Είδα την Οδύσσεια του Κρίστοφερ Νόλαν με καθυστέρηση, σχεδόν ενάμιση μήνα μετά την εμφάνισή της στους ελληνικούς κινηματογράφους. Είναι ίσως αργά για μια κινηματογραφική κριτική αφού, άλλωστε, έχουν ήδη γραφτεί πολλά για τις πολιτικές, ψυχολογικές ή αισθητικές αναγνώσεις της ταινίας. Εκείνο όμως που με εντυπωσίασε περισσότερο – και με κάνει να τη θεωρώ μία από τις σπουδαιότερες ταινίες που έχω δει – είναι κάτι διαφορετικό: η αίσθηση του χρόνου που δημιουργεί.
Στο τέλος ο Οδυσσέας δεν μένει στην Ιθάκη. Φεύγει ξανά, αυτή τη φορά μαζί με την Πηνελόπη, προς τον δυτικό ορίζοντα, για να αποδώσει τις οφειλόμενες τιμές στους συντρόφους που άφησε πίσω του άταφους.
Η εικόνα είναι του Νόλαν, ο ανοιχτός όμως ορίζοντας είναι ήδη του Ομήρου. Γιατί η επιστροφή στην Ιθάκη δεν αποτελεί στην Οδύσσεια το οριστικό τέλος της περιπλάνησης. Ο Νόλαν συνδέει αυτή τη νέα αναχώρηση με τους συντρόφους που έμειναν πίσω άταφοι. Ο Όμηρος της δίνει έναν διαφορετικό προορισμό.
Ο Τειρεσίας έχει προειδοποιήσει τον Οδυσσέα στον Άδη, στην ενδέκατη ραψωδία της Οδύσσειας (λ, στ. 121 κ.ε.), ότι, όταν επιστρέψει και τιμωρήσει τους μνηστήρες, θα πρέπει να αναχωρήσει και πάλι. Και η προφητεία δεν μένει πίσω στον κόσμο των νεκρών. Μετά την επιστροφή του στην Ιθάκη, ο ίδιος ο Οδυσσέας την επαναλαμβάνει στην Πηνελόπη, σχεδόν με τα ίδια λόγια, στην τελευταία νύχτα της επανένωσής τους (ψ, στ. 267 κ.ε.). Η επιστροφή περιέχει επομένως ήδη μέσα της την επόμενη αναχώρηση:
«ἔρχεσθαι δὴ ἔπειτα, λαβὼν εὐῆρες ἐρετμόν,
εἰς ὅ κε τοὺς ἀφίκηαι οἳ οὐκ ἴσασι θάλασσαν
ἀνέρες…»
Να πάρει, δηλαδή, ένα καλοφτιαγμένο κουπί και να πορευθεί ώσπου να φτάσει σε ανθρώπους που δεν γνωρίζουν τη θάλασσα. Ο Όμηρος γίνεται ακόμη πιο ακριβής. Οι άνθρωποι εκείνοι δεν γνωρίζουν ούτε τα πλοία ούτε τα κουπιά: «οὐδ᾽ εὐήρε᾽ ἐρετμά, τά τε πτερὰ νηυσὶ πέλονται – ούτε τα καλοφτιαγμένα κουπιά, που είναι τα φτερά των πλοίων».
Ο Οδυσσέας θα καταλάβει ότι έφτασε στον προορισμό του όταν κάποιος, βλέποντας το κουπί που κουβαλάει στον ώμο, το περάσει για λιχνιστήρι, για ένα γεωργικό εργαλείο με το οποίο λίχνιζαν τα δημητριακά. Εκεί πρέπει να στερεώσει το κουπί στη γη και να προσφέρει θυσία στον Ποσειδώνα.
Πρόκειται για μια από τις παράξενες εικόνες της Οδύσσειας. Για να εξευμενίσει τον θεό της θάλασσας, τον οποίο έχει προσβάλει τυφλώνοντας τον γιο του, τον Κύκλωπα Πολύφημο, ο Οδυσσέας πρέπει κατά κάποιον τρόπο να μεταφέρει την παρουσία του Ποσειδώνα εκεί όπου η θάλασσα είναι άγνωστη.
Το κουπί μεταφέρει τη θάλασσα πέρα από τα όριά της. Μεταφέρει την ανάμνησή της σε ανθρώπους που δεν διαθέτουν ούτε την εμπειρία ώστε να αναγνωρίσουν το αντικείμενο που έχουν μπροστά τους.
Κάτι ανάλογο συμβαίνει με τους νεκρούς. Η ίδια η λέξη «κηδεία» διασώζει κάτι από αυτή τη σχέση μέσα στη γλώσσα μας. Το αρχαίο «κῆδος» δηλώνει τη μέριμνα, την έγνοια, αλλά και τη θλίψη και το πένθος, ενώ συνδέεται ήδη στον Όμηρο με τις νεκρικές τιμές. Η «κηδεία» θα δηλώσει τη φροντίδα για τον νεκρό και κατόπιν τη νεκρική τελετή. Ο άταφος νεκρός είναι, υπό αυτή την έννοια, ο αφρόντιστος νεκρός. Και ο αφρόντιστος νεκρός αφήνει μια εκκρεμότητα στον χρόνο των ζωντανών.
Ο ομηρικός κόσμος είναι βέβαια ριζικά διαφορετικός από τον δικό μας. Οι άνθρωποί του, και ιδίως οι ήρωες, συναντούν τους θεούς, συνομιλούν μαζί τους, τους προκαλούν, τους φοβούνται, δέχονται τη βοήθεια ή την οργή τους. Οι νεκροί εξακολουθούν να υπάρχουν στον Άδη ως σκιές, στερημένες από τη σωματική πληρότητα της ζωής.
Ο χριστιανικός κόσμος θα αντιληφθεί διαφορετικά τον θάνατο, ως χωρισμό ψυχής και σώματος εν αναμονή της αναστάσεως των νεκρών και της Δευτέρας Παρουσίας. Και ο σημερινός, σε μεγάλο βαθμό εκκοσμικευμένος άνθρωπος έχει απομακρύνει ακόμη περισσότερο τον θάνατο από την καθημερινή του εμπειρία.
Ωστόσο, πίσω από αυτές τις τεράστιες διαφορές παραμένει κάτι κοινό. Ο ομηρικός ήρωας, ο χριστιανός και ο σημερινός άνθρωπος υπόκεινται στην ίδια συνθήκη της φθοράς. Και οι ζωντανοί εξακολουθούν να έχουν απέναντι στους νεκρούς μια υποχρέωση φροντίδας. Τους θάβουν, τους ονομάζουν, τους θυμούνται. Με τον τρόπο αυτόν ο νεκρός, που δεν βρίσκεται πλέον ανάμεσά τους ως σώμα, εξακολουθεί να κατέχει μια θέση μέσα στον χρόνο τους.
Ίσως γι’ αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία μια άλλη στιγμή της ταινίας. Όταν η Καλυψώ επιτρέπει στον Οδυσσέα να αναχωρήσει με τη σχεδία, η επιστροφή του παρουσιάζεται ως ένα «άλμα πίστεως». Η έκφραση φέρνει στον νου τον Κίρκεγκωρ: εκείνο το σημείο όπου η πράξη δεν μπορεί πλέον να εξασφαλιστεί από τη βεβαιότητα της γνώσεως.
Η σχεδία είναι ανθρώπινο κατασκεύασμα, προϊόν τεχνικής και αποφάσεως. Δεν αρκεί όμως. Ο Οδυσσέας πρέπει κάποια στιγμή να εμπιστευτεί το σώμα του στη θάλασσα χωρίς να γνωρίζει ότι θα φτάσει στην Ιθάκη.
Αυτή είναι ίσως μια από τις σταθερότερες συνθήκες τής ανθρώπινης ζωής. Ο άνθρωπος σχεδιάζει γνωρίζοντας ότι δεν ελέγχει την έκβαση. Αποφασίζει, ταξιδεύει, δημιουργεί, αγαπά, επιστρέφει, κηδεύει τους νεκρούς του, ενώ γνωρίζει ότι ο ίδιος είναι φθαρτός. Η ζωή δεν προϋποθέτει τη νίκη επί της φθοράς. Προϋποθέτει την πράξη μέσα στη φθορά.
Εδώ όμως η ταινία του Νόλαν συναντά τον χρόνο με έναν δεύτερο και ίσως βαθύτερο τρόπο. Γιατί δεν είναι μόνο ο Οδυσσέας που διασχίζει τον χρόνο. Τον διασχίζει η ίδια η Οδύσσεια.
Ένα έργο που δημιουργήθηκε πριν από σχεδόν τρεις χιλιετίες αποκτά το 2026 ένα καινούργιο σώμα. Οι στίχοι γίνονται εικόνα, η θάλασσα ήχος, οι ήρωες αποκτούν και πάλι σώματα και φωνές.
Ο Νόλαν δεν ανοίγει τον ορίζοντα του Ομήρου ούτε «διορθώνει» το αρχαίο έργο. Παραλαμβάνει έναν ορίζοντα ήδη ανοιχτό και του δίνει μια νέα μορφή, μέσα στην οποία μπορεί να τον συναντήσει ο άνθρωπος του 21ου αιώνα.
Και τότε το κουπί του Τειρεσία αποκτά μια απροσδόκητη συγγένεια με το ίδιο το έργο.
Το κουπί μεταφέρει τη θάλασσα εκεί όπου κανείς δεν γνωρίζει τη θάλασσα. Η κηδεία μεταφέρει τον νεκρό μέσα στον χρόνο εκείνων που εξακολουθούν να ζουν. Και το έργο τέχνης μεταφέρει έναν χαμένο κόσμο σε ανθρώπους που δεν τον γνώρισαν ποτέ.
Ίσως αυτή να είναι τελικά η διάρκεια που δημιουργεί η Οδύσσεια. Όχι η κατάργηση του χρόνου και ασφαλώς όχι η κατάργηση του θανάτου, αλλά η σύνδεση εκείνων που βρίσκονται σε διαφορετικά σημεία του χρόνου. Ο νεκρός χρειάζεται τη φροντίδα του ζωντανού για να διατηρήσει μια θέση στον κόσμο και ο ζωντανός χρειάζεται τους νεκρούς του για να αποκτήσει ο δικός του χρόνος συνέχεια.
Γι’ αυτό και η Ιθάκη δεν μπορεί να είναι το τέλος. Ο άνθρωπος επιστρέφει στο σπίτι του κουβαλώντας εκείνους που δεν επέστρεψαν. Και κάποτε χρειάζεται να ξαναφύγει για χάρη τους.
Τρεις χιλιάδες χρόνια αργότερα, συμβαίνει κάτι ανάλογο με εμάς. Ο Όμηρος εξακολουθεί να φτάνει σε ανθρώπους που δεν γνωρίζουν τον κόσμο του, όπως το κουπί φτάνει σε ανθρώπους που δεν γνωρίζουν τη θάλασσα. Και αυτή είναι μάλλον μία από τις μεγαλύτερες δυνατότητες της τέχνης. Όχι να μας απαλλάξει από την κοινή μοίρα της φθοράς, αλλά να δημιουργεί, μέσα από τη φροντίδα και τη μνήμη, μια συνέχεια ανάμεσα στους νεκρούς και στους ζωντανούς.





















