Aπώτατος σκοπός ανομολόγητος ή όχι, όλων των συστημάτων, σε κάθε τομέα, από την φιλοσοφία και την επιστήμη, μέχρι και το ποδόσφαιρο ήταν και είναι ο απόλυτος έλεγχος των πεδίων των αντικειμένων τους και οι απαντήσεις σε κάθε ερώτημα- κατ’ ουσίαν η πληρότητα, η εξάλειψη των ερωτημάτων∙ πλέον μόνον απαντήσεις. Επιδίωξή τους, η τελευταία λέξη –  φεύγοντας να κλείσουν την πόρτα, λέγοντας την τελευταία λέξη, ισιώνοντας κάθε τσαλάκωμα, δηλαδή με πεπρωμένο τους, στην καθαρή μορφή τους την εξάλειψη ει δυνατόν του ανθρωπίνου προσώπου , αυτής της κοσμικής ανορθογραφίας. Σκοπός τους η απόλυτη γνώση χωρίς το αμφίσημον και δυσέλεγκτον  του συναισθήματος, δίχως το ριζικώς άλλο, το απρόβλεπτο.

Ήδη, ο Κουρτ Γκαίντελ, ο κορυφαίος των Μαθηματικών είχε αποδείξει από τις αρχές της δεκαετίας του ΄30 με τα θεωρήματα της μη πληρότητος την εγγενή ελλειπτικότητα κάθε τυπικού συστήματος, ήτοι την ανυπαρξία της τελειότητος.

Κάθε σύστημα, ως ελλιπές δεν μπορεί να αποδείξει την συνέπειά του.

Ουδείς απρόσβλητος από λάθη, επειδή στο πρόσωπο ως ανοικτό, ως λάθος στο σύστημα υπάρχει ελπίδα και χωρίς ελπίδα, χωρίς λάθος, η ζωή καταντά απλή επιβίωση, γυμνή ζωή, ενώ η πράξη γίνεται απλή δράση για λύση προβλημάτων τύπου πιθήκου που θέλει να φτάσει την μπανάνα. Εδώ, και το ανυπέρβλητο εμπόδιο της A.I.

Ευτυχώς, δεν έχει δημιουργηθεί, ούτε πρόκειται, η Τ. Β., δηλαδή η Τεχνητή Βλακεία – κάτι  τέτοιο θα προϋπέθετε μία Τεχνητή Νοημοσύνη σαν αυτοάνοσο κατά του εαυτού της, δηλαδή με συνείδηση εκτός των δεδομένων της. Καμία έκδοση A.I. δεν μπορεί να στραφεί άνευ έξωθεν προγραμματισμού κατά του εαυτού της, να αυτοκτονήσει, π.χ. από έλλειψη νοήματος. Στην βλακεία και στο λάθος, στην παρέκκλιση εγκαταβιώνει ο άνθρωπος, ως πρόσωπο, ως επέκεινα.

Αρτέτα και Ενρίκες, οι δύο αντίπαλοι προπονητές, δέσμιοι των συστημάτων, των στατιστικών και του πλήρους ελέγχου, το ιδανικό του υπερνευρωτικού, έπαιξαν ένα παιγνίδι, όπου ο ένας εξουδετέρωνε τον άλλον, άνευ τέλους, κατάδικοι σαν Σίσυφοι, μέχρι να φθάσουν στην διαδικασία των πέναλτι, στο λυτρωτικό τέλος.

Και τότε προκύπτει Εμπερέτσι Όλουτσι Έζε, Άγγλος επιθετικός της ‘Αρσεναλ για να κτυπήσει πέναλτι. Ένας παίκτης, που, παρά τις επισημάνσεις των ειδικών της ομάδας του, επιμένει να εκτελεί τα πέναλτι με προσωπικό, λανθασμένο τρόπο – φρενάρει λίγο πριν το σουτ για να «ψαρέψει» τον τερματοφύλακα, με απρόβλεπτο, όμως αποτέλεσμα.

Ο Έζε, μ’ αυτήν την τσαχπινιά, έχασε το πέναλτι και έστειλε στον κουβά τον Αρτέτα, την Άρσεναλ και το σύστημα, αφού έμεινε χωρίς αποτέλεσμα. Διέσωσε, όμως την τιμή του ποδοσφαίρου και το πρόσωπο του ποδοσφαιριστή από το Matrix των ολικών συστημάτων.

Απηχεί, έστω και από μακριά, σαν χλωμό απείκασμα, την ρήση του Τειρεσία προς τον Οιδίποδα: αὐτή σ᾽ ἡ ἡμέρα φύσει καί ὀλεῖ» («Αυτή η μέρα θα σε γεννήσει και θα σε καταστρέψει). Ο Έζε ανεδύθη στην επιφάνεια, ενεφανίσθη, αλλά καταστράφηκε.

Κατ΄ ανάγκην, ο χρόνος τους είναι κλειστός και τετελεσμένος, σαν τον χρόνο του Χάιντεγκερ, που δεν έχει θέση για το ριζικώς άλλο, το απρόβλεπτο, δηλαδή την πίστη και την ελπίδα.

Δεν υπάρχει ελπίδα για το νέο, το αναπάντεχο, παρά μόνον για την επανάληψη του ιδίου σαν αλγόριθμος στην τιμωρία του Σισύφου, αυτήν την κόλαση διαρκείας ενός χρόνου κλειστού, με τα πάντα προβλέψιμα και μετρήσιμα.

Η λογική των συστημάτων ριζοσπαστικοποιήθηκε αφ’ ης στιγμής η στατιστική έλαβε κεντρική θέση στην ζωή, υποσχόμενη τον απόλυτο έλεγχο και την απόλυτη πρόβλεψη σε έναν χρόνο κλειστό, αυτήν την κοινή βάση των αισιόδοξων και των αντιστοίχων απαισιόδοξων. Αισιοδοξία και απαισιοδοξία είναι ακίνητες στην πληρότητά τους, στην αυτάρεσκη αυτάρκειά τους δεν αναγνωρίζουν την έκπληξη.

Παρεμπιπτόντως, και παλαιότερα, πολλοί δημοσιογράφοι δεν έβλεπαν παίκτες και ποδόσφαιρο, αλλά μόνο παραδόσεις ή νοοτροπίες, δηλαδή ετοιματζήδικες φόρμες. Την θέση αυτών, κατέλαβαν με το κύρος της επιστήμης παντοδύναμα και τυραννικά οι στατιστικές – τώρα παίζουν μόνον αυτές και οι αλγόριθμοι.