Για δεκαετίες, οι μοναρχίες του Κόλπου εμφανίζονταν στον κόσμο ως σύμβολο σταθερότητας σε μια ταραγμένη περιοχή. Το Ντουμπάι έγινε το σύμβολο μιας περιοχής που ήθελε να εμφανίζεται ως ασφαλές καταφύγιο κεφαλαίων, τουρισμού, τεχνολογίας και logistics, η Σαουδική Αραβία επένδυσε σε μια φιλόδοξη μετα-πετρελαϊκή εικόνα, από τη NEOM έως τα μεγάλα αθλητικά θεάματα, το Κατάρ προέβαλε τον εαυτό του ως ευέλικτο μεσολαβητή ανάμεσα σε αντίπαλα στρατόπεδα. Η γεωγραφία ωστόσο παρέμενε αμείλικτη: ο Κόλπος δεν είναι απλώς χώρος επενδυτικών σχεδίων αλλά ενεργειακός κόμβος, στρατηγικό πέρασμα, πεδίο ανταγωνισμών και ευάλωτο σημείο της παγκόσμιας οικονομίας.
«Θα ήταν λάθος να θεωρούμε τον Κόλπο πολιτικά ομοιογενή. Ο πόλεμος ανέδειξε σαφώς το βάρος της Σαουδικής Αραβίας και των ΗΑΕ, αλλά δεν εξάλειψε τις διαφορετικές στρατηγικές των άλλων κρατών του Κόλπου» λέει ο Adam Hanieh.
O Hanieh είναι καθηγητής στο SOAS του Πανεπιστημίου του Λονδίνου και συγγραφέας βιβλίων όπως το Crude Capitalism(2024) στην συνέντευξη που παραχώρησε στον Nawal Arjini για το New YorkReview of Books. Εχει γράψει εκτενώς για τη διαμόρφωση της ελίτ του Κόλπου και για το πώς αυτή έχει συνδέσει τα πολιτικά συστήματα των χωρών της με τις δυνάμεις της παγκόσμιας αγοράς.
Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα έχουν επενδύσει τεράστια ποσά στην εξωτερική τους εικόνα: στους ουρανοξύστες τους, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και ο ψηλότερος στον κόσμο, στα πολυτελή ξενοδοχεία τους, στις συνεργασίες τους με διακεκριμένα δυτικά πανεπιστήμια, από το NYU έως τη Σορβόννη.
Στο «Bottling the World Economy», το τελευταίο δοκίμιο του Adam Hanieh για το NYR Online, περιγράφει πώς, καθώς τα ΗΑΕ συσσώρευαν τεράστιο πλούτο από την πώληση των ορυκτών καυσίμων τους, διαφοροποίησαν επίσης τα προϊόντα που παρήγαγαν από αυτά, επεκτείνοντας τις δραστηριότητές τους στα πετροχημικά, τα πλαστικά με βάση το πετρέλαιο, τα λιπάσματα που προέρχονται από το φυσικό αέριο και άλλα αγαθά που έχουν καταστεί ζωτικής σημασίας για την παραγωγή τροφίμων και τη βιομηχανική παραγωγή σε όλο τον κόσμο.
Ο Κόλπος συνδέεται με τις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού, γράφει, «με πολύ βαθύτερους και πιο περίπλοκους τρόπους από ό,τι μπορεί να υποδηλώνει το γνωστό στερεότυπο των πετρελαιοπηγών και των διαδρομών των δεξαμενόπλοιων».
Τα ΗΑΕ δεν είναι μια πόλη-κράτος, αλλά μια ομοσπονδία επτά εμιράτων, και η εξουσία τους διαμορφώνεται κυρίως από την κυριαρχία του Αμπού Ντάμπι και του Ντουμπάι. Το Αμπού Ντάμπι είναι το πολιτικό και στρατηγικό κέντρο της ομοσπονδίας, και είναι επίσης ένας από τους σημαντικότερους εξαγωγείς ενέργειας στον κόσμο, με τον πλούτο από πετρέλαιο και φυσικό αέριο να διοχετεύεται μέσω της κρατικής Εθνικής Εταιρείας Πετρελαίου του Αμπού Ντάμπι.
Το Ντουμπάι, αντίθετα, έχει χτίσει τη δύναμή του μέσω της λειτουργίας του ως χρηματοοικονομικού, εμπορικού και logistics κόμβου. Μαζί με τις άλλες μοναρχίες του Κόλπου, τα ΗΑΕ χρησίμευσαν ως κρίσιμος σύμμαχος πρώτα των βρετανικών αυτοκρατορικών συμφερόντων και αργότερα της αμερικανικής δύναμης στην ευρύτερη περιοχή.
Το παγκόσμιο προφίλ του Ντουμπάι είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε αυτό το πλαίσιο. Ως κόμβος που συνδέει την Ασία, την Αφρική, την Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή, έχει προσδώσει στα ΗΑΕ μια εξαιρετικά σημαντική θέση στην παγκόσμια οικονομία.
Το Τζέμπελ Αλί, το μεγαλύτερο τεχνητό λιμάνι στον κόσμο, αποτελεί κρίσιμο τμήμα της περιφερειακής και παγκόσμιας υποδομής. Είναι ένα από τα μεγαλύτερα λιμάνια εμπορευματοκιβωτίων στον κόσμο, σημαντικός δίαυλος εμπορίου, αλλά και στρατηγικό λιμάνι για το Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ.
Υπό αυτή την έννοια, η εφοδιαστική, η χρηματοδότηση και η στρατιωτική δύναμη είναι στενά συνυφασμένες. Το λιμάνι παρέχει στα ΗΑΕ επιρροή και συνδέει τη χώρα στενά με ευρύτερες γεωπολιτικές διαμάχες, ειδικά με την προβολή της αμερικανικής δύναμης στο εξωτερικό.
Κατά την τελευταία δεκαετία, τα ΗΑΕ έχουν γίνει όλο και πιο επιθετικά στην περιοχή, παρεμβαίνοντας άμεσα και έμμεσα σε χώρες όπως η Υεμένη, το Σουδάν και η Λιβύη, ενώ επεκτείνουν την επιρροή τους στην Ερυθρά Θάλασσα, το Κέρας της Αφρικής και σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.
Με τον πόλεμο με το Ιράν, τις επιθέσεις σε κρίσιμες υποδομές και τη συνεχιζόμενη ένταση γύρω από το Στενό του Ορμούζ το αφήγημα της αδιατάρακτης ευημερίας δέχθηκε πλήγμα. Τα data centers, τα πολυτελή ξενοδοχεία, τα αεροδρόμια, οι λιμένες, οι επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη και στον τουρισμό δεν είναι άτρωτα σύμβολα μιας νέας εποχής αλλά παραμένουν ως στόχοι σε μια περιοχή όπου η ασφάλεια παραμένει η πιο ακριβή πρώτη ύλη την ίδια στιγμή που είναι πολύ βαθιά ενσωματωμένη στον μηχανισμό της παγκόσμιας οικονομίας.
Οι σύμμαχοι που ανταγωνίζονται
Η κρίση δεν ανέδειξε μόνο την εξωτερική απειλή αλλά και τις εσωτερικές ρωγμές του Κόλπου. Η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα παραμένουν σύμμαχοι των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά δεν κινούνται πλέον σαν ενιαίο μπλοκ. Ανταγωνίζονται για επιρροή, επενδύσεις, λιμάνια, διαδρόμους εμπορίου, τεχνολογία, κύρος και περιφερειακό ρόλο.
Οι διαφορές τους δεν είναι καινούργιες. Φάνηκαν στην Υεμένη, στη Λιβύη, στο Σουδάν, στη σχέση με το Ισραήλ, στην προσέγγιση έναντι της Τουρκίας και του Πακιστάν, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο κάθε πρωτεύουσα αντιλαμβάνεται το Ιράν.
Τα ΗΑΕ επένδυσαν στρατηγικά στις Συμφωνίες του Αβραάμ και στη συνεργασία με το Ισραήλ, βλέποντας σε αυτήν όχι μόνο διπλωματικό άνοιγμα αλλά και αρχιτεκτονική ασφάλειας. Η Σαουδική Αραβία, αντίθετα, κινείται πιο προσεκτικά. Θέλει να διατηρήσει τον κεντρικό της ρόλο στον αραβικό και ισλαμικό κόσμο, χωρίς να εγκλωβιστεί σε μια εξομάλυνση με το Ισραήλ που θα μπορούσε να έχει υψηλό πολιτικό κόστος.
Το Κατάρ, από την πλευρά του, προσπάθησε να διατηρήσει τη γνωστή του ισορροπία: στενές σχέσεις ασφαλείας με τις ΗΠΑ, ανοιχτούς διαύλους με το Ιράν, ρόλο μεσολαβητή στις συγκρούσεις. Όμως η κλιμάκωση περιόρισε τα περιθώρια αυτής της διπλωματίας. Σε μια περιοχή όπου οι ενδιάμεσες θέσεις γίνονται όλο και πιο δύσκολες, η ουδετερότητα κοστίζει.
Αμερική: Βάρος και ρίσκο
Η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να είναι η βασική δύναμη ασφάλειας στον Κόλπο. Οι αμερικανικές βάσεις, οι συμφωνίες άμυνας, η ναυτική παρουσία και τα δίκτυα εξοπλισμών παραμένουν καθοριστικά. Όμως η αμερικανική ισχύς δεν λειτουργεί πια μόνο ως εγγύηση αλλά και ως βάρος.
Οι ηγεσίες του Κόλπου χρειάζονται τις ΗΠΑ, αλλά γνωρίζουν ότι η υπερβολική ταύτιση μαζί τους γίνεται πολιτικά πιο επικίνδυνη. Η Γάζα, ο πόλεμος με το Ιράν και η εικόνα της αμερικανικής υποστήριξης προς το Ισραήλ έχουν επιβαρύνει δραματικά την περιφερειακή εικόνα της Ουάσιγκτον.
Ακόμη και αυταρχικά καθεστώτα, που δεν λογοδοτούν δημοκρατικά με τον δυτικό τρόπο, δεν είναι αδιάφορα απέναντι στην κοινή γνώμη. Φοβούνται τη μαζική οργή, τις διαδηλώσεις, τη συσσώρευση δυσαρέσκειας, τη φθορά της νομιμοποίησης.
Για πολλά χρόνια, οι αραβικές κυβερνήσεις μπορούσαν να συνεργάζονται στενά με τις ΗΠΑ, ακόμη και όταν οι κοινωνίες τους παρέμεναν καχύποπτες απέναντι στην αμερικανική πολιτική. Σήμερα το χάσμα έχει γίνει δυσκολότερο στη διαχείριση. Η συνεργασία με την Ουάσιγκτον δεν εγκαταλείπεται, αλλά συχνά γίνεται πιο αθόρυβη, πιο προσεκτική, πιο αμυντική. Η Αμερική παραμένει αναγκαία χωρίς να είναι πια αυτονόητα θελκτική.
Η Κίνα κερδίζει χωρίς να χρειάζεται να πείσει
Οι δημοσκοπήσεις του Arab Barometer καταγράφουν μια εντυπωσιακή μετατόπιση. Σε πολλές αραβικές κοινωνίες, η εμπιστοσύνη στην αμερικανική περιφερειακή τάξη έχει καταρρεύσει, ενώ η εικόνα της Κίνας, της Ρωσίας και σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και του Ιράν έχει βελτιωθεί. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι Άραβες πολίτες υιοθετούν μαζικά τις πολιτικές του Πεκίνου, της Μόσχας ή της Τεχεράνης.
Η καχυποψία απέναντι στο ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα και στην περιφερειακή επιρροή του Ιράν παραμένει ισχυρή, αλλά η Ουάσιγκτον έχει χάσει το προνόμιο της σύγκρισης.
Η Κίνα εμφανίζεται σε μεγάλο μέρος της περιοχής ως δύναμη που δεν κηρύσσει, δεν επιπλήττει, δεν προβάλλει ηθικές αξιώσεις και δεν συνδέεται άμεσα με τους πολέμους που προκαλούν τη μεγαλύτερη οργή. Αυτή η εικόνα μπορεί να είναι επιφανειακή ή επιλεκτική, αλλά στην πολιτική αντίληψη μετράει. Όταν οι ερωτηθέντες θεωρούν ότι η Κίνα συμβάλλει περισσότερο από τις Ηνωμένες Πολιτείες στη διατήρηση της περιφερειακής ασφάλειας, δεν εκφράζουν ίσως θαυμασμό για το Πεκίνο αλλά αποδοκιμασία προς την Ουάσιγκτον.
Το ίδιο ισχύει και για το διεθνές δίκαιο. Το πιο βαρύ πλήγμα για τις ΗΠΑ είναι ότι θεωρούνται αναξιόπιστες όταν επικαλούνται κανόνες. Η «τάξη βασισμένη σε κανόνες» ακούγεται κενή όταν, στα μάτια μεγάλου μέρους της περιοχής, εφαρμόζεται επιλεκτικά.
Η Παλαιστίνη ως κλειδί της νομιμοποίησης
Παρά την οργή, η αραβική κοινή γνώμη δεν είναι στατική. Η απόρριψη της ομαλοποίησης με το Ισραήλ παραμένει πολύ υψηλή, αλλά αλλάζει όταν τίθεται ο όρος της αναγνώρισης παλαιστινιακού κράτους. Αυτό είναι κρίσιμο. Δείχνει ότι η περιοχή δεν απορρίπτει κατ’ ανάγκην κάθε διπλωματική διευθέτηση αλλά μια διευθέτηση που εμφανίζεται ως επιβράβευση της ισχύος χωρίς δικαιοσύνη.
Η περίπτωση της Γαλλίας είναι ενδεικτική. Η αναγνώριση παλαιστινιακού κράτους από το Παρίσι λειτούργησε κυρίως συμβολικά, αλλά είχε πραγματική απήχηση στην αραβική κοινή γνώμη.
Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, το δίδαγμα είναι σκληρό αν και όχι απαραιτήτως αντιληπτό: Δεν αρκεί να διαθέτουν ισχύ. Πρέπει να ξαναποκτήσουν αξιοπιστία. Και αυτή δεν αγοράζεται με συμφωνίες δισεκατομμυρίων ούτε αποκαθίσταται με περιοδείες υψηλού συμβολισμού.
Προϋποθέτει πολιτική συνέπεια: δέσμευση στο διεθνές δίκαιο, πίεση για λογοδοσία, σοβαρή προσπάθεια για δίκαιη λύση στο Παλαιστινιακό και αποφυγή πολέμων που μετατρέπουν τους συμμάχους σε συνενόχους.
Το τέλος της εύκολης αμερικανικής εποχής
Ο Κόλπος δεν μπορεί και, σε μεγάλο βαθμό, δεν θέλει να αποκοπεί από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Τα ενεργειακά αποθέματα, τα κρατικά επενδυτικά ταμεία, οι βάσεις, τα όπλα, οι τεχνολογικές συμφωνίες και οι δεσμοί ασφαλείας κρατούν την περιοχή δεμένη με την Ουάσιγκτον. Αλλά η σχέση γίνεται πιο ψυχρή, πιο επιφυλακτική.
Η εποχή κατά την οποία οι ΗΠΑ μπορούσαν να θεωρούν τον Κόλπο δεδομένο σύμμαχο, την αραβική κοινή γνώμη διαχειρίσιμη ενόχληση και την ισραηλινοπαλαιστινιακή σύγκρουση περιφερειακό ζήτημα χαμηλής προτεραιότητας έχει τελειώσει.
Η περιοχή παραμένει πλούσια, στρατηγικά αναντικατάστατη και εξαιρετικά φιλόδοξη. Αλλά είναι πλέον λιγότερο πρόθυμη να πληρώνει το πολιτικό κόστος των αμερικανικών επιλογών.
Με πληροφορίες από The New York Review of Books, arabbarometer, Foreign Affairs, Axios




















