Η βρετανική κυβέρνηση καλεί τους πολίτες να προετοιμαστούν για σοβαρές διαταραχές της καθημερινότητας, με αποθέματα τροφίμων και νερού και σχέδια αντιμετώπισης κρίσεων. Επανεξετάζει επίσης τις κρατικές διαδικασίες για συνθήκες πολέμου, οι οποίες δεν έχουν ανανεωθεί εδώ και δεκαετίες. Η ανησυχία αφορά τη Ρωσία, αλλά η πιθανότερη απειλή δεν είναι μια εισβολή με άρματα μάχης. Υποθαλάσσια καλώδια, δίκτυα ηλεκτροδότησης, ψηφιακά συστήματα και άλλες υποδομές μπορούν να δεχθούν επιθέσεις που θα παραλύσουν τη χώρα χωρίς συμβατική αναμέτρηση στο έδαφός της. Το ερώτημα είναι αν μια κοινωνία συνηθισμένη στην ειρήνη μπορεί να αποδεχθεί την προετοιμασία και το κόστος της.


Περίληψη του άρθρου War may be coming. Are we psychologically ready? του Allan Little από το BBC


Η εμπειρία του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου εξακολουθεί να διαμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο οι Ευρωπαίοι σκέφτονται τον πόλεμο. Πριν από το 1914, πολλοί Βρετανοί φαντάζονταν μια σύντομη, ηρωική σύγκρουση και κατατάχθηκαν πρόθυμα. Οι τεράστιες απώλειες διέλυσαν αυτή την εικόνα. Η ιστορικός Μάργκαρετ ΜακΜίλαν επισημαίνει ότι η Ευρώπη έμαθε τότε πόσο καταστροφικός είναι ο σύγχρονος πόλεμος. Σήμερα, ύστερα από οκτώ δεκαετίες χωρίς πόλεμο στη Βρετανία, η ειρήνη αντιμετωπίζεται ως φυσική κατάσταση. Ο απόστρατος στρατηγός Ρίτσαρντ Σίρεφ συγκρίνει την τωρινή αίσθηση δυσπιστίας με τα χρόνια πριν από το 1914, όταν ο πόλεμος συζητιόταν αλλά έμοιαζε σχεδόν αδιανόητος.

Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, πολλές ευρωπαϊκές χώρες περιόρισαν τις αμυντικές δαπάνες τους, πιστεύοντας ότι η ρωσική απειλή είχε εκλείψει. Ο καθηγητής στρατηγικών σπουδών Άντριου Μίχτα θεωρεί ότι οι πολιτικές ηγεσίες απέφυγαν να εξηγήσουν στους πολίτες πόσο είχε μεταβληθεί η κατάσταση.

Επικαλείται τη γερμανική εξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο ως χαρακτηριστικό παράδειγμα της πίστης ότι οι οικονομικές σχέσεις θα συγκρατούσαν τη Μόσχα. Για τον Σίρεφ, σημείο καμπής ήταν ήδη η πρώτη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2014. Η Ρωσία, υποστηρίζει, επιδιώκει έκτοτε να αποσταθεροποιεί τα κράτη και τη συνοχή του ΝΑΤΟ, ακόμη και χωρίς γενικευμένο συμβατικό πόλεμο.

Η άποψη ότι η ψυχολογική προετοιμασία λειτουργεί αποτρεπτικά δεν μένει αναπάντητη. Ο ψυχολόγος Τζιμ Όρφορντ προειδοποιεί ότι, για να γίνει αποδεκτή η πιθανότητα πολέμου, η δημόσια συζήτηση τείνει να χωρίζεται σε απλουστευτικές εικόνες εχθρών και ηρώων. Η προετοιμασία μπορεί έτσι να γίνει το πρώτο βήμα μιας πορείας από τη σκέψη προς τη σύγκρουση. Η ένσταση αυτή δείχνει πόσο προσεκτικά χρειάζεται να διατυπωθεί ο δημόσιος λόγος για την απειλή.

Η αίσθηση του κινδύνου είναι εντονότερη κοντά στα ρωσικά σύνορα. Η Σουηδία εγκατέλειψε την παλιά ουδετερότητά της μετά την εισβολή του 2022 στην Ουκρανία. Όλοι οι απόφοιτοι σχολείου εγγράφονται ως υποψήφιοι για στρατιωτική υπηρεσία και επιλέγεται ένα μέρος τους. Το σύστημα αυτό δημιουργεί εφεδρείες, ενώ οι αρχές εντοπίζουν πολίτες με δεξιότητες χρήσιμες για τη λειτουργία των κρίσιμων υπηρεσιών σε μια κρίση. Οι χώρες της Βαλτικής ενισχύουν επίσης την άμυνά τους με τη βοήθεια συμμάχων: γερμανικά στρατεύματα βρίσκονται στη Λιθουανία και βρετανικά στην Εσθονία.

Η Φινλανδία προσφέρει το πληρέστερο παράδειγμα συμμετοχής ολόκληρης της κοινωνίας. Η ιστορική εμπειρία των πολέμων με τη Σοβιετική Ένωση και τα εκτεταμένα κοινά σύνορα με τη Ρωσία έχουν διατηρήσει ζωντανή την ανάγκη ετοιμότητας.

Η υποχρεωτική θητεία των ανδρών τροφοδοτεί μια μεγάλη εκπαιδευμένη εφεδρεία· νοσοκομεία και υπηρεσίες ύδρευσης γνωρίζουν τον ρόλο τους σε μια κρίση. Από το 1960, πολιτικοί, στελέχη επιχειρήσεων και εκπρόσωποι κοινωνικών οργανώσεων εκπαιδεύονται στη διαχείρισή της. Με πληθυσμό πολύ μικρότερο της Βρετανίας, η Φινλανδία μπορεί να κινητοποιήσει ταχέως 280.000 εφέδρους. Οι επαγγελματικές της ένοπλες δυνάμεις αριθμούν περίπου 23.000 άτομα, έναντι 70.000 της Βρετανίας, αλλά η εκπαιδευμένη εφεδρεία της πλησιάζει το ένα εκατομμύριο.

Για τη Βρετανία, αυτό ανοίγει τη συζήτηση ακόμη και για κάποια μορφή υποχρεωτικής υπηρεσίας. Ο Σίρεφ αναφέρει το νορβηγικό μοντέλο, στο οποίο οι νέοι εγγράφονται για πιθανή στράτευση και όσοι υπηρετούν αποκτούν εκπαίδευση χρήσιμη και στην πολιτική τους ζωή. Η αύξηση των αμυντικών δυνατοτήτων απαιτεί πόρους που θα λείψουν από άλλες προτεραιότητες. Γι’ αυτό η πολιτική ηγεσία καλείται να εξηγήσει καθαρά ποια απειλή αντιμετωπίζει η χώρα, ποιες θυσίες θεωρεί αναγκαίες και τι θα μπορούσε να κάνει ο κάθε πολίτης σε μια κρίση.

Πηγή φωτογραφίας