σιιτικών κινημάτων, αναδιάταξη της ασφάλειας στον Κόλπο. Ο Hashem όμως τονίζει ότι η πρώτη της συνέπεια ήταν παγκόσμια. Το Ιράν μετατράπηκε μέσα σε έναν χρόνο από βασικό σύμμαχο της Ουάσιγκτον σε κράτος που διεκδικούσε τρίτη πορεία μεταξύ των υπερδυνάμεων.
Η κρίση των ομήρων επηρέασε την εσωτερική πολιτική των ΗΠΑ για μια ολόκληρη γενιά. Ο πόλεμος Ιράν-Ιράκ ενέπλεξε τις μυστικές υπηρεσίες, τις βιομηχανίες όπλων και των δύο υπερδυνάμεων και μεγάλο μέρος της Ευρώπης. Τα ιρανικά drones Shahed εμφανίστηκαν στον πόλεμο της Ουκρανίας. Ο πόλεμος του 2026 επηρέασε τις παγκόσμιες αγορές ενέργειας. Άρα, κατά τον Hashem, το Ιράν σκέφτεται και δρα με ορίζοντα πολύ ευρύτερο από τη στενή του περιφέρεια.
Από τον Σάχη στον Χαμενεΐ: διαφορετικά καθεστώτα, ίδια λογική
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία του άρθρου είναι η σύγκριση ανάμεσα στην εποχή του Σάχη και την Ισλαμική Δημοκρατία. Ο δυτικός προσανατολισμός του Σάχη θα μπορούσε να θεωρηθεί εξαίρεση από το ιστορικό μοτίβο. Ο Ali Hashem στο Foreign Policy υποστηρίζει ότι δεν ήταν. Ο Σάχης επιδίωξε πυρηνική ικανότητα, ανέπτυξε στρατιωτική συνεργασία με το Ισραήλ και αντιστάθηκε σε αμερικανικές πιέσεις για πυρηνικές διασφαλίσεις όταν αυτές συνεπάγονταν εξωτερική εποπτεία.
Το κρίσιμο σημείο είναι ότι η αντίσταση του Σάχη δεν ερμηνεύεται ως αντιδυτική ιδεολογία -άλλωστε ο ίδιος ήταν δυτικόφιλος. Ερμηνεύεται ως κρατικό αντανακλαστικό. Κανένας Ιρανός ηγέτης, ανεξάρτητα από ιδεολογία, δεν μπορεί εύκολα να αποδεχθεί όρους που εμφανίζουν το Ιράν ως υποδεέστερη δύναμη.
Ο Hashem ενισχύει αυτή τη συνέχεια με δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα. Τη δεκαετία του 1960, ο συνταγματάρχης Μοτζτάμπα Πασάι, επικεφαλής της διεύθυνσης Μέσης Ανατολής της ιρανικής μυστικής αστυνομίας, εξηγούσε γιατί ο Σάχης υποστήριζε πολιτικά κόμματα στον Λίβανο: για να περιοριστεί η απειλή του νασερισμού στην ανατολική Μεσόγειο και να μη φτάσει η σύγκρουση στο ιρανικό έδαφος. Το 2016, ο Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ έλεγε στις οικογένειες Ιρανών που σκοτώθηκαν στη Συρία και στο Ιράκ ότι, αν δεν πολεμούσαν τον εχθρό εκεί, θα έπρεπε να τον πολεμήσουν στο Κερμάνσαχ και στο Χαμεντάν. Για τον Hashem, η διατύπωση αλλάζει, το καθεστώς αλλάζει, αλλά η στρατηγική λογική είναι η ίδια.
Η Τεχεράνη αλλάζει το πεδίο του παιχνιδιού
Στο σημερινό πλαίσιο, ο Hashem υποστηρίζει ότι η Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ μπήκαν στον πόλεμο του 2026 με σχετικά περιορισμένους στόχους: πίεση στο πυρηνικό πρόγραμμα, στους πυραύλους και στο περιφερειακό δίκτυο του Ιράν. Η Τεχεράνη, όμως, επέκτεινε το πλαίσιο. Όταν η στρατιωτική πίεση έφτασε σε κρίσιμο επίπεδο, το Ιράν έκλεισε ή περιόρισε το Ορμούζ, μετατρέποντας την αντιπαράθεση σε παγκόσμια οικονομική κρίση.
Αυτό είναι κεντρικό για την ανάλυση. Κάθε φορά που η Ουάσιγκτον προσπαθεί να θέσει τους κανόνες του παιχνιδιού, η Τεχεράνη αλλάζει το πεδίο δράσης. Δεν απαντά πάντα συμμετρικά. Δεν προσπαθεί αναγκαστικά να νικήσει με τους όρους των ΗΠΑ. Προσπαθεί να κάνει το κόστος της πίεσης ευρύτερο, πιο μακροχρόνιο και πιο δύσκολα διαχειρίσιμο.
Γι’ αυτό και ο Hashem θεωρεί ότι οι πολιτικές πίεσης απέτυχαν επανειλημμένα.
Ολοκληρωτικές κυρώσεις, στοχευμένες κυρώσεις, δολοφονίες, κυβερνοπόλεμος, πόλεμος μέσω αντιπροσώπων, άμεση στρατιωτική δράση -όλα δοκιμάστηκαν. Κανένα δεν έφερε τη στρατηγική μεταμόρφωση που υποσχόταν.
Αντιθέτως, σύμφωνα με τον Ali Hashem στο Foreign Policy, συχνά παρήγαγαν επιτάχυνση: ταχύτερη πυρηνική πρόοδο, βαθύτερα περιφερειακά δίκτυα, πιο ενοποιημένο πολιτικό σύστημα.
Το παράδειγμα του «άξονα του κακού»
Το άρθρο χρησιμοποιεί ως χαρακτηριστική περίπτωση την ομιλία του Τζορτζ Μπους για τον «άξονα του κακού» το 2002. Μετά την 11η Σεπτεμβρίου, η Τεχεράνη είχε συνεργαστεί στο Αφγανιστάν, είχε συμμετάσχει στη Διάσκεψη της Βόννης και είχε ανοίξει έμμεσους διαύλους με την Ουάσιγκτον. Το μεταρρυθμιστικό στρατόπεδο του Μοχάμαντ Χαταμί είχε αναλάβει εσωτερικό πολιτικό κόστος πιστεύοντας ότι μια περιορισμένη προσέγγιση με τις ΗΠΑ ήταν δυνατή.
Η ένταξη του Ιράν στον «άξονα του κακού» ερμηνεύθηκε στην Τεχεράνη ως επιβεβαίωση ότι ο πραγματικός στόχος της Ουάσιγκτον δεν ήταν η συνύπαρξη αλλά η αλλαγή καθεστώτος.
Ο Hashem επικαλείται έρευνά του στο Royal Holloway, σύμφωνα με την οποία Ιρανοί αξιωματούχοι περιέγραφαν την ομιλία Μπους ως «χτύπημα στα δόντια» για το ρίσκο που είχαν αναλάβει. Ο Μοχάμαντ Τζαβάντ Ζαρίφ περιέγραψε αργότερα πώς μια πολιτική συνεργασίας μετατράπηκε μέσα σε λίγες μέρες σε πολιτική αντιπαράθεσης.
Για τον Hashem, αυτό που ακολούθησε ήταν προβλέψιμο: επιτάχυνση του πυρηνικού προγράμματος, εμβάθυνση του περιφερειακού δικτύου, επέκταση της αρχιτεκτονικής αποτροπής. Όχι επειδή οι σκληροπυρηνικοί απλώς εκμεταλλεύτηκαν τη στιγμή, αλλά επειδή η ίδια η στρατηγική λογική του Ιράν επιβεβαιώθηκε. Όταν μια προσφορά συνεργασίας μένει αναπάντητη ή τιμωρείται, ενισχύεται η πεποίθηση ότι η αδυναμία και η υποχώρηση οδηγούν σε εξωτερική πίεση.
Η πίεση παράγει αυτό που θέλει να σταματήσει
Ίσως το πιο πυκνό συμπέρασμα του άρθρου είναι ότι η συμπεριφορά του Ιράν δεν είναι πρωτίστως ιδεολογική αλλά στρατηγική. Όταν οι ΗΠΑ ζητούν από την Τεχεράνη να αποσυναρμολογήσει την αρχιτεκτονική αποτροπής της -πυρηνικό πρόγραμμα, πυραύλους, περιφερειακούς συμμάχους- δεν ζητούν απλώς από την Ισλαμική Δημοκρατία να μετριάσει την πολιτική της.
Ζητούν από το Ιράν να αποδεχθεί κάτι που πέντε αιώνες ιστορικής εμπειρίας του έχουν διδάξει ότι ισοδυναμεί με καταστροφή: την υποδεέστερη θέση.
Έτσι, η πίεση που υποτίθεται ότι θα οδηγήσει σε παραχώρηση συχνά παράγει το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα. Ενισχύει την ανάγκη αποτροπής. Βαθαίνει την καχυποψία. Ενοποιεί εσωτερικά το σύστημα. Και επιβεβαιώνει την αντίληψη ότι μόνο η ισχύς προστατεύει την κυριαρχία.
Το Ιράν και το μάθημα του Βιετνάμ
Στο τελευταίο μέρος, ο Hashem κάνει μια ενδιαφέρουσα σύγκριση με το Βιετνάμ. Ο Κίσινγκερ, γράφει, χρειάστηκε χρόνια για να καταλάβει ότι οι Βορειοβιετναμέζοι δεν πολεμούσαν με τον ίδιο ορισμό της νίκης που είχε η Ουάσιγκτον. Πολεμούσαν για χρόνο, αντοχή και διάβρωση της αμερικανικής πολιτικής βούλησης.
Ο Ali Hashem στο Foreign Policy υποστηρίζει ότι η Τεχεράνη λειτουργεί με ανάλογη λογική. Το Ιράν δεν προσπαθεί αναγκαστικά να κερδίσει κάθε γύρο της αντιπαράθεσης. Προσπαθεί να παραμείνει όρθιο μέχρι οι Ηνωμένες Πολιτείες να χρειαστούν έξοδο. Αυτό δημιουργεί πρόβλημα για την κυβέρνηση Τραμπ: δεν μπορεί εύκολα να τερματίσει τον πόλεμο με όρους που να μπορεί να υπερασπιστεί στο εσωτερικό, αλλά ούτε μπορεί να αποχωρήσει χωρίς ένα πλαίσιο που η Τεχεράνη αρνείται να της προσφέρει.
Όσο περισσότερο παρατείνεται η αντιπαράθεση, τόσο περισσότερο το κόστος εξαπλώνεται πέρα από το Ιράν: στις αγορές πετρελαίου, στη ναυτιλία, στις εφοδιαστικές αλυσίδες και στις οικονομίες που εξαρτώνται από τη σταθερότητα στον Κόλπο. Το Ορμούζ, γράφει ουσιαστικά ο Hashem, δεν πονά μόνο την Τεχεράνη. Πονά και τον υπόλοιπο κόσμο.
Τι είδους συμφωνία μπορεί να κρατήσει
Ο Hashem δεν αρνείται τους κινδύνους. Αναγνωρίζει ότι ο κίνδυνος πυρηνικής διάδοσης είναι πραγματικός και ότι το περιφερειακό ιρανικό δίκτυο έχει προκαλέσει πραγματική βία. Η αναλυτική διόρθωση που προτείνει δεν σημαίνει εξωραϊσμό του Ιράν. Σημαίνει αλλαγή των όρων υπό τους οποίους μπορεί να υπάρξει αποτελεσματική πολιτική.
Μια συμφωνία που έχει πιθανότητες να κρατήσει, σύμφωνα με τον Ali Hashem στο Foreign Policy, πρέπει να κάνει τρία πράγματα: να παρέχει πραγματικές εγγυήσεις ασφάλειας, να αντιμετωπίζει το Ιράν ως κράτος με νόμιμα συμφέροντα αποτροπής και να μην απαιτεί από την Τεχεράνη να αποδεχθεί μια υποδεέστερη θέση την οποία η ίδια η ιστορική της εμπειρία θεωρεί αδύνατη.
Αντιθέτως, μια συμφωνία που ζητά από το Ιράν να αποδεχθεί όρους που έχει απορρίψει σε κάθε μεγάλη περίοδο της σύγχρονης ιστορίας του δεν θα αντέξει. Και αυτό, κατά τον Hashem, δεν εξαρτάται από το αν στην εξουσία βρίσκεται ο Σάχης, ο Χαμενεΐ, ένας μεταρρυθμιστής ή ένας σκληροπυρηνικός. Καμία ιρανική κυβέρνηση δεν μπορεί εύκολα να προσφέρει αυτό που απαγορεύει η ίδια η στρατηγική λογική του κράτους.
Συμπέρασμα
Το άρθρο του Ali Hashem στο Foreign Policy δεν λέει ότι το Ιράν είναι αθώο, ούτε ότι οι ανησυχίες της Δύσης είναι αβάσιμες. Λέει κάτι πιο σύνθετο: ότι η Δύση αποτυγχάνει επειδή αντιμετωπίζει το Ιράν κυρίως ως πρόβλημα καθεστώτος, ενώ θα έπρεπε να το αντιμετωπίζει ως κράτος με μακρά ιστορική μνήμη, γεωγραφική ανασφάλεια και σταθερή στρατηγική κουλτούρα.
Η τελευταία φράση του άρθρου συμπυκνώνει το επιχείρημα: η δυσκολία της Ουάσιγκτον δεν είναι ότι δεν έχει συνομιλητή στην Τεχεράνη. Είναι ότι εξακολουθεί να θέτει το λάθος ερώτημα. Δεν αρκεί να ρωτά τι θέλει η Ισλαμική Δημοκρατία. Πρέπει να ρωτήσει τι θέλει το Ιράν -και τι δεν μπορεί, ιστορικά και στρατηγικά, να αποδεχθεί.




















