Το άρθρο του Jamie Dettmer στο Politico προειδοποιεί ότι η ήττα του Βίκτορ Όρμπαν δεν πρέπει να ερμηνευτεί βιαστικά ως ιστορική κατάρρευση του εθνικού συντηρητισμού ή ως θρίαμβος του φιλελεύθερου κέντρου στην Ευρώπη.
Παρότι πολλοί Ευρωπαίοι κεντρώοι ηγέτες, όπως ο Φρίντριχ Μερτς, έσπευσαν να παρουσιάσουν τη νίκη του Πέτερ Μαγιάρ ως σαφές μήνυμα κατά του δεξιού λαϊκισμού, ο αρθρογράφος επιμένει ότι αυτή η ανάγνωση είναι υπερβολική και μάλλον επιφανειακή.
Η ουγγρική εκλογική αναμέτρηση δεν κρίθηκε πάνω σε μια μεγάλη ιδεολογική σύγκρουση ανάμεσα στον φιλελευθερισμό και την ακροδεξιά, αλλά σε πολύ πιο άμεσα και καθημερινά ζητήματα: την οικονομική στασιμότητα, τη φθορά της μακρόχρονης εξουσίας, τη διαφθορά και τη δυσαρέσκεια για τις δημόσιες υπηρεσίες.
Κεντρικό σημείο του άρθρου είναι ότι ο Μαγιάρ δεν αποτελεί φιλελεύθερη εναλλακτική απέναντι στον Όρμπαν. Αντιθέτως, παρουσιάζεται και ο ίδιος ως συντηρητικός, εθνικά προσανατολισμένος και επιφυλακτικός απέναντι στην Ουκρανία, δηλαδή ως πολιτικός που δεν αμφισβητεί συνολικά το ιδεολογικό υπόστρωμα του ουγγρικού εθνικού συντηρητισμού.
Επομένως, η αλλαγή δεν αφορά τόσο μια στροφή της Ουγγαρίας σε άλλο πολιτικό στρατόπεδο, όσο μια εσωτερική μετατόπιση μέσα στον ίδιο δεξιό και κυριαρχικό χώρο. Το νέο κοινοβούλιο, όπως υποστηρίζει το κείμενο, θα παραμείνει δεξιό, εθνικιστικό και προσηλωμένο στην εθνική κυριαρχία.
Το άρθρο δίνει ιδιαίτερη σημασία και στη διεθνή διάσταση της ήττας του Όρμπαν. Για το MAGA και τον Ντόναλντ Τραμπ, ο Ούγγρος πρωθυπουργός ήταν ένας ιδεολογικός σύμμαχος-σύμβολο, σχεδόν ένα ευρωπαϊκό πρότυπο. Γι’ αυτό και η Ουάσινγκτον, σύμφωνα με το κείμενο, επένδυσε ανοιχτά στην επανεκλογή του, με δημόσιες παρεμβάσεις, δηλώσεις στήριξης και προσωπική εμπλοκή κορυφαίων Αμερικανών αξιωματούχων.
Η ήττα του, λοιπόν, έχει έναν συμβολικό αντίκτυπο για το διεθνές λαϊκιστικό δίκτυο και μπορεί να λειτουργήσει αποθαρρυντικά για άλλους ευρωσκεπτικιστές ή ακροδεξιούς ηγέτες, ιδίως καθώς η σύνδεση με τον Τραμπ φαίνεται ολοένα και πιο αμφίσημη και πολιτικά επικίνδυνη στην Ευρώπη.
Ωστόσο, ο αρθρογράφος επιμένει ότι δεν πρέπει να μετατρέπεται κάθε εκλογικό αποτέλεσμα σε απόδειξη μιας παγκόσμιας ιδεολογικής στροφής. Όπως συνέβη και σε άλλες περιπτώσεις, έτσι και εδώ, η ψήφος ερμηνεύεται πρωτίστως ως τιμωρία μιας εξουσίας που κουράστηκε, απομακρύνθηκε από την κοινωνία και απέτυχε να ανταποκριθεί στις βασικές ανάγκες των πολιτών.
Αυτό είναι και το βασικό συμπέρασμα του άρθρου: όχι ότι η Ευρώπη εγκαταλείπει τον συντηρητισμό, αλλά ότι ακόμη και οι πιο ισχυροί λαϊκιστές ηγέτες μπορούν να ηττηθούν όταν δεν λύνουν τα οικονομικά προβλήματα και χάνουν την επαφή τους με την κοινωνία. Με άλλα λόγια, η ήττα του Όρμπαν είναι περισσότερο μια προειδοποίηση για τα όρια της φθαρμένης εξουσίας παρά μια καθαρή ιδεολογική νίκη των αντιπάλων του.




















