Στην ανάλυση του Matthew Levitt που δημοσιεύθηκε στο Foreign Affairs υποστηρίζεται ότι, μετά την έναρξη της επιχείρησης «Epic Fury» και κυρίως μετά τη δολοφονία του Αλί Χαμενεΐ, το Ιράν ενδέχεται να εγκαταλείπει τη μέχρι πρόσφατα σχετικά προσεκτική χρήση της τρομοκρατίας και να περνά σε μια πιο απελπισμένη και δυνητικά ανεξέλεγκτη φάση.

Η βασική ιδέα είναι ότι η Τεχεράνη, αισθανόμενη πως απειλείται υπαρξιακά από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ, θεωρεί πλέον θεμιτό να μεταφέρει τη σύγκρουση πέρα από τη Μέση Ανατολή, ακόμη και στο αμερικανικό έδαφος.

Η τρομοκρατία παρουσιάζεται εδώ όχι ως περιφερειακό παρακολούθημα της ιρανικής πολιτικής, αλλά ως ενδεχόμενο κεντρικό εργαλείο αποτροπής, εκδίκησης και πολιτικής πίεσης.

Από την επιλεκτική βία στη λογική του «τίποτα να χάσει»

Η ανάλυση υπενθυμίζει ότι το Ιράν χρησιμοποιεί για δεκαετίες τη βία στο εξωτερικό ως προέκταση της εξωτερικής του πολιτικής. Αυτό αφορούσε τόσο την υποστήριξη οργανώσεων-αντιπροσώπων στη Μέση Ανατολή όσο και τις επιθέσεις ή τις συνωμοσίες εναντίον αντιφρονούντων, Ισραηλινών, Εβραίων, διπλωματών και δυτικών στόχων. Ωστόσο, κατά κανόνα, το ιρανικό καθεστώς επιχειρούσε με σχετική προσοχή. Προτιμούσε ενέργειες με εύλογη άρνηση ευθύνης, ώστε να αποφεύγει μαζικά αντίποινα, διπλωματική απομόνωση ή κλιμάκωση που δεν μπορούσε να ελέγξει.

Κατά τον συγγραφέα, αυτή η φάση αυτοσυγκράτησης εξασθενεί.

Με την ηγεσία αποδεκατισμένη, τις υπηρεσίες ασφαλείας εκτεθειμένες από τη διείσδυση αμερικανικών και ισραηλινών υπηρεσιών και τη συζήτηση περί αλλαγής καθεστώτος να έχει γίνει ανοιχτή, η Τεχεράνη συμπεριφέρεται σαν ένα καθεστώς που δεν έχει πλέον πολλά να χάσει.

Έτσι, μπορεί να εγκρίνει πολύ ευρύτερο φάσμα ενεργειών: από πρόχειρες συνωμοσίες μικρής κλίμακας έως επιθέσεις με μαζικές απώλειες, ελπίζοντας ότι το πολιτικό και κοινωνικό σοκ στις Ηνωμένες Πολιτείες θα καταστήσει τον πόλεμο μη βιώσιμο.

Η μακρά ιστορία της ιρανικής τρομοκρατικής μεθόδου

Το άρθρο εντάσσει αυτή την πιθανή κλιμάκωση σε μια μεγαλύτερη ιστορική διαδρομή. Στη δεκαετία του 1980, όπως υπενθυμίζει, υπήρχε στο εσωτερικό του ιρανικού καθεστώτος μια αντιπαράθεση ανάμεσα σε πιο «ριζοσπαστικά» και πιο «ρεαλιστικά» ρεύματα σχετικά με τη χρήση της τρομοκρατίας. Με τον χρόνο, όμως, επικράτησε η λογική των σκληροπυρηνικών, ενώ το IRGC, οι Φρουροί της Επανάστασης, απέκτησαν ολοένα μεγαλύτερο ρόλο στην άσκηση εξουσίας.

Καθοριστική καμπή θεωρείται το 2011, όταν οι αμερικανικές αρχές απέτρεψαν σχέδιο δολοφονίας του Σαουδάραβα πρέσβη στην Ουάσιγκτον.

Από εκεί και πέρα, κατά τον συγγραφέα, η Ουάσιγκτον κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ιρανική ηγεσία ήταν πλέον πιο πρόθυμη να ανεχθεί ή και να οργανώσει επιθέσεις επί αμερικανικού εδάφους. Σε αυτή τη συγκυρία εντάσσεται και η δημιουργία της Μονάδας 400 της Δύναμης Quds, που είχε ως αποστολή επιθέσεις κατά χωρών οι οποίες θεωρούνταν απειλή για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα.

Η επόμενη καμπή ήταν η δολοφονία του Κασέμ Σολεϊμανί το 2020. Μετά τον θάνατό του, το Ιράν επιχείρησε, σύμφωνα με το κείμενο, να αναπτύξει πιο ενεργά μια «επιλογή πατρίδας», δηλαδή ένα δίκτυο πρακτόρων, ποινικών εκτελεστών και κοιμώμενων θυλάκων που θα μπορούσαν να ενεργοποιηθούν στις Ηνωμένες Πολιτείες, εφόσον ξεσπούσε ανοικτός πόλεμος με την Τεχεράνη.

Ένα δίκτυο πρακτόρων, εγκληματιών και αντιπροσώπων

Ιδιαίτερη σημασία δίνεται στον υβριδικό χαρακτήρα αυτής της απειλής. Το Ιράν δεν στηρίζεται αποκλειστικά σε ιδεολογικά πειθαρχημένους πράκτορες ή μόνο σε παραδοσιακούς συμμάχους όπως η Χεζμπολάχ.

Αντιθέτως, φέρεται να στρατολογεί εγκληματικά δίκτυα, μισθοφόρους, τοπικούς μεσάζοντες, ακόμη και νεαρούς εκτελεστές που δεν έχουν άμεση πολιτική σύνδεση με την Τεχεράνη. Αυτή η επιλογή προσφέρει στο καθεστώς δύο πλεονεκτήματα: διατηρεί την εύλογη άρνηση ευθύνης και μειώνει το άμεσο πολιτικό κόστος μιας αποτυχίας.

Το κείμενο παραθέτει μια σειρά παραδειγμάτων: αποτυχημένα σχέδια απαγωγής ή δολοφονίας αντιφρονούντων στις Ηνωμένες Πολιτείες, χρήση εγκληματικών ομάδων αζερικής ή ρωσικής προέλευσης, στρατολόγηση μέσω Telegram στην Ευρώπη, ακόμη και αναθέσεις σε τοπικούς εφήβους για βανδαλισμούς ή επιθέσεις εναντίον εβραϊκών ιδρυμάτων. Το μοτίβο που αναδεικνύεται είναι ότι το Ιράν επιχειρεί να δημιουργήσει ένα ευρύ, πολυεπίπεδο και σχετικά χαμηλού κόστους δίκτυο βίας, ικανό να δράσει διεθνώς.

Η νέα φάση: λιγότεροι περιορισμοί, μεγαλύτερος κίνδυνος

Ο τρέχων πόλεμος έχει αλλάξει ποιοτικά την ιρανική συμπεριφορά. Ισραηλινοί και Αμερικανοί αξιωματούχοι, όπως παρατίθενται στο κείμενο, εκτιμούν ότι η Τεχεράνη έχει ουσιαστικά άρει τους παλιούς επιχειρησιακούς περιορισμούς και δίνει εντολή στους πράκτορές της να δράσουν όπου και όπως μπορούν. Ο κίνδυνος δεν προέρχεται μόνο από οργανωμένες επιχειρήσεις, αλλά και από την πιθανότητα ενεργοποίησης «μοναχικών λύκων», δηλαδή ατόμων εμπνευσμένων από ιρανικές εκκλήσεις εκδίκησης ή από θρησκευτικά διατάγματα.

Οι πρόσφατες αποκαλύψεις για συνωμοσίες σε Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Κατάρ, Ηνωμένο Βασίλειο, Αζερμπαϊτζάν, Σουηδία και Γερμανία χρησιμοποιούνται για να ενισχύσουν το βασικό επιχείρημα: ακόμη κι αν πολλές επιχειρήσεις αποτυγχάνουν ή αποτρέπονται, το πλήθος, η γεωγραφική διασπορά και η ποικιλία των σχεδίων δείχνουν ότι η απειλή είναι πραγματική και διευρυνόμενη.

Αποτροπή μέσω εκδίκησης

Το τελικό συμπέρασμα του Matthew Levitt είναι ότι η ιρανική τρομοκρατία πρέπει να ιδωθεί ως όπλο ενός καθεστώτος που στρατιωτικά αδυνατίζει, αλλά ακριβώς γι’ αυτό μπορεί να γίνει πιο απρόβλεπτο. Όσο περισσότερο η Ισλαμική Δημοκρατία αισθάνεται ότι απειλείται η ίδια της η επιβίωση, τόσο περισσότερο αυξάνεται η πιθανότητα να χρησιμοποιήσει την τρομοκρατία ως μέσο εκδίκησης και πολιτικής αποτροπής.

Το παράδοξο είναι ότι μια τέτοια επίθεση θα μπορούσε να πετύχει είτε προκαλώντας πολιτική φθορά στις Ηνωμένες Πολιτείες είτε, αντίθετα, συσπειρώνοντας το αμερικανικό κοινό γύρω από τον πόλεμο. Όμως ο αρθρογράφος υποστηρίζει ότι, από τη σκοπιά της Τεχεράνης, η απελπισία ίσως υπερισχύει της προσεκτικής στρατηγικής σκέψης. Και ακριβώς γι’ αυτό, καταλήγει, η αμερικανική πλευρά οφείλει να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο με απόλυτη σοβαρότητα.

Αν υποθέσουμε βεβαίως ότι η παρούσα διοίκηση διαθέτει κάτι από αυτήν.

Ολόκληρο το κείμενο (στα αγγλικά) μπορείτε να διαβάσετε εδώ

The Washington Institute
1111 19th Street, NW, Suite 500
Washington, D.C. 20036
Office: (202) 452-0650
http://www.washingtoninstitute.org

Ο Δρ Λέβιτ έχει γράψει εκτενώς για θέματα όπως η τρομοκρατία, η καταπολέμηση του βίαιου εξτρεμισμού, η παράνομη χρηματοδότηση και οι κυρώσεις, η Μέση Ανατολή και οι ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις μεταξύ Αράβων και Ισραηλινών, με άρθρα του να δημοσιεύονται σε επιστημονικά περιοδικά με κριτική επιτροπή, σε περιοδικά πολιτικής και στον Τύπο, μεταξύ των οποίων το Wall Street Journal, το Washington Post, το Foreign Affairs, το Foreign Policy και πολλές άλλες εκδόσεις. Είναι επίσης συχνός καλεσμένος στα εθνικά και διεθνή μέσα ενημέρωσης, καθώς και συγγραφέας αρκετών βιβλίων και μονογραφιών, μεταξύ των οποίων τα Hamas: Politics, Charity and Terrorism in the Service of Jihad (Yale University Press, 2006), Negotiating Under Fire: Preserving Peace Talks in the Face of Terror Attacks (Rowman & Littlefield, 2008) και Hezbollah: The Global Footprint of Lebanon’s Party of God (Georgetown University Press, 2013).