Η Ρωσία δεν βρίσκεται ακόμη σε κατάσταση κατάρρευσης αλλά σε μια πολύ πιο επικίνδυνη φάση για το ίδιο το καθεστώς: στη φάση της παρατεταμένης φθοράς. Ο πόλεμος που υποτίθεται ότι θα τελείωνε σε λίγες ημέρες έχει παραταθεί για χρόνια, η Ουκρανία παραμένει όρθια, οι ρωσικές δυνάμεις δεν έχουν πετύχει αποφασιστική νίκη και η Μόσχα εξακολουθεί να μην ελέγχει πλήρως ούτε τις ουκρανικές επαρχίες που προσάρτησε τυπικά το 2022. Αυτό από μόνο του αποτελεί στρατηγική αποτυχία αφού η Ρωσία έχει δεσμεύσει τεράστιους πόρους χωρίς να βρίσκεται σήμερα πιο κοντά στον αρχικό πολιτικό της στόχο.

Η οικονομία ως εσωτερικό μέτωπο

Για μεγάλο διάστημα, η οικονομία λειτούργησε ως στήριγμα του Πούτιν. Τα ενεργειακά έσοδα ήταν υψηλά, η πολεμική βιομηχανία παρήγε, η εσωτερική κατανάλωση δεν είχε καταρρεύσει και ο πόλεμος μπορούσε να παρουσιαστεί ως ανεκτό βάρος. Αυτή η ισορροπία αρχίζει να γίνεται πιο εύθραυστη. Η έλλειψη εργατικού δυναμικού, λόγω επιστράτευσης, απωλειών, τραυματισμών και φυγής στο εξωτερικό, πιέζει την παραγωγή. Ο πληθωρισμός και τα υψηλά επιτόκια επιβαρύνουν επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Τα πετρελαϊκά και αερίου έσοδα δεν έχουν πλέον την ίδια σταθερότητα, ενώ οι κυρώσεις, οι διακυμάνσεις των τιμών και τα ουκρανικά πλήγματα στις ενεργειακές υποδομές μετατρέπουν την οικονομία του πολέμου σε μηχανισμό ολοένα πιο ακριβό και λιγότερο προβλέψιμο.

Η εικόνα αυτή δεν αφορά μόνο τους αριθμούς. Διαπερνά και την κοινωνική ατμόσφαιρα. Η οικονομική δυσαρέσκεια, που για χρόνια παρέμενε σιωπηλή ή απορροφημένη από την κρατική προπαγάνδα, αρχίζει να ακούγεται ακόμη και σε χώρους που παραδοσιακά δεν αμφισβητούσαν το Κρεμλίνο. Επιχειρηματίες μιλούν για απόσταση της εξουσίας από την πραγματική οικονομία. Οικονομολόγοι επισημαίνουν ότι η αύξηση των τιμών έχει ξεπεράσει κατά πολύ την αναιμική μεγέθυνση.

Ακόμη και εντός του συστήματος εμφανίζονται προειδοποιήσεις ότι η οικονομική πίεση, αν συνεχιστεί, μπορεί να αποκτήσει πολιτική δυναμική. Δεν σημαίνει ότι επίκειται ανατροπή. Σημαίνει όμως ότι ο πόλεμος παύει να είναι απλώς εξωτερική υπόθεση και επιστρέφει στο εσωτερικό ως κόστος.

Τα drones και η ρωγμή στην ασφάλεια

Σε αυτό προστίθεται ένα νέο στοιχείο: η Ουκρανία έχει μεταφέρει τον πόλεμο βαθύτερα μέσα στη ρωσική επικράτεια. Οι επιθέσεις με drones σε διυλιστήρια, λιμάνια, αποθήκες καυσίμων και ηλεκτρικές υποδομές δεν έχουν μόνο επιχειρησιακή σημασία. αλλά και ψυχολογική. Δείχνουν στους Ρώσους ότι η υπόσχεση του κράτους για ασφάλεια είναι μερική, επιλεκτική και συχνά ανεπαρκής.

Το Τουάπσε έγινε χαρακτηριστικό παράδειγμα: πυρκαγιές, ρύπανση, μαύρη αιθάλη, πετρελαιοκηλίδες, τοπική αγανάκτηση και αμηχανία των αρχών. Η εικόνα μιας χώρας που υποτίθεται ότι ελέγχει την κλιμάκωση έρχεται σε αντίθεση με μια καθημερινότητα όπου κρίσιμες υποδομές καίγονται επί ημέρες.

Το πιο ενδιαφέρον δεν είναι μόνο το ίδιο το πλήγμα, αλλά ο τρόπος με τον οποίο συζητείται μέσα στη Ρωσία.

Προπαγανδιστές που επί χρόνια παρουσίαζαν τον πόλεμο ως απόμακρη, ελεγχόμενη και νικηφόρα επιχείρηση αναγκάζονται να παραδεχτούν ότι «γίνεται πόλεμος» και ότι τα ουκρανικά drones χτυπούν παντού.

Η δημόσια ομολογία αδυναμίας —ότι κρίσιμες υποδομές, ηλεκτρικά δίκτυα και λιμάνια δεν προστατεύονται επαρκώς— ραγίζει την εικόνα της παντοδύναμης ρωσικής αεράμυνας.

Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η συζήτηση για τη συγκέντρωση των συστημάτων προστασίας γύρω από τη Μόσχα, αφήνοντας άλλες περιοχές πιο εκτεθειμένες. Το μήνυμα προς την περιφέρεια είναι σαφές: το κράτος προστατεύει πρώτα το κέντρο.

Αυτή η ανισορροπία έχει πολιτικό βάρος. Η Μόσχα παραμένει το συμβολικό και λειτουργικό κέντρο του καθεστώτος, όμως η ρωσική κοινωνία δεν είναι πια απολύτως αποκομμένη από τις συνέπειες του πολέμου. Όταν drones φτάνουν στα Ουράλια ή όταν τοπικές κοινωνίες βλέπουν διυλιστήρια να καίγονται, η απόσταση ανάμεσα στο μέτωπο και την ενδοχώρα μικραίνει. Η κρατική αφήγηση εξακολουθεί να μιλά για «τρομοκρατία» και για ουκρανική αδυναμία στο πεδίο της μάχης. Αλλά η υλική πραγματικότητα είναι πιο δύσκολο να κρυφτεί: αν ο εχθρός είναι αδύναμος, πώς καταφέρνει να πλήττει τόσο βαθιά τη Ρωσία;

Από τη λογοκρισία στην ευρεία καχυποψία

Παράλληλα, η καταστολή στο εσωτερικό διευρύνεται με τρόπο που δείχνει λιγότερο αυτοπεποίθηση και περισσότερο φόβο. Η λογοκρισία στον εκδοτικό χώρο δεν περιορίζεται πλέον σε ανοιχτά αντιπολεμικούς συγγραφείς ή ανεξάρτητες φωνές.

Αγγίζει ακόμη και εκδοτικούς οίκους που προσπάθησαν να συμμορφωθούν, να αποσύρουν τίτλους, να μαυρίσουν σελίδες, να τυπώσουν πατριωτικά βιβλία, να επιδείξουν νομιμοφροσύνη. Όταν ακόμη και οι πειθήνιοι γίνονται ύποπτοι, η καταστολή περνά σε άλλο στάδιο παράγοντας διαρκώς νέες κατηγορίες εχθρών.

Η λογοκρισία βιβλίων έχει πάντοτε ιδιαίτερο συμβολισμό στη ρωσική ιστορία. Θυμίζει το σοβιετικό παρελθόν, αλλά η σημερινή μορφή της είναι πιο διάχυτη και συχνά πιο παράλογη. Δεν περιορίζεται στην πολιτική διαφωνία. Επεκτείνεται σε ζητήματα φύλου, σε υποτιθέμενη «LGBT προπαγάνδα», σε νεανική λογοτεχνία, σε βιογραφίες, σε παιδικά βιβλία, σε σατιρικά κείμενα. Η απαγόρευση γίνεται προληπτική, η αυτολογοκρισία κανονικότητα και η πολιτιστική ζωή μετατρέπεται σε πεδίο αστυνομικής επιτήρησης. Όσο περισσότερο δυσκολεύεται το κράτος να βελτιώσει την καθημερινή ζωή, τόσο περισσότερο επενδύει στον έλεγχο της γλώσσας, της μνήμης και της ανάγνωσης.

Το ψηφιακό γκουλάγκ

Ακόμη πιο ευαίσθητο είναι το μέτωπο του διαδικτύου. Η Ρωσία των τελευταίων δύο δεκαετιών ήταν μια βαθιά ψηφιοποιημένη κοινωνία. Πληρωμές, μεταφορές, επικοινωνία, εμπόριο, πολιτική οργάνωση, ενημέρωση — όλα περνούν μέσα από ψηφιακές πλατφόρμες. Οι πρώτες απαγορεύσεις μετά το 2022 δεν διέλυσαν αυτή την καθημερινότητα. Οι πολίτες προσαρμόστηκαν με VPN, μετακινήθηκαν σε άλλες εφαρμογές και συνέχισαν.

Όμως οι μαζικές διακοπές κινητού διαδικτύου, η πίεση κατά του Telegram, η προώθηση κρατικά ελεγχόμενων εναλλακτικών και η εκστρατεία κατά των VPN αγγίζουν πια τον πυρήνα της καθημερινής λειτουργίας της χώρας.

Η δικαιολογία είναι και πάλι η ασφάλεια: προστασία από drones, αποτροπή τρομοκρατικών επιθέσεων, επιχειρησιακή ανάγκη. Όμως η πρακτική συνέπεια είναι ότι οι πολίτες δεν μπορούν να επικοινωνήσουν, να πληρώσουν, να εργαστούν, να ενημερωθούν εγκαίρως, να χρησιμοποιήσουν βασικές υπηρεσίες. Η ειρωνεία είναι ότι ορισμένα από αυτά τα μέτρα μπορεί να μειώνουν, αντί να αυξάνουν, την ασφάλεια: κάτοικοι περιοχών που δέχονται επιθέσεις δεν λαμβάνουν προειδοποιήσεις σε πραγματικό χρόνο, στρατιωτικοί δυσκολεύονται στην επικοινωνία, μικρές επιχειρήσεις χάνουν κανάλια πωλήσεων και διαφήμισης. Η καταστολή γίνεται έτσι όχι μόνο πολιτικό εργαλείο, αλλά και λειτουργική δυσλειτουργία.

Το σχίσμα μέσα στο σύστημα

Εδώ αρχίζει να φαίνεται και ένα πιθανό εσωτερικό σχίσμα. Οι υπηρεσίες ασφαλείας επιδιώκουν απόλυτο έλεγχο. Οι τεχνοκράτες, οι πολιτικοί διαχειριστές, οι μεγάλες εταιρείες και τμήματα της διοικητικής ελίτ φοβούνται τις παρενέργειες. Δεν πρόκειται απαραίτητα για φιλελεύθερη αντίσταση αλλά για σύγκρουση συμφερόντων εντός του ίδιου του συστήματος. Εκείνοι που πρέπει να οργανώσουν εκλογές, να διαχειριστούν την οικονομία, να κρατήσουν ανοικτά τα κανάλια επιρροής και να διατηρήσουν την κοινωνική προβλεψιμότητα βλέπουν την ασφάλεια να καταπίνει την πολιτική. Η FSB και οι άλλες υπηρεσίες χρησιμοποιούν τον πόλεμο ως επιχείρημα για μεγαλύτερο έλεγχο, αλλά ο έλεγχος αυτός κάνει ακόμη και τμήματα του καθεστώτος να αισθάνονται εκτεθειμένα.

Ο φόβος στο κέντρο της εξουσίας

Στο βάθος όλων αυτών υπάρχει το ζήτημα του ίδιου του Πούτιν. Η ισχύς του βασιζόταν πάντοτε στην εικόνα του αδιαμφισβήτητου κέντρου: ο ηγέτης που εγγυάται σταθερότητα, εθνική ανάταση και κρατική αποτελεσματικότητα.

Όμως ένας πόλεμος χωρίς καθαρή νίκη, μια οικονομία υπό πίεση, drones που φτάνουν βαθιά στη ρωσική επικράτεια, μια παρέλαση της 9ης Μαΐου περιορισμένη από φόβους ασφαλείας, και ένα κράτος που στρέφεται όλο και περισσότερο εναντίον των ίδιων των πιστών του, παράγουν όχι αναγκαστικά εικόνα επικείμενης πτώσης, αλλά εικόνα αδυναμίας.

Οι αυξημένες προφυλάξεις γύρω από τον Ρώσο πρόεδρο, οι φόβοι για drones, συνωμοσίες ή εσωτερικές απειλές, οι περιορισμοί σε υπαλλήλους που εργάζονται κοντά του και η εντεινόμενη καχυποψία μέσα στο ίδιο το κράτος δείχνουν ένα καθεστώς που δεν φοβάται μόνο τον εξωτερικό εχθρό αλλά τον εαυτό του. Όσο περισσότερο ο πόλεμος παρατείνεται, τόσο περισσότερο η εξουσία γίνεται αυτοαναφορική, αμυντική, καχύποπτη, παράγοντας νέες εστίες δυσαρέσκειας.

Ο χρόνος παύει να δουλεύει μόνο για τον Πούτιν

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν ο Πούτιν θα χάσει αύριο την εξουσία. Το πιθανότερο είναι ότι το σύστημα εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικούς μηχανισμούς ελέγχου. Το ερώτημα είναι αν ο χρόνος εξακολουθεί να λειτουργεί υπέρ του. Μέχρι πρόσφατα, η βασική υπόθεση ήταν ότι η Ρωσία μπορεί να περιμένει περισσότερο από την Ουκρανία και τη Δύση. Ότι έχει μεγαλύτερα αποθέματα υπομονής, ανθρώπων, πρώτων υλών και καταστολής. Αυτή η υπόθεση φαίνεται πλέον χωρίς πραγματική υπόσταση.

Ο χρόνος φθείρει στρατούς, οικονομίες, κοινωνικές αντοχές, διοικητικούς μηχανισμούς και πολιτικούς μύθους.

Η Ουκρανία δεν χρειάζεται απαραίτητα να ανατρέψει αμέσως τη Ρωσία στο πεδίο για να επιβαρύνει το Κρεμλίνο. Αρκεί να παραμένει όρθια, να πλήττει κρίσιμες υποδομές, να διαψεύδει την εικόνα ρωσικής παντοδυναμίας και να μετατρέπει τον πόλεμο από εργαλείο νομιμοποίησης σε πηγή κόστους.

Για τον Πούτιν, η μόνη καθαρή διέξοδος θα ήταν μια ορατή στρατιωτική επιτυχία. Χωρίς αυτήν, μένει με έναν πόλεμο που δεν μπορεί εύκολα να κερδίσει, μια ειρήνη που δεν μπορεί εύκολα να αποδεχθεί και ένα εσωτερικό σύστημα που, όσο περισσότερο “σφίγγεται”, τόσο περισσότερο αποκαλύπτει τους φόβους του.

Mε πληροφορίες από Carnegie Russia Eurasia Center, LAWRENCE FREEDMAN-substack, Financial Times, NYT, Guardian