Ο «αυταρχισμός» δεν είναι ένα πολίτευμα περιορισμένης πολιτικής συμμετοχής αλλά η αποτελεσματικότερη μορφή διακυβέρνησης σε δύσκολους καιρούς.

Η «δημοκρατία», σε ό,τι αφορά τη Δύση, είναι μια μορφή διακυβέρνησης, στην οποία «οι κρατικοί θεσμοί λειτουργούν προς το συμφέρον των πιο ισχυρών προσώπων».

Ο ανθρωπισμός είναι «παραδοσιακή ρωσική πνευματική και ηθική αξία»

 Η «Αποικιοκρατία» περιλαμβάνει και τον «πολιτισμικό αποικιοκρατισμό», δηλαδή «την πολιτική των δυτικών χωρών που αποσκοπεί στην επιβολή της ιδεολογίας τους… στους λαούς άλλων χωρών με σκοπό την καταστολή της εθνικής τους ταυτότητας και την εδραίωση της υποτελούς θέσης τους στην παγκόσμια αγορά».

Ο «ομόφυλος γάμος» είναι «ο στενός ομοφυλοφιλικός σύνδεσμος μεταξύ ανδρών και ανδρών, γυναικών και γυναικών, καταδικασμένος από τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία και μη υποστηριζόμενος από το ρωσικό κράτος».

Η «ζωή» αρχίζει από τη σύλληψη και -για όποιον δεν κατάλαβε- πρόκειται για ακόμα μία «παραδοσιακή ρωσική πνευματική και ηθική αξία».

Ο «εχθρός» είναι εκείνος που η κυρίαρχη εξουσία έχει κρίνει εχθρικό προς τον λαό, την κυβέρνηση ή το κράτος.

Τα παραπάνω είναι ένα ελάχιστο δείγμα από το νέο Ερμηνευτικό λεξικό της κρατικής ρωσικής γλώσσας, έργο του Κρατικού Πανεπιστημίου της Αγίας Πετρούπολης και σε συμφωνία με τη νομική υπηρεσία της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας για κάποιους ορισμούς.

Σύμφωνα με το Government.ru και την ίδια την πανεπιστημιακή έκδοση, το λεξικό προορίζεται για τους τομείς όπου η χρήση της κρατικής γλώσσας είναι υποχρεωτική -από τη λειτουργία των αρχών και τα επίσημα έγγραφα έως την εκπαίδευση- και περιλαμβάνει ορισμούς που αποτυπώνουν τις «παραδοσιακές ρωσικές πνευματικές και ηθικές αξίες» του προεδρικού διατάγματος του 2022.

Η επιστροφή σε ένα «εικονικό» παρελθόν

Η νοσταλγία συχνά εκλαμβάνεται ως ένα αθώο, σχεδόν ιδιωτικό συναίσθημα: η επιθυμία επιστροφής σε έναν κόσμο πιο οικείο, πιο σταθερό, λιγότερο περίπλοκο. Στην πολιτική, όμως, εύκολα εργαλειοποιείται στην υπηρεσία ενός αυταρχικού σχεδίου εξουσίας.

Η Σβετλάνα Μπόιμ, στο The Future of Nostalgia, διέκρινε τη στοχαστική νοσταλγία, που γνωρίζει ότι το παρελθόν είναι ασυνεχές και αντιφατικό, από την αποκαταστατική νοσταλγία, που πιστεύει ότι το «χαμένο σπίτι» μπορεί και πρέπει να ανοικοδομηθεί. Η δεύτερη «δεν παρουσιάζει τον εαυτό της ως νοσταλγία αλλά ως αλήθεια και παράδοση». Ως αποκατάσταση και επιστροφή στην τάξη ή… στις παραδοσιακές πνευματικές και ηθικές αξίες.

Η αποκαταστατική νοσταλγία ως πολιτική μέθοδος ακολουθεί συνήθως τρεις κινήσεις. Πρώτα κατασκευάζει μια απώλεια: το κύρος της αυτοκρατορίας, την κοινωνική ομοιογένεια, τη βεβαιότητα των ρόλων, την εθνική υπερηφάνεια. Έπειτα υποδεικνύει τον υπεύθυνο: τις ελίτ, τους φιλελεύθερους, τις μειονότητες, τη Δύση, τους «ξένους πράκτορες».

Τέλος, υπόσχεται επιστροφή, όχι όμως στο πραγματικό παρελθόν αλλά σε μια πολιτική σκηνογραφία: κοινωνική αρμονία χωρίς καταστολή, αυτοκρατορικό μεγαλείο χωρίς βία, εθνική ενότητα χωρίς εκφοβισμό, οικογενειακή τάξη χωρίς ανισότητα, και σε ό,τι αφορά τη Ρωσία, σοβιετική ισχύ χωρίς γκουλάγκ και σταλινισμό. Η νοσταλγία χρειάζεται ένα παρελθόν αρκετά ασαφές ώστε να μην μπορεί να ελεγχθεί και αρκετά ένδοξο ώστε να δικαιολογεί κάθε θυσία στο παρόν. Χρειάζεται επίσης να επανερμηνεύσει ή και να εφεύρει τις λέξεις του παρόντος.

Εδώ ανιχνεύεται ο πυρήνας της αυταρχικής χρήσης της. Το καθεστώς δεν λέει απλώς «κάποτε ήμασταν καλύτερα». Κατασκευάζει ένα παρελθόν απαλλαγμένο από συγκρούσεις, καταπίεση και αποτυχίες, έναν κόσμο εθνικής ενότητας, ισχυρού κράτους, καθαρών ταυτοτήτων, αδιαμφισβήτητων ρόλων και ηθικών βεβαιοτήτων.

Ύστερα παρουσιάζει το παρόν ως παρέκκλιση: η κοινωνική πολυφωνία γίνεται διάλυση, τα δικαιώματα παρακμή, η αμφιβολία αδυναμία και η κριτική μεταφράζεται σε προδοσία. Τέλος, προσφέρει την εξουσία ως δύναμη αποκατάστασης.

Από τον Ουβάροφ στον Πούτιν

Στη Ρωσία αυτή η κατασκευή διαθέτει βαθιά ιστορική γενεαλογία: το σημερινό καθεστώς δεν επινοεί αυτή τη γλώσσα από το μηδέν. Το 1833, ο υπουργός Παιδείας του Νικολάου Α΄ Σεργκέι Ουβάροφ είχε συμπυκνώσει την επίσημη ιδεολογία της αυτοκρατορίας στο τρίπτυχο «Ορθοδοξία, Απολυταρχία, Εθνικότητα».

Η Λέσλι Τσέιμπερλεϊν, στο βιβλίο της Ministry of Darkness, περιγράφει το σχήμα ως συντηρητική πολιτική θρησκεία: η εκπαίδευση μπορούσε να μεταδίδει γνώση, αλλά όχι να υπονομεύει την καθιερωμένη τάξη. Ο Ουβάροφ καταλάβαινε ότι η ελεύθερη άσκηση της κριτικής σκέψης μπορούσε να αποσταθεροποιήσει ένα εύθραυστο αυτοκρατορικό κράτος. Η απάντησή του ήταν να συνδέσει τη μόρφωση με την πίστη, την εθνική αποστολή και την αφοσίωση στον μονάρχη.

Το νέο λεξικό ανανεώνει αυτήν ακριβώς τη λογική ως μια σύγχρονη εκδοχή του τρίπτυχου του Ουβάροφ. Η «παράδοση» δεν δηλώνει μια ιστορική κληρονομιά ανοιχτή σε ερμηνείες, αλλά μια επίσημη ηθική ιεραρχία. Η Ορθοδοξία παρέχει την ηθική νομιμοποίηση. Το κράτος υποκαθιστά την Αυτοκρατορική απολυταρχία ως υπέρτατη αξία, ενώ ταυτόχρονα διεκδικεί αυτοκρατορικά δικαιώματα. Η εθνικότητα γίνεται «πολιτισμικός κώδικας» και «παραδοσιακές αξίες». Η γλώσσα δένει τα τρία στοιχεία και τα παρουσιάζει όχι ως πολιτικές επιλογές, αλλά ως φυσική τάξη πραγμάτων.

Ενδεικτικές είναι και οι σιωπές όπως επισημαίνει το ανεξάρτητο Μέσο Meduza. Στη μορφή του λεξικού που εξετάστηκε από ανεξάρτητους γλωσσολόγους απουσίαζαν όροι όπως «γκουλάγκ» και «σταλινισμός», ενώ είχε προστεθεί ο «ξένος πράκτορας».

Η απουσία τους δεν αρκεί, από μόνη της, για να τεκμηριώσει συνειδητή διαγραφή της ιστορικής μνήμης. Η συνύπαρξή της όμως με την προσθήκη πολιτικά φορτισμένων όρων όπως ο «ξένος πράκτορας» είναι ενδεικτική μιας άλλης ιεράρχησης σχετικά με την αξία που δίνει το κράτος σε ό,τι πρέπει να κατονομαστεί και να οριστεί.

Όταν το λεξικό προηγείται της σκέψης

Ο Βίκτωρ Κλέμπερερ, παρατηρώντας καθημερινά τη γλώσσα του Τρίτου Ράιχ (Εκδ. ΑΓΡΑ), κατάλαβε ότι η γλωσσική διαφθορά δεν λειτουργεί μόνο με τα μεγάλα ψεύδη. Οι λέξεις, έγραφε, μπορούν να ενεργούν σαν «μικρές δόσεις δηλητηρίου»: επαναλαμβάνονται, γίνονται αυτονόητες και τελικά οργανώνουν τη σκέψη πριν ακόμη ο ομιλητής αντιληφθεί ότι έχει υιοθετήσει μια ιδεολογία.

Ο Αλέν Μπροσσά, στην εισαγωγή του στο έργο του Κλέμπερερ, επισημαίνει ότι η γλώσσα γίνεται ο τόπος όπου καταρρέουν οι διακρίσεις ανάμεσα στο καλό και το κακό, στην ενάρετη πράξη και το έγκλημα, στον πολιτισμό και τη βαρβαρότητα.

Αυτή είναι και η βαθύτερη πολιτική λειτουργία ενός κρατικού λεξικού που δεν καταγράφει πώς χρησιμοποιούνται οι λέξεις, αλλά ορίζει πώς πρέπει να χρησιμοποιούνται. Προφανώς δεν πρόκειται όλοι οι Ρώσοι να αρχίσουν αύριο να μιλούν σαν κρατικά ανακοινωθέντα και η αναφορά στον Κλέμπερερ δεν σημαίνει εξίσωση της σημερινής Ρωσίας με τη ναζιστική Γερμανία. Επιτρέπει, όμως, να αναγνωριστεί ένας κοινός μηχανισμός της ολοκληρωτικής φιλοδοξίας: η εξουσία δεν αρκείται στην υπακοή των σωμάτων. Θέλει να καταλάβει τις λέξεις μέσω των οποίων τα άτομα αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα.

Η μνήμη ως μάθημα υπακοής

Το λεξικό δεν αποτελεί μεμονωμένο εγχείρημα. Από το 2023, οι μαθητές των ρωσικών λυκείων διδάσκονται από τη νέα ενιαία σειρά εγχειριδίων ιστορίας με βασικό συντελεστή τον σύμβουλο του Πούτιν Βλαντίμιρ Μεντίνσκι. Από τον Σεπτέμβριο του 2025 αυτή επεκτάθηκε στις τάξεις 5–7 (μαθητές περίπου 11–13 ετών) και από τον Σεπτέμβριο του 2026 προστίθενται οι τάξεις 8–9, ώστε η ενιαία σειρά να καλύπτει πλέον τις τάξεις 5–11.

Σε συνέντευξή του στη ρωσική εφημερίδα Kommersant, ο αξιωματούχος της προεδρικής διοίκησης Βλαντισλάβ Κονόνοφ εξήγησε ότι το κοινό βιβλίο αποτελεί θεμέλιο ενιαίας πολιτικής ταυτότητας: όπως δεν υπάρχουν εναλλακτικοί γονείς, είπε, δεν υπάρχει και «εναλλακτική ιστορία».

Ο Στάλιν επανέρχεται ως ο ανώτατος διοικητής που η μετασοβιετική ιστοριογραφία δήθεν έκρυβε: «Τη δεκαετία του 1990, φαινόταν σαν ο σοβιετικός λαός να είχε κερδίσει τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο χωρίς ανώτατο διοικητή. Τον κρατούσαν ντροπιαστικά μακριά από τα βλέμματα. Εμείς δεν το κάναμε αυτό».

Ο Γκορμπατσόφ κρίνεται με το απλοϊκό αλλά πολιτικά αποτελεσματικό μέτρο του τι παρέλαβε και τι άφησε: παρέλαβε αυτοκρατορία, άφησε διάλυση. Οι μαθητές οφείλουν να γνωρίζουν τα ονόματα και τα «κατορθώματα» των ηρώων της «ειδικής στρατιωτικής επιχείρησης», διαφορετικά μπορεί να αποτύχουν στις κρατικές εξετάσεις.

Και ενώ το σχολικό εγχειρίδιο ορίζει ποιο παρελθόν πρέπει να γνωρίζουν οι μαθητές, το λεξικό προσφέρει τη γλώσσα με την οποία οργανώνεται το παρόν. Στο λήμμα «καθεστώς», παρατίθεται ως παράδειγμα: «Το καθεστώς του Κιέβου (στην Ουκρανία από το 2014: η καθιερωμένη μορφή πολιτικής εξουσίας, η οποία αποτελεί απειλή για τα θεμελιώδη δικαιώματα και συμφέροντα του ρωσόφωνου πληθυσμού)».

Αλλά εμφανίζει και τη λέξη Ρωσοφοβία: «Μια προκατειλημμένη, εχθρική στάση απέναντι στους πολίτες της Ρωσίας, τη ρωσική γλώσσα, τον πολιτισμό και τις παραδόσεις, που εκφράζεται με διάφορες μορφές επιθετικότητας ή διακρίσεων που στρέφονται εναντίον Ρώσων ή ρωσόφωνων ανθρώπων».

Η επίσημη ιστορία και το λεξικό σχηματίζουν έτσι ένα ενιαίο σύστημα. Η πρώτη καθορίζει τι συνέβη και το δεύτερο με ποιες λέξεις επιτρέπεται να το σκεφτούμε.

Όποιος αμφισβητεί την αλυσίδα δεν εκφράζει απλώς άλλη άποψη αλλά τίθεται έξω από την παράδοση, την κοινότητα και τελικά την πατρίδα. Και τότε, απέχει ελάχιστα από το χαρακτηρισμό «ξένος πράκτορας» και τις συνέπειές του.