Το βασικό επιχείρημα της Narges Bajoghli στην ανάλυσή της που δημοσιεύθηκε στο Foreign Affairs τέλη Μαρτίου του 2026 με τίτλο Η μακροπρόθεσμη στρατηγική του Ιράν, είναι ότι η πορεία του πολέμου δεν μπορεί να κριθεί με τα συμβατικά στρατιωτικά κριτήρια που συνήθως χρησιμοποιούν οι δυτικές αναλύσεις. Αν κανείς σταθεί μόνο στις αεροπορικές επιδρομές, στις απώλειες διοικητών ή στην καταστροφή στρατιωτικών υποδομών, τότε το Ιράν φαίνεται να υφίσταται σοβαρά πλήγματα από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ. Όμως, κατά την συγγραφέα, αυτό δεν είναι το πραγματικό μέτρο της επιτυχίας. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η Τεχεράνη κατορθώνει να υπηρετήσει τους μακροπρόθεσμους στρατηγικούς της στόχους: να επιβιώσει, να φθείρει τους αντιπάλους της και να αυξήσει το πολιτικό, οικονομικό και στρατιωτικό κόστος της σύγκρουσης για αυτούς. Από αυτή την άποψη, το Ιράν δεν χάνει· αντίθετα, κερδίζει.
Η ιστορική μήτρα της ιρανικής στρατηγικής
Το άρθρο εντοπίζει τη μήτρα αυτής της στρατηγικής στον πόλεμο Ιράν–Ιράκ της δεκαετίας του 1980. Για την ιρανική ηγεσία, εκείνος ο πόλεμος δεν υπήρξε ποτέ μια απλή διμερής σύγκρουση, αλλά μια εμπειρία περικύκλωσης: το Ιράν ένιωθε ότι πολεμούσε μόνο του απέναντι σε έναν αντίπαλο που είχε τη στήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών, της Σοβιετικής Ένωσης και πολλών αραβικών κρατών. Από αυτή την εμπειρία γεννήθηκε μια διαρκής στρατηγική συνείδηση: όσο η Ισλαμική Δημοκρατία επιμένει στην αυτονομία της, θα βρίσκεται υπό συνεχή πίεση από ισχυρότερους εξωτερικούς εχθρούς.
Μέσα σε συνθήκες εμπάργκο και στρατιωτικής απομόνωσης, η Τεχεράνη αναγκάστηκε να αυτοσχεδιάσει. Έτσι διαμορφώθηκε σταδιακά ένα δόγμα ασύμμετρου πολέμου: χρήση παραστρατιωτικών δυνάμεων, αποκεντρωμένη δομή, ευέλικτες γραμμές εφοδιασμού, πόλεμος φθοράς και ανάπτυξη μη κρατικών συμμάχων.
Το IRGC, οι Φρουροί της Επανάστασης, αναδείχθηκαν σε κεντρικό θεσμό αυτής της στρατηγικής. Στις επόμενες δεκαετίες, το Ιράν δοκίμασε και τελειοποίησε αυτό το μοντέλο στον Λίβανο, στο Ιράκ και στη Συρία, αποκτώντας εμπειρία απέναντι σε ανώτερους αντιπάλους και οικοδομώντας δίκτυα που του επιτρέπουν να συνεχίζει να λειτουργεί ακόμη και υπό διαρκή πίεση.
Ο πόλεμος ως οικονομική φθορά
Ένα από τα πιο σημαντικά σημεία της ανάλυσης είναι ότι το Ιράν δεν διεξάγει μόνο στρατιωτικό αλλά και οικονομικό πόλεμο. Η μακρόχρονη εμπειρία των κυρώσεων, του οικονομικού αποκλεισμού και του περιορισμού των ενεργειακών του εσόδων έχει οδηγήσει την Τεχεράνη σε μια ιδιαίτερη λογική: αφού έχει αποκλειστεί από την υπάρχουσα διεθνή οικονομική τάξη, δεν έχει κανέναν λόγο να τη διαφυλάξει. Αντιθέτως, έχει κάθε λόγο να την αποσταθεροποιήσει.
Σε αυτό το πλαίσιο, η πίεση στο Στενό του Ορμούζ αποκτά κομβική σημασία. Το Ιράν δεν χρειάζεται να το κλείσει εντελώς για να πετύχει τους στόχους του. Αρκεί να καταστήσει την απειλή διακοπής της θαλάσσιας κυκλοφορίας αξιόπιστη, ώστε να αυξήσει το κόστος ασφάλισης, να ταράξει τις αγορές ενέργειας και να αναγκάσει τις Ηνωμένες Πολιτείες να δαπανούν τεράστιους πόρους για την προστασία των εμπορικών ροών. Έτσι, ακόμη και χωρίς να συντρίβει στρατιωτικά τον αντίπαλο, η Τεχεράνη μπορεί να πλήττει το οικονομικό οικοδόμημα της αμερικανικής περιφερειακής ισχύος.
Η διάρρηξη της σχέσης ΗΠΑ–Κόλπου
Η Narges Bajoghli θεωρεί ακόμη πιο σημαντικό το πολιτικό αποτέλεσμα αυτής της στρατηγικής: τη σταδιακή υπονόμευση της εμπιστοσύνης των αραβικών κρατών του Κόλπου προς τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η αμερικανική παρουσία στην περιοχή βασίστηκε για δεκαετίες σε μια σαφή ανταλλαγή: προστασία και εγγυήσεις ασφαλείας από την Ουάσιγκτον, σε αντάλλαγμα για γεωπολιτική ευθυγράμμιση και φιλοξενία στρατιωτικών υποδομών.
Κατά την συγγραφέα, το Ιράν προσπαθεί διαρκώς να αποδείξει ότι αυτή η συμφωνία δεν είναι αξιόπιστη. Οι επιθέσεις στις υποδομές του Κόλπου και η αίσθηση ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες προστατεύουν πρωτίστως το Ισραήλ, ενώ οι αραβικοί εταίροι μένουν εκτεθειμένοι, ενισχύουν αυτή την αμφιβολία.
Τα κράτη του Κόλπου δεν γίνονται φιλοϊρανικά· παραμένουν δύσπιστα και εχθρικά απέναντι στην Τεχεράνη. Όμως αρχίζουν να αμφισβητούν κατά πόσο η συμμαχία τους με την Ουάσιγκτον τούς εξασφαλίζει πράγματι.
Αυτή ακριβώς η ρωγμή είναι ένα από τα σημαντικότερα στρατηγικά κέρδη του Ιράν.
Το όριο της στρατηγικής του «αποκεφαλισμού»
Το άρθρο επιμένει επίσης ότι οι στοχευμένες δολοφονίες ηγετών και διοικητών, στις οποίες επενδύουν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ, δεν αποφέρουν το αναμενόμενο αποτέλεσμα. Η ιρανική ηγεσία είχε προεξοφλήσει εδώ και δεκαετίες ότι σε μια μεγάλη σύγκρουση θα δεχόταν τέτοιου είδους πλήγματα. Γι’ αυτό και ανέπτυξε αποκεντρωμένη διοίκηση, περιφερειακούς κόμβους εξουσίας και μηχανισμούς διαδοχής.
Έτσι, η απώλεια κορυφαίων στελεχών δεν οδηγεί σε παράλυση. Αντιθέτως, μπορεί να φέρει στην επιφάνεια μια νεότερη γενιά διοικητών, περισσότερο μαχητική, λιγότερο επιφυλακτική και πιο πρόθυμη να κλιμακώσει.
Με αυτόν τον τρόπο, η στρατηγική του «αποκεφαλισμού» ενδέχεται να παράγει το αντίθετο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα: όχι αποτροπή, αλλά μεγαλύτερη επιθετικότητα.
Επιβίωση και εξάντληση
Η ιρανική στρατηγική συνοψίζεται σε δύο λέξεις: επιβίωση και εξάντληση.
Η Τεχεράνη δεν επιδιώκει μια κλασική στρατιωτική νίκη. Θέλει να αποδείξει ότι το κόστος της σύγκρουσης μαζί της είναι δυσανάλογα μεγάλο και τελικά μη βιώσιμο για τους αντιπάλους της.
Αν καταφέρει να αντέξει αρκετά, να πλήξει οικονομικά την περιοχή, να υπονομεύσει τη συνοχή της αμερικανικής αρχιτεκτονικής ασφαλείας στον Κόλπο και να διατηρήσει ανέπαφη την κρατική της υπόσταση, τότε μπορεί να θεωρήσει ότι έχει πετύχει.
Το τελικό συμπέρασμα της συγγραφέως είναι σαφές: οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ μπορεί να κερδίζουν στο πεδίο των μαχών, αλλά το Ιράν ίσως κερδίζει τον πόλεμο στο επίπεδο της στρατηγικής αντοχής.
Ολόκληρο το κείμενο (στα αγγλικά) μπορείτε να διαβάσετε εδώ
Η Ιρανοαμερικανή Δρ. Νάργες Μπατζόγκλι (προφέρεται: Ναρ-γκες Μπα-τζόγκ-λι) είναι ακαδημαϊκός, βραβευμένη συγγραφέας και δημόσια διανοούμενη που διερευνά τις διασταυρώσεις μεταξύ μέσων ενημέρωσης, εξουσίας και αντίστασης στην παγκόσμια πολιτική. Είναι ανθρωπολόγος και αναπληρώτρια καθηγήτρια Μεσανατολικών Σπουδών στη Σχολή Προχωρημένων Διεθνών Σπουδών (SAIS) του Πανεπιστημίου Johns Hopkins, όπου υπηρετεί ως επικεφαλής του τμήματος Μεσανατολικών Σπουδών και είναι συνδιευθύντρια της πρωτοβουλίας «Rethinking Iran Initiative».
Το πρώτο της βιβλίο, Iran Reframed: Anxieties of Power in the Islamic Republic (Stanford University Press), έτυχε ευρείας αποδοχής και απέσπασε πολλαπλά βραβεία για την πρωτοποριακή εθνογραφική του προσέγγιση, μεταξύ των οποίων και το Βραβείο Βιβλίου Margaret Mead. Το δεύτερο βιβλίο της, How Sanctions Work in Iran, προσφέρει μια εις βάθος ανάλυση του αντίκτυπου των κυρώσεων στην ιρανική κοινωνία. Το επικείμενο βιβλίο της Narges εξετάζει την κληρονομιά του χημικού πολέμου στη Μέση Ανατολή και τις ευρύτερες επιπτώσεις του για τα παγκόσμια στρατιωτικά πειράματα και τη βία.
Η κεντρική φωτογραφία είναι προϊόν τεχνητής νοημοσύνης




















