Το άρθρο των Ian Bremmer και Firas Maksad στο Foreign Affairs υποστηρίζει ότι ο πόλεμος με το Ιράν, ακόμη κι αν τυπικά έληξε με την ανακοίνωση του Ντόναλντ Τραμπ για κατάπαυση και επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ, δεν παρήγαγε το αποτέλεσμα που επιδίωκε η Ουάσιγκτον. Αντιθέτως, κατά την ανάλυσή τους, άφησε άλυτα τα βασικά ζητήματα: το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης, το βαλλιστικό της οπλοστάσιο και το δίκτυο των περιφερειακών της συμμάχων και πληρεξουσίων. Το ιρανικό καθεστώς, το οποίο ο Τραμπ ήθελε να αποδυναμώσει ή να ανατρέψει, παρέμεινε στη θέση του. Ακόμη περισσότερο, οι δύο αναλυτές θεωρούν ότι το Ιράν βγήκε από τη σύγκρουση στρατιωτικά τραυματισμένο αλλά στρατηγικά ενισχυμένο, αφού διατήρησε την ικανότητά του να απειλεί την περιοχή και ενδέχεται να λάβει οικονομική ανακούφιση ως αντάλλαγμα για την αποκατάσταση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας στα Στενά — τα οποία, σημειώνουν, ήταν ανοιχτά πριν ξεκινήσει ο πόλεμος.
Η βασική θέση του άρθρου είναι ότι ο πόλεμος δεν αποτελεί απλώς αποτυχία μιας συγκεκριμένης αμερικανικής στρατιωτικής επιχείρησης, αλλά επιταχυντή μιας βαθύτερης αναδιάταξης της Μέσης Ανατολής. Από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, οι Ηνωμένες Πολιτείες λειτουργούσαν ως εγγυητής μιας περιφερειακής τάξης όπου οι χώρες του Κόλπου στηρίζονταν στην αμερικανική ασφάλεια, το Ιράν περιοριζόταν μέσω κυρώσεων και αποτροπής, και η αραβοϊσραηλινή εξομάλυνση προχωρούσε αργά αλλά σταθερά. Αυτό το σύστημα, όπως γράφουν οι Bremmer και Maksad στο Foreign Affairs, είχε ήδη αρχίσει να φθείρεται πριν από την επίθεση ΗΠΑ–Ισραήλ κατά του Ιράν στα τέλη Φεβρουαρίου. Ο πόλεμος όμως επιτάχυνε τη διάλυσή του.
Το πρόβλημα για τις χώρες της περιοχής, σύμφωνα με το άρθρο, δεν είναι μόνο ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν πέτυχαν καθαρή νίκη απέναντι στο Ιράν. Είναι επίσης ότι η αμερικανική συμπεριφορά κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης φάνηκε ασταθής, απρόβλεπτη και υπερβολικά εξαρτημένη από τις πρωτοβουλίες του Ισραήλ. Αυτό κλόνισε την εμπιστοσύνη των περιφερειακών εταίρων στην ικανότητα της Ουάσιγκτον να παραμείνει ο μοναδικός εγγυητής σταθερότητας στη Μέση Ανατολή. Ως αποτέλεσμα, οι χώρες της περιοχής άρχισαν να αναζητούν μεγαλύτερη αυτονομία κινήσεων και να οικοδομούν νέες συμμαχίες που δεν ελέγχονται πλήρως από τις ΗΠΑ.
Οι δύο νέοι πόλοι της Μέσης Ανατολής
Οι Ian Bremmer και Firas Maksad στο Foreign Affairs περιγράφουν μια Μέση Ανατολή που αρχίζει να οργανώνεται γύρω από δύο αντίπαλους συνασπισμούς. Ο πρώτος είναι ο λεγόμενος «Αβρααμικός συνασπισμός», με άξονα το Ισραήλ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Πρόκειται για μπλοκ στενά συνδεδεμένο με τις Ηνωμένες Πολιτείες, το οποίο σε ορισμένα πεδία —στρατιωτικά, ενεργειακά και οικονομικά— μπορεί να περιλαμβάνει και χώρες όπως η Ελλάδα και η Ινδία. Οι ρίζες του βρίσκονται στις Συμφωνίες του Αβραάμ του 2020, που οδήγησαν στην εξομάλυνση των σχέσεων του Ισραήλ με τα ΗΑΕ, το Μπαχρέιν και το Μαρόκο.
Το Ισραήλ και τα ΗΑΕ συνδέονται κυρίως από την κοινή αντίληψη ότι το Ιράν αποτελεί υπαρξιακή ή στρατηγική απειλή. Όμως, όπως σημειώνουν οι Bremmer και Maksad στο Foreign Affairs, η σύγκλισή τους τροφοδοτείται και από άλλους παράγοντες: τον ανταγωνισμό τους με την Τουρκία και τη Σαουδική Αραβία, καθώς και την επέκταση των εμπορικών, τεχνολογικών και επενδυτικών δεσμών τους.
Απέναντι σε αυτόν τον συνασπισμό διαμορφώνεται ένας «ισλαμικός συνασπισμός», με πυρήνα σουνιτικές δυνάμεις όπως η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία, το Πακιστάν και ολοένα περισσότερο η Αίγυπτος. Οι χώρες αυτές εξακολουθούν να χρειάζονται τις ΗΠΑ για λόγους ασφάλειας, όμως συγκλίνουν μεταξύ τους επειδή αντιλαμβάνονται πλέον όχι μόνο το Ιράν αλλά και το Ισραήλ ως πηγή περιφερειακής αποσταθεροποίησης. Η ισραηλινή ισχύς, όπως εκδηλώθηκε στη Γάζα, τη Δυτική Όχθη, τη Συρία, τον Λίβανο και το Κέρας της Αφρικής, έχει οδηγήσει πολλές μουσουλμανικές και αραβικές δυνάμεις να αναζητήσουν αντίβαρα.
Το άρθρο δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην αλλαγή ψυχολογίας των περιφερειακών συμμάχων των ΗΠΑ. Ένας ανώτερος αξιωματούχος, τον οποίο επικαλούνται οι Ian Bremmer και Firas Maksad στο Foreign Affairs, λέει χαρακτηριστικά ότι οι εποχές που ένα τηλεφώνημα από την Ουάσιγκτον αρκούσε για να υπαγορεύσει την περιφερειακή στάση έχουν τελειώσει. Οι χώρες της περιοχής δεν θέλουν πλέον να θεωρούνται δορυφόροι των ΗΠΑ, αλλά εταίροι — έστω και κατώτεροι εταίροι.
Η ρήξη Σαουδικής Αραβίας – ΗΑΕ
Ένα από τα πιο σημαντικά σημεία του άρθρου είναι η ανάλυση της απομάκρυνσης Σαουδικής Αραβίας και Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Οι δύο χώρες υπήρξαν για χρόνια οι βασικοί οικονομικοί και πολιτικοί πυλώνες του Κόλπου. Ο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν και ο Μοχάμεντ μπιν Ζαγιέντ είχαν κοινά χαρακτηριστικά: συγκέντρωσαν την εξουσία, προώθησαν φιλόδοξα σχέδια εθνικού μετασχηματισμού και συχνά κινήθηκαν συντονισμένα. Όμως η σχέση τους ψυχράνθηκε καθώς οι οικονομικές τους στρατηγικές διαφοροποιήθηκαν και τα συμφέροντά τους συγκρούστηκαν σε μέτωπα όπως η Υεμένη και το Σουδάν.
Κατά τους Bremmer και Maksad στο Foreign Affairs, η ρήξη έγινε πολύ πιο ορατή μετά το ισραηλινό πλήγμα στο Κατάρ τον Σεπτέμβριο του 2025, όπου σκοτώθηκε μέλος των δυνάμεων ασφαλείας του Κατάρ και πέντε μέλη διαπραγματευτικής ομάδας της Χαμάς. Το γεγονός είχε μεγάλη συμβολική σημασία, διότι ήταν το πρώτο ισραηλινό πλήγμα εναντίον χώρας του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου. Η αμερικανική απραξία μετά την επίθεση έστειλε, για το Ριάντ, ένα καθαρό μήνυμα: το Ισραήλ, όπως και το Ιράν, μπορεί να γίνει αποσταθεροποιητική δύναμη που οι ΗΠΑ είτε δεν μπορούν είτε δεν θέλουν να περιορίσουν.
Η Σαουδική Αραβία απάντησε επιταχύνοντας τη στρατηγική σύγκλιση με το Πακιστάν, μια πυρηνική δύναμη και αντίπαλο του Ισραήλ. Το αμυντικό σύμφωνο Ριάντ–Ισλαμαμπάντ, σύμφωνα με το άρθρο, προβλέπει ότι επίθεση εναντίον της μιας χώρας θα θεωρείται επίθεση εναντίον και των δύο. Το Πακιστάν φέρεται να ανέπτυξε χιλιάδες στρατιώτες και μαχητικά αεροσκάφη στη Σαουδική Αραβία, ενώ το Ριάντ εξετάζει αντίστοιχες συμφωνίες με την Τουρκία και επαφές με την Αίγυπτο και τη Σομαλία. Έτσι, η Σαουδική Αραβία επιχειρεί να τοποθετηθεί στο κέντρο ενός νέου περιφερειακού συνασπισμού που δεν κατασκευάστηκε από την Ουάσιγκτον και δεν ελέγχεται από αυτήν.
Τα ΗΑΕ, αντιθέτως, έβγαλαν διαφορετικό συμπέρασμα από τον πόλεμο. Για το Άμπου Ντάμπι, το Ισραήλ δεν είναι κυρίως απειλή αλλά ο πιο ικανός και αξιόπιστος στρατιωτικός εταίρος στην περιοχή. Όταν ιρανικοί πύραυλοι και drones έπληξαν τα ΗΑΕ, το Ισραήλ πρόσφερε αμέσως βοήθεια στην αεράμυνα, ενώ η Αίγυπτος, παρά τη μακροχρόνια υποστήριξη που είχε λάβει από τα Εμιράτα, άργησε να ανταποκριθεί. Αυτό ενίσχυσε την αμυντική και πληροφοριακή συνεργασία Άμπου Ντάμπι–Ισραήλ–Ουάσιγκτον και έκανε τα ΗΑΕ κεντρικό πυλώνα του φιλοϊσραηλινού μπλοκ.
Διαφορετικές στρατηγικές απέναντι στο Ιράν
Το άρθρο επισημαίνει ότι και οι δύο συνασπισμοί συμφωνούν σε ένα βασικό σημείο: το Ιράν παραμένει απειλή και πρέπει να περιοριστεί. Συμφωνούν επίσης ότι ο πόλεμος δεν πέτυχε επαρκώς αυτόν τον στόχο. Διαφωνούν όμως βαθιά ως προς τη μέθοδο.
Η Σαουδική Αραβία και οι εταίροι της επιδιώκουν έναν συνδυασμό εξισορρόπησης, αποτροπής και πιθανής συνεννόησης με την Τεχεράνη. Θέλουν να αυξήσουν τη διαπραγματευτική τους ισχύ μέσω περιφερειακού συντονισμού, αλλά δεν αποκλείουν έναν μηχανισμό συνύπαρξης ή περιορισμού της έντασης.
Ο Αβρααμικός συνασπισμός, αντίθετα, αντιμετωπίζει το ιρανικό καθεστώς ως μόνιμη, αμετάβλητη και ασυμφιλίωτη απειλή. Τα ΗΑΕ, μαζί με το Ισραήλ και τις ΗΠΑ, κινούνται προς την κατεύθυνση της σκληρής ισχύος, της στρατιωτικής εμβάθυνσης και της συνεχιζόμενης αντιπαράθεσης. Με τα λόγια των Bremmer και Maksad στο Foreign Affairs, η βασική διαφορά είναι ανάμεσα στην πολιτική της ανάσχεσης και την πολιτική της συνεχιζόμενης σύγκρουσης.
Το Ισραήλ ως νέα γραμμή ρήξης
Η δεύτερη μεγάλη διαφωνία αφορά τον ρόλο του Ισραήλ στη μελλοντική Μέση Ανατολή. Τα ΗΑΕ βλέπουν το Ισραήλ ως αναπόσπαστο πυλώνα της νέας περιφερειακής τάξης και ως κρίσιμο εταίρο ασφαλείας. Αντιθέτως, η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία, το Πακιστάν και άλλες μουσουλμανικές δυνάμεις βλέπουν την ισραηλινή στρατιωτική ισχύ ως ανεξέλεγκτη και επικίνδυνη.
Οι Ian Bremmer και Firas Maksad στο Foreign Affairs αναφέρουν ότι από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν, το Ισραήλ επέκτεινε ή ενίσχυσε τη στρατιωτική του παρουσία στον Λίβανο, στα παλαιστινιακά εδάφη και στη Συρία. Στον Λίβανο, προτιμά στρατιωτική πίεση κατά της Χεζμπολάχ και απαίτηση προς τη Βηρυτό να εξαλείψει τα στρατηγικά όπλα της οργάνωσης. Η Σαουδική Αραβία, αντίθετα, προτιμά πιο σταδιακή προσέγγιση που θα μπορούσε να περιλαμβάνει και διάλογο με την Τεχεράνη.
Στη Συρία, το Ισραήλ φέρεται να προτιμά μια αδύναμη και κατακερματισμένη χώρα, ενώ η Σαουδική Αραβία και η Τουρκία επιδιώκουν σταθεροποίηση και ανοικοδόμηση υπό την ισλαμιστική κυβέρνηση του Άχμεντ αλ-Σάρα. Παράλληλα, το παλαιστινιακό ζήτημα παραμένει ισχυρότατος παράγοντας στον αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο. Ο πόλεμος στη Γάζα και η βία στη Δυτική Όχθη έχουν περιορίσει το πολιτικό περιθώριο των αραβικών κυβερνήσεων να συνεργαστούν ανοιχτά με το Ισραήλ. Η απουσία αξιόπιστης προοπτικής παλαιστινιακής αυτοδιάθεσης υπό τον Νετανιάχου οδήγησε, σύμφωνα με το άρθρο, τη Σαουδική Αραβία να παγώσει την εξομάλυνση με το Ισραήλ και να στραφεί περισσότερο προς τους σουνιτικούς εταίρους της και μια δύσκολη ύφεση με το Ιράν.
Οικονομικός ανταγωνισμός και ρήξη στους θεσμούς του Κόλπου
Η σύγκρουση δεν είναι μόνο στρατιωτική ή διπλωματική. Οι Bremmer και Maksad στο Foreign Affairs τη συνδέουν και με διαφορετικά οικονομικά οράματα. Τα ΗΑΕ, με πιο διαφοροποιημένη οικονομία —χρηματοοικονομικά, real estate, τουρισμός, logistics, τεχνολογία— επιδιώκουν να εκμεταλλευτούν όσο ακόμη υπάρχουν υψηλή ζήτηση και τιμές πετρελαίου, ώστε να χρηματοδοτήσουν τη μετάβαση σε τεχνολογίες και ψηφιακές υποδομές.
Η αποχώρηση των ΗΑΕ από τον OPEC, όπως παρουσιάζεται στο άρθρο, πλήττει τη Σαουδική Αραβία, διότι μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλύτερη παραγωγή και χαμηλότερες τιμές πετρελαίου. Αυτό δυσκολεύει τους δημοσιονομικούς υπολογισμούς του Ριάντ και τη χρηματοδότηση του Vision 2030, του μεγάλου σχεδίου οικονομικού μετασχηματισμού του Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν. Οι συντάκτες σημειώνουν ότι η Σαουδική Αραβία έχει προχωρήσει, αλλά απέχει ακόμη από αρκετούς στόχους της, ιδίως ως προς την προσέλκυση ξένων άμεσων επενδύσεων.
Η ρήξη ενδέχεται να επεκταθεί και σε θεσμούς όπως ο Αραβικός Σύνδεσμος, ο Οργανισμός Ισλαμικής Συνεργασίας ή ακόμη και το Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου. Το άρθρο περιγράφει έναν Κόλπο όπου το Κουβέιτ και το Κατάρ κινούνται πιο κοντά στη Σαουδική Αραβία, το Μπαχρέιν γέρνει προς τα ΗΑΕ, ενώ το Ομάν παραμένει ιδιαίτερη περίπτωση λόγω των στενότερων επαφών του με την Τεχεράνη. Το αποτέλεσμα είναι αυξανόμενο θεσμικό μπλοκάρισμα, αφού οι βασικοί περιφερειακοί οργανισμοί λειτουργούν με λογική συναίνεσης.
Η Κίνα ως μεγάλος κερδισμένος
Ένα από τα κεντρικά συμπεράσματα του άρθρου είναι ότι η Μέση Ανατολή εισέρχεται βαθύτερα σε έναν κόσμο «G-Zero» — έναν κόσμο όπου καμία δύναμη δεν είναι ταυτόχρονα πρόθυμη και ικανή να εγγυηθεί τη διεθνή τάξη. Οι ΗΠΑ παραμένουν ο σημαντικότερος παράγοντας ασφάλειας στην περιοχή, αλλά η εμπιστοσύνη προς την Ουάσιγκτον έχει υποχωρήσει. Οι περιφερειακές δυνάμεις κάνουν πλέον πιο ανοιχτά hedging, δηλαδή διαφοροποιούν τις σχέσεις τους και αναζητούν στρατηγική αυτονομία.
Η Κίνα εμφανίζεται ως ο μεγάλος γεωπολιτικός ωφελημένος. Όπως γράφουν οι Ian Bremmer και Firas Maksad στο Foreign Affairs, το πλεονέκτημα του Πεκίνου δεν είναι η στρατιωτική προβολή ισχύος αλλά η αντίθεση με τις ΗΠΑ. Για πολλές χώρες, η Κίνα φαίνεται πιο προβλέψιμη, λιγότερο ιδεολογική και λιγότερο επιρρεπής σε απότομες πολιτικές μεταβολές. Δεν έχει εχθρούς στη Μέση Ανατολή και δεν χρειάζεται να αναλάβει το κόστος του ρόλου του εγγυητή ασφαλείας.
Η Κίνα μπορεί να επεκτείνει την επιρροή της μέσω εμπορίου, υποδομών, τεχνολογίας, ενέργειας και διαμεσολάβησης. Το άρθρο επισημαίνει ότι οι χώρες της περιοχής, ακόμη και όταν διευρύνουν την αμυντική συνεργασία με δυνάμεις όπως η Γαλλία, η Νότια Κορέα, η Ουκρανία ή το Ηνωμένο Βασίλειο, ταυτόχρονα βαθαίνουν τις οικονομικές και τεχνολογικές τους σχέσεις με την Κίνα.
Ένα πιθανό πεδίο κινεζικής διαμεσολάβησης είναι ένα σύμφωνο μη επίθεσης μεταξύ χωρών του GCC και Ιράν, εμπνευσμένο από τη διαδικασία του Ελσίνκι στον Ψυχρό Πόλεμο. Το Πεκίνο, έχοντας ήδη μεσολαβήσει στην αποκατάσταση των σχέσεων Σαουδικής Αραβίας–Ιράν το 2023, θα μπορούσε να εμφανιστεί ως ο εξωτερικός παράγοντας που έχει σχέσεις με όλες τις πλευρές και επαρκή επιρροή στην Τεχεράνη. Αν κάτι τέτοιο προχωρούσε, θα σηματοδοτούσε σημαντική διπλωματική μετατόπιση της περιοχής προς την κινεζική τροχιά.
Η παγκόσμια διάσταση: πέρα από τη Μέση Ανατολή
Το τελευταίο μέρος του άρθρου διευρύνει την ανάλυση πέρα από τη Μέση Ανατολή. Οι Bremmer και Maksad στο Foreign Affairs υποστηρίζουν ότι οι κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα: οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι πλέον απολύτως αξιόπιστες και η μείωση της μακροπρόθεσμης εξάρτησης από την Ουάσιγκτον έχει γίνει στρατηγική ανάγκη.
Στην Ευρώπη, αυτό εκφράζεται μέσω υψηλότερων αμυντικών δαπανών, αρχικών μορφών ευρωπαϊκών δομών διοίκησης και μεγαλύτερης έμφασης σε μη αμερικανικά εξοπλιστικά συστήματα. Στην Ασία, η Ιαπωνία χαλαρώνει τους μεταπολεμικούς περιορισμούς στις εξαγωγές όπλων, ενώ η Νότια Κορέα συζητά δυνατότητες κυρίαρχης πυρηνικής αποτροπής — εξελίξεις που, σύμφωνα με το άρθρο, θα ήταν αδιανόητες πριν από μία δεκαετία. Στη Λατινική Αμερική, οι χώρες δείχνουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον για εμπορικές συμφωνίες με την Ευρωπαϊκή Ένωση και για ενδοπεριφερειακά σχήματα, παρά για αμερικανοκεντρικά πλαίσια.
Η Κίνα δεν χρειάζεται να αντικαταστήσει πλήρως τις Ηνωμένες Πολιτείες για να κερδίσει από αυτή τη μετατόπιση. Στην Ασία, η κυριαρχία της σε μπαταρίες, ηλεκτρικά οχήματα και κρίσιμα ορυκτά την καθιστά αναντικατάστατο εμπορικό εταίρο, ακόμη και για χώρες που εξακολουθούν να έχουν δεσμούς ασφαλείας με την Ουάσιγκτον. Το Πεκίνο, όπως καταλήγουν οι Ian Bremmer και Firas Maksad στο Foreign Affairs, αντιλαμβάνεται ότι η επιρροή δεν περνά πλέον μόνο από την ικανότητα εγγύησης της τάξης, αλλά από την ικανότητα διαμόρφωσης αυτού που θα την αντικαταστήσει.
Συμπέρασμα
Το άρθρο παρουσιάζει τον πόλεμο στο Ιράν ως σημείο καμπής. Δεν τον αντιμετωπίζει ως μεμονωμένη κρίση, αλλά ως καταλύτη μιας ευρύτερης μετατόπισης: αποδυνάμωση της αμερικανοκεντρικής τάξης, ανάδυση ανταγωνιστικών περιφερειακών συνασπισμών, ενίσχυση της κινεζικής επιρροής και είσοδος της Μέσης Ανατολής σε έναν κόσμο χωρίς σαφή ηγεμόνα.
Η τελική θέση των Ian Bremmer και Firas Maksad στο Foreign Affairs είναι ότι η Μέση Ανατολή ίσως είναι η πρώτη περιοχή που περνά αποφασιστικά σε έναν κόσμο «G-Zero», αλλά δεν θα είναι η τελευταία. Ο πόλεμος με το Ιράν δεν αναδιαμόρφωσε μόνο τους συσχετισμούς από την ανατολική Μεσόγειο έως την ινδική υποήπειρο. Άνοιξε επίσης χώρο για δυνάμεις όπως η Κίνα, η Ινδία και το Πακιστάν, ενώ επιτάχυνε τη συνειδητοποίηση ότι η παλιά αμερικανική εγγύηση δεν αρκεί πλέον για να οργανώσει τη διεθνή τάξη.
Ο IAN BREMMER είναι Πρόεδρος και Ιδρυτής της Eurasia Group.
Ο FIRAS MAKSAD είναι Διευθύνων Σύμβουλος για τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική στην Eurasia Group.




















