Όταν ο Άντι Μπέρναμ (Andy Burnham) επέστρεψε στο Westminster, ύστερα από χρόνια κατά τα οποία είχε ταυτιστεί σχεδόν απόλυτα με τη δημαρχία του Greater Manchester, η δημόσια συζήτηση δεν περιστράφηκε γύρω από το οικονομικό του πρόγραμμα ούτε γύρω από κάποια νέα πρόταση για το βρετανικό κράτος πρόνοιας.
Η προσοχή στράφηκε σχεδόν αποκλειστικά στον ίδιο: στον χαρακτήρα του, στη σχέση του με τη Βόρεια Αγγλία, στην αυθεντικότητα της δημόσιας εικόνας του και, βεβαίως, στην πιθανότητα να διαδεχθεί τον Κιρ Στάρμερ ( Keir Starmer) στην ηγεσία των Εργατικών.
Η πολιτική έμοιαζε να εξελίσσεται ως αφήγηση προσώπων. Δεν είχε τόση σημασία τι θα έκανε ένας μελλοντικός ηγέτης όσο το αν μπορούσε να ενσαρκώσει μια συγκεκριμένη ιδέα της Αγγλίας. Ο Μπέρναμ παρουσιαζόταν ως ο άνθρωπος της βιομηχανικής Βόρειας Αγγλίας, της εργατικής κουλτούρας, του καθολικού Λίβερπουλ, της Everton και μιας συλλογικής μνήμης που φαίνεται να επιβιώνει ακόμη και μετά την αποβιομηχάνιση.
Η πολιτική του αξία έμοιαζε να βρίσκεται λιγότερο στις προτάσεις του και περισσότερο στην ικανότητά του να αναγνωρίζεται ως φορέας μιας κοινότητας. Η παρατήρηση αυτή δεν αφορά μόνο τον Μπέρναμ. Περιγράφει μια ευρύτερη μεταβολή της δυτικής δημοκρατίας.
Από τις εκστρατείες του Λι Άτγουοτερ (Lee Atwater) μέχρι την εποχή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, η πολιτική έχει μάθει ότι οι εκλογές κερδίζονται ευκολότερα όταν οι πολίτες αναγνωρίζουν τον εαυτό τους σε μια αφήγηση παρά όταν συγκρίνουν λεπτομερή κυβερνητικά προγράμματα. Ο πολιτικός μετατρέπεται σταδιακά σε χαρακτήρα και η προεκλογική εκστρατεία σε διαδικασία επιλογής του καταλληλότερου πρωταγωνιστή.
Αυτή είναι η προφανής εξήγηση. Είναι όμως αρκετή;
Η εύκολη απάντηση θα ήταν ότι οι κοινωνίες ενδιαφέρονται περισσότερο για την ταυτότητα απ’ ό,τι για την οικονομία. Η απάντηση αυτή ακούγεται πειστική, αλλά πιθανότατα αντιστρέφει τη σχέση αιτίου και αποτελέσματος.
Ίσως οι πολιτικοί να μην επιλέγουν την πολιτική της ταυτότητας επειδή εγκατέλειψαν την οικονομία. Ίσως να καταφεύγουν σε αυτήν επειδή η δυνατότητά τους να διαμορφώσουν την οικονομία έχει περιοριστεί όσο ποτέ άλλοτε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Για μεγάλο μέρος του εικοστού αιώνα η δημοκρατική πολιτική στηριζόταν σε μια σιωπηρή υπόθεση: ότι η κατάκτηση της κυβερνητικής εξουσίας συνεπαγόταν και ουσιαστική δυνατότητα αναδιοργάνωσης της οικονομικής ζωής. Οι κυβερνήσεις μπορούσαν να αυξήσουν ή να μειώσουν τη φορολογία, να επεκτείνουν ή να περιορίσουν το κράτος πρόνοιας, να αναδιανείμουν εισόδημα, να επηρεάσουν τις εργασιακές σχέσεις, ακόμη και να καθορίσουν το είδος της βιομηχανικής ανάπτυξης που επιθυμούσαν.
Η πολιτική αντιπαράθεση είχε πραγματικό αντικείμενο, επειδή υπήρχε πραγματικό πεδίο επιλογής.
Σήμερα το πεδίο αυτό είναι αισθητά στενότερο.
Δεν πρόκειται μόνο για τη γνωστή εξάρτηση των κυβερνήσεων από τις αγορές ομολόγων ούτε για τον φόβο που προκαλεί κάθε αμφισβήτηση της «εμπιστοσύνης των αγορών», όπως έδειξε χαρακτηριστικά η σύντομη πρωθυπουργία της Λιζ Τρας (Liz Truss).
Το σημαντικότερο είναι ότι ένα αυξανόμενο μέρος του κοινωνικού πλούτου δεν βρίσκεται πλέον υπό την άμεση επιρροή των κρατών αλλά συγκεντρώνεται σε τεράστια επενδυτικά κεφάλαια, ασφαλιστικά ταμεία και θεσμικούς επενδυτές που λειτουργούν σε παγκόσμια κλίμακα. Η οικονομική ισχύς δεν εξαφανίστηκε. Μετακινήθηκε.
Η μετατόπιση αυτή έγινε σχεδόν αθόρυβα. Δεν υπήρξε κάποια μεγάλη επανάσταση ούτε μια συνταγματική αλλαγή. Συντελέστηκε μέσα από δεκάδες τεχνικές μεταρρυθμίσεις που παρουσιάστηκαν ως ουδέτερες προσαρμογές.
Καμία όμως δεν υπήρξε σημαντικότερη από τη βαθμιαία μετάβαση των συνταξιοδοτικών συνταξιοδοτικών προγραμμάτων καθορισμένων παροχών (defined benefit pensions), όπου ο εργοδότης ή το κράτος αναλάμβανε την ευθύνη της μελλοντικής παροχής, στα συνταξιοδοτικά προγράμματα καθορισμένων εισφορών (defined contribution pensions), όπου η ευθύνη μεταφέρεται στον ίδιο τον εργαζόμενο και η τελική του ασφάλεια εξαρτάται από τις αποδόσεις των επενδύσεων.
Η φύση της πολιτικής μεταβλήθηκε χωρίς επαναστάσεις
Η αλλαγή αυτή παρουσιάστηκε ως επέκταση της ελευθερίας. Στην πραγματικότητα όμως μετέβαλε τη φύση της κοινωνικής ασφάλειας.
Εκεί όπου άλλοτε υπήρχε μια συλλογική υπόσχεση, εμφανίστηκε ένας ατομικός λογαριασμός. Εκεί όπου ο κίνδυνος κατανεμόταν ανάμεσα σε εργοδότες, κράτος και εργαζομένους, μεταφέρθηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου στο άτομο. Η σύνταξη έπαψε να είναι κυρίως πολιτικός θεσμός και έγινε σταδιακά χρηματοοικονομικό προϊόν.
Από εκεί και πέρα η εξέλιξη υπήρξε σχεδόν αναπόφευκτη. Οι αποταμιεύσεις εκατομμυρίων ανθρώπων συγκεντρώθηκαν σε γιγαντιαία επενδυτικά σχήματα, τα οποία απέκτησαν επιρροή μεγαλύτερη από εκείνη πολλών εθνικών οικονομιών.
Οι κυβερνήσεις εξακολουθούν να νομοθετούν, αλλά ένα σημαντικό μέρος του κεφαλαίου που καθορίζει την οικονομική ζωή κινείται πλέον σύμφωνα με λογικές που δεν προκύπτουν από εκλογικές διαδικασίες.
Η δημοκρατία εξακολουθεί να αποφασίζει για πολλά. Δεν αποφασίζει όμως μόνη της για το πλαίσιο μέσα στο οποίο λαμβάνονται οι σημαντικότερες οικονομικές αποφάσεις.
Αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, το σημείο όπου αλλάζει και η φύση της πολιτικής.
Δεν είναι τυχαίο ότι, όσο στενεύει ο χώρος της οικονομικής διαφοροποίησης, τόσο διευρύνεται ο χώρος της συμβολικής πολιτικής. Ο τόπος, η μνήμη, η θρησκεία, το ποδόσφαιρο, η εθνική ταυτότητα, η πολιτισμική κληρονομιά και η προσωπικότητα των ηγετών αποκτούν βαρύτητα όχι επειδή είναι δευτερεύοντα ζητήματα, αλλά επειδή αποτελούν τα πεδία στα οποία η πολιτική εξακολουθεί να διαθέτει πραγματική ελευθερία κινήσεων.
Ο Μπέρναμ δεν είναι, λοιπόν, μια εξαίρεση. Είναι ίσως η πιο καθαρή έκφραση αυτής της ιστορικής μετατόπισης.
Η ιστορία αυτή μπορεί να διαβαστεί και ως μια ιστορία της ίδιας της έννοιας της ιδιοκτησίας. Από τη δεκαετία του 1950 και μετά, ο αμερικανικός «λαϊκός καπιταλισμός» υποσχόταν ότι ο κάθε πολίτης θα μπορούσε να γίνει, έστω και σε μικρή κλίμακα, συμμέτοχος στην ευημερία της οικονομίας.
Αργότερα, ο Πίτερ Ντράκερ (Peter Drucker) μίλησε για έναν ιδιότυπο «σοσιαλισμό των συνταξιοδοτικών ταμείων», υποστηρίζοντας ότι οι εργαζόμενοι, μέσω των συντάξεών τους, θα γίνονταν στην πραγματικότητα οι ιδιοκτήτες των μεγάλων επιχειρήσεων.
Η πρόβλεψή του δεν αποδείχθηκε εντελώς λανθασμένη. Εκείνο όμως που δεν προέβλεψε ήταν ότι η ιδιοκτησία αυτή θα ήταν τόσο έμμεση, τόσο συγκεντρωμένη και τόσο απομακρυσμένη από κάθε δημοκρατικό έλεγχο, ώστε ο μέσος πολίτης δεν θα τη βίωνε ποτέ ως πραγματική πολιτική δύναμη.
Οι κυβερνήσεις των αγορών
Η πρόσφατη πρωτοβουλία του Ντόναλντ Τραμπ (Donald Trump) για τους λεγόμενους Trump Accounts αποτελεί, από αυτή την άποψη, ένα ιδιαίτερα αποκαλυπτικό επεισόδιο. Η πρόταση δεν είναι ενδιαφέρουσα κυρίως για το οικονομικό της μέγεθος αλλά για τον συμβολισμό της.
Η οικονομική ασφάλεια παρουσιάζεται πλέον ως κάτι που αρχίζει με έναν προσωπικό επενδυτικό λογαριασμό από τη γέννηση.
Η πρώτη σχέση του πολίτη με το μέλλον του δεν είναι ένα συλλογικό δικαίωμα αλλά ένα χαρτοφυλάκιο, η αξία του οποίου θα εξαρτηθεί από τις αγορές.
Πρόκειται για τη λογική κατάληξη μιας μετατόπισης που ξεκίνησε πολλές δεκαετίες νωρίτερα: από το κοινωνικό δικαίωμα προς την ατομική χρηματοοικονομική διαχείριση.
Δεν υπάρχει τίποτε αναγκαστικά παράδοξο σε αυτή την εξέλιξη. Οι επενδύσεις, οι αγορές και η συσσώρευση κεφαλαίου υπήρξαν πάντοτε βασικά στοιχεία του καπιταλισμού.
Το νέο στοιχείο είναι ότι η πολιτική φαίνεται να αποδέχεται όλο και περισσότερο πως ο ρόλος της δεν είναι να οργανώνει άμεσα την οικονομική ασφάλεια αλλά να διαχειρίζεται τις συνέπειες ενός συστήματος που λειτουργεί αλλού. Η εξουσία δεν εξαφανίζεται. Απλώς κατανέμεται διαφορετικά.
Από αυτή την οπτική, η δημόσια εικόνα του Μπέρναμ αποκτά διαφορετική σημασία.
Η προσήλωσή του στη Βόρεια Αγγλία, στην εργατική παράδοση, στον καθολικισμό και στο ποδόσφαιρο δεν είναι απλώς μια επιτυχημένη επικοινωνιακή στρατηγική, αλλά μια προσπάθεια να ανασυγκροτηθεί η πολιτική γύρω από ό,τι εξακολουθεί να βρίσκεται μέσα στη σφαίρα της.
Όταν η κυβέρνηση δεν μπορεί να υποσχεθεί ριζικά διαφορετική οικονομική οργάνωση, μπορεί ακόμη να υποσχεθεί αναγνώριση, κοινότητα, μνήμη και ταυτότητα. Αυτές οι έννοιες δεν είναι ψευδείς ούτε ασήμαντες. Αποκτούν όμως δυσανάλογο βάρος όταν περιορίζεται η δυνατότητα παρέμβασης στα υλικά θεμέλια της κοινωνικής ζωής.
Ίσως εδώ βρίσκεται και η εξήγηση για την ένταση των σύγχρονων πολιτισμικών συγκρούσεων. Συχνά αντιμετωπίζονται ως ένδειξη ότι οι κοινωνίες έχουν εγκαταλείψει τα οικονομικά ζητήματα προς όφελος των πολιτισμικών. Είναι πιθανότερο να συμβαίνει το αντίθετο.
Ακριβώς επειδή οι μεγάλες οικονομικές επιλογές παρουσιάζονται ως αναπόφευκτες ή τεχνικές, η πολιτική αντιπαράθεση μεταφέρεται σε εκείνα τα πεδία όπου εξακολουθεί να υπάρχει χώρος πραγματικής διαφοροποίησης: στην ιστορία, στην εθνική αφήγηση, στη θρησκεία, στην ταυτότητα, στη γλώσσα, ακόμη και στο ποδόσφαιρο.
Σε αυτό το σημείο αποκτά ιδιαίτερη σημασία μια παρατήρηση του Λέο Στράους (Leo Strauss) στο έργο του για τον Θουκυδίδη. Ο Στράους σημειώνει ότι γνωρίζουμε έναν άνθρωπο μόνο όταν ακούμε τα λόγια του και βλέπουμε τις πράξεις του. Οι λόγοι από μόνοι τους δεν αρκούν, οι πράξεις είναι εκείνες που αποκαλύπτουν την πραγματική φύση μιας πολιτικής ή ενός χαρακτήρα.
Η νεωτερική δημοκρατία στηρίχθηκε ακριβώς σε αυτή την αρχή. Οι πολίτες αξιολογούσαν τις κυβερνήσεις συγκρίνοντας τις υποσχέσεις τους με τα αποτελέσματά τους. Η σχέση ανάμεσα στον λόγο και την πράξη αποτελούσε το θεμέλιο της πολιτικής λογοδοσίας.
Σήμερα όμως αυτή η σχέση γίνεται ολοένα πιο περίπλοκη.
Όχι επειδή οι πολιτικοί ψεύδονται περισσότερο από άλλοτε – η πολιτική γνώριζε πάντοτε την υπερβολή και τη δημαγωγία. Το πρόβλημα είναι βαθύτερο. Ένα ολοένα μεγαλύτερο μέρος των αποτελεσμάτων που επηρεάζουν τη ζωή των πολιτών παράγεται έξω από το άμεσο πεδίο της κυβερνητικής δράσης.
Οι πολιτικοί εξακολουθούν να λογοδοτούν για την πορεία της οικονομίας, των επενδύσεων και της κοινωνικής ασφάλειας, ενώ η δυνατότητά τους να καθορίσουν τις εξελίξεις αυτές είναι περισσότερο περιορισμένη από όσο υπήρξε επί δεκαετίες.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η δημοκρατία έχει καταστεί κενό γράμμα. Σημαίνει όμως ότι η φύση της πολιτικής έχει μεταβληθεί. Οι εκλογές εξακολουθούν να αποφασίζουν ποιος κυβερνά. Δεν αποφασίζουν όμως πάντοτε πόσο μεγάλη είναι η πραγματική ελευθερία κινήσεων εκείνου που κυβερνά.
Γι’ αυτό και η περίπτωση του Μπέρναμ είναι περισσότερο από μια βρετανική πολιτική ιστορία. Συμπυκνώνει ένα γενικότερο παράδοξο της εποχής μας.
Ένας πολιτικός μπορεί να εμπνέει εμπιστοσύνη επειδή εκφράζει μια κοινότητα, μια ιστορική μνήμη και μια ηθική οικονομία που εξακολουθεί να συγκινεί τους πολίτες.
Την ίδια στιγμή, όμως, καλείται να δράσει μέσα σε ένα οικονομικό περιβάλλον όπου οι σημαντικότεροι μοχλοί ισχύος βρίσκονται ολοένα συχνότερα πέρα από την άμεση εμβέλεια της δημοκρατικής πολιτικής.
Ίσως, λοιπόν, το πραγματικό ερώτημα της εποχής μας να μην είναι αν η πολιτική έχει χάσει κάθε δύναμη. Αυτό θα ήταν υπερβολικό. Το ερώτημα είναι διαφορετικό: ποιο είδος δύναμης της έχει απομείνει. Αν οι κυβερνήσεις δυσκολεύονται να μεταβάλλουν τους υλικούς όρους της κοινωνικής ζωής, είναι φυσικό να επενδύουν όλο και περισσότερο σε εκείνα που εξακολουθούν να μπορούν να διαμορφώσουν – τις αφηγήσεις, τις ταυτότητες, τα σύμβολα και τη συλλογική μνήμη.
Η περίπτωση του Άντι Μπέρναμ αξίζει να μας απασχολήσει ακριβώς επειδή φωτίζει ένα πολύ ευρύτερο ερώτημα: τι απομένει από τη δημοκρατική πολιτική όταν η οικονομική εξουσία μετακινείται σταδιακά έξω από τον χώρο όπου οι πολίτες ψηφίζουν;
Ίσως η σημαντικότερη πολιτική πρόκληση του 21ου αιώνα να μην είναι η αναζήτηση ενός νέου ηγέτη, αλλά η αναζήτηση ενός νέου τρόπου με τον οποίο η δημοκρατία θα μπορέσει να συνδέσει ξανά την πολιτική νομιμοποίηση με την πραγματική οικονομική ισχύ.
Αν αυτό δεν συμβεί, η πολιτική θα συνεχίσει να κερδίζει τις μάχες των συμβόλων, ενώ θα χάνει, σχεδόν αθόρυβα, τη δυνατότητα να διαμορφώνει την ίδια την πραγματικότητα.




















