Από το «Εδώ Λονδίνο» στη μάχη της αξιοπιστίας

 «Εδώ Λονδίνο»: Με αυτή τη φράση ξεκινούσαν οι ραδιοφωνικές μεταδόσεις του BBC ανά τον κόσμο στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο χαρακτηριστικός ήχος (ντα-ντα-ντα-ντουουούμ) ήταν έναςηχητικός συνδυασμός που βασιζόταν στον κώδικα Μορς και τη μουσική του Μπετόβεν. Οι πρώτες τέσσερις νότες της 5ης Συμφωνίας είχαν ακριβώς τον ίδιο ρυθμό με το γράμμα V (V for Victory) το οποίο αναπαρίσταται στον κώδικα Μορς ως τελεία-τελεία-τελεία-παύλα.

Ο Ουίνστον Τσόρτσιλ απευθύνεται στην εμπόλεμη χώρα

Το BBC χρησιμοποιούσε αυτόν τον ήχο, παιγμένο συχνά με τύμπανα, ως σήμα έναρξης ή αναμονής πριν από τις ειδήσεις και τις εκπομπές προς την κατεχόμενη Ευρώπη. Οι εκπομπές περιλάμβαναν ειδήσεις, σχόλια, μουσική που ενίσχυαν το ηθικό των πληθυσμών αλλά και κωδικοποιημένα μηνύματα προς τις αντιστασιακές οργανώσεις. Το πιο διάσημο παράδειγμα ήταν οι στίχοι του Paul Verlaine που μεταδόθηκαν προς τη γαλλική αντίσταση για την απόβαση στη Νορμανδία. Ο στίχος «Les sanglots longs des violons de l’automne-Οι μακρόσυτοι λυγμοί των βιολιών του φθινοπώρου» σήμαινε ότι η απόβαση επίκειται, ενώ ο επόμενος στίχος έδινε το σύνθημα για γενικευμένο σαμποτάζ εντός 48 ωρών.

Από τότε πέρασαν δεκαετίες και το γόητρο του εμβληματικού οργανισμού τρώθηκε κατά περιόδους από σφάλματα και σκάνδαλα.

Παραμένει, ωστόσο, ένα από τα ισχυρότερα εργαλεία πολιτιστικής διπλωματίας που διαθέτει η Δύση, ακριβώς επειδή, σε αντίθεση με τα κρατικά μέσα αυταρχικών καθεστώτων, έχει την ικανότητα να εκθέτει δημόσια και τα δικά του σφάλματα. Δεν είναι τυχαίο ότι κάθε φορά που το BBC κάνει ένα σοβαρό λάθος -όπως στην υπόθεση Martin Bashir*- τα ρωσικά μέσα το αναπαράγουν εξαντλητικά, επιχειρώντας να εξισώσουν τη δυτική δημοσιογραφία με την κρατική προπαγάνδα.

Η διαφορά είναι ότι στο BBC οι έρευνες για τα δικά του σκάνδαλα μεταδίδονται από το ίδιο το δίκτυο, ενισχύοντας μακροπρόθεσμα την αξιοπιστία του ως θεσμού που λογοδοτεί.

Παρόλα αυτά, σε μια εποχή γεωπολιτικής πόλωσης, πολέμων πληροφόρησης και μάχης για την αξιοπιστία, το BBC World Service αντιμετωπίζει διαρκή πίεση χρηματοδότησης, αν και ακριβώς σε τέτοιες περιόδους η διεθνής εμβέλειά του είναι πιο πολύτιμη από ποτέ. Η κοινοβουλευτική συζήτηση στη Βρετανία δείχνει ότι το ζήτημα δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως απλή δημοσιονομική εξοικονόμηση αλλά ως πιθανή απώλεια στρατηγικού χώρου.

Η περικοπή ως στρατηγική επιλογή

Η ελληνική απήχηση της συζήτησης ήταν περιορισμένη, παρότι η κατάργηση της ελληνικής υπηρεσίας θα αρκούσε από μόνη της για να θυμίσει τι σημαίνουν τέτοιες περικοπές. Η υπόθεση του BBC World Service δεν είναι μια εσωτερική διαμάχη για τη χρηματοδότηση ενός ακόμη δημόσιου οργανισμού. Είναι ένα μικρό παράθυρο σε μια μεγαλύτερη μετατόπιση: την αργή υποβάθμιση της δυτικής ήπιας ισχύος (soft power)ακριβώς τη στιγμή που το παγκόσμιο πληροφοριακό πεδίο γίνεται πιο εχθρικό, πιο ανταγωνιστικό και πιο στρατηγικό. Η βρετανική Public Accounts Committee (PAC) προειδοποίησε πριν από λίγες ημέρες, τον Μάρτιο του 2026, ότι η χρηματοδότηση του World Service έχει μειωθεί κατά 21% σε πραγματικούς όρους από το 2021–22 έως το 2025–26. Στο ίδιο διάστημα, σύμφωνα με την ίδια έκθεση, Κίνα και Ρωσία επένδυσαν συνδυαστικά περίπου £6–8 δισ. ετησίως σε παγκόσμια μέσα ενημέρωσης. Το report τοποθετεί τον προϋπολογισμό του World Service για το 2025–26 στα £358 εκατ. και συνδέει ευθέως τις περικοπές με κίνδυνο απώλειας εμβέλειας και κοινού.

Ο Τζόρτζ Όργουελ

Η αντίθεση είναι ενδεικτική: Από τη μία, μια υπηρεσία που η ίδια η βρετανική εξωτερική πολιτική θεωρεί πυλώνα κύρους, ασφάλειας και διεθνούς παρουσίας. Από την άλλη, μια δημοσιονομική λογική που συνεχίζει να αντιμετωπίζει τέτοιους θεσμούς ως εύκολες γραμμές περιστολής.

Ακόμη και η πρόσφατη απόφαση της κυβέρνησης Στάρμερ να προσθέσει £11 εκατ. ετησίως για τρία χρόνια στο BBC World Service παρουσιάστηκε περισσότερο ως αποτροπή περαιτέρω φθοράς παρά ως ουσιαστική στρατηγική ανασυγκρότηση. Το Reuters σημείωσε ότι πρόκειται για αύξηση περίπου 8% σε σχέση με την προηγούμενη κρατική συνεισφορά, ενώ ο Guardian παρατήρησε ότι στην πράξη η ενίσχυση αυτή μοιάζει περισσότερο να ακολουθεί τον πληθωρισμό παρά να ανατρέπει τη μεγαλύτερη εικόνα υποχώρησης.

Γιατί το BBC παραμένει εργαλείο ήπιας ισχύος

Η soft power δεν είναι μια αόριστη κατηγορία δημοσίων σχέσεων. Δεν είναι «καλή εικόνα», ούτε απλώς πολιτιστικό prestige. Είναι η ικανότητα ενός κράτους ή ενός πολιτικού μπλοκ να παραμένει ελκυστικό, αξιόπιστο και επιδραστικό έξω από τα σύνορά του μέσω της γλώσσας, της εκπαίδευσης, του πολιτισμού, των μέσων ενημέρωσης και της θεσμικής του ακτινοβολίας.

18 Ιουνίου 1940, ο Ντε Γκωλ καλεί τους Γάλλους σε αντίσταση

Η βρετανική περίπτωση είναι κλασική: το BBC World Service δεν λειτουργεί ως ισχυρό εργαλείο επιρροής επειδή φωνάζει δυνατότερα από τους ανταγωνιστές του, αλλά επειδή για δεκαετίες κατάφερε να ταυτιστεί με μια έννοια δημοσιογραφικής αξιοπιστίας που υπερβαίνει τα στενά όρια της κρατικής επικοινωνίας. Γι’ αυτό και η ίδια η PAC σημειώνει ότι τα trust ratings του BBC παραμένουν υψηλά ακόμη και ενώ οι κρατικοί ανταγωνιστές του ενισχύονται.

Αυτό σημαίνει ότι η περικοπή ενός οργανισμού όπως το World Service δεν είναι μια ουδέτερη λογιστική πράξη, αλλά στρατηγική απόφαση με γεωπολιτικές συνέπειες.

Το Reuters υπενθύμισε ότι το BBC World Service εκπέμπει σήμερα σε 43 γλώσσες, έχει εβδομαδιαίο κοινό άνω των 300 εκατομμυρίων και ότι πάνω από το 70% αυτού του κοινού βρίσκεται σε περιοχές με περιορισμένη ελευθερία των ΜΜΕ. Μιλάμε, δηλαδή, για έναν θεσμό που δρα ακριβώς εκεί όπου η αξιόπιστη πληροφόρηση είναι σπανιότερη και συνεπώς πολιτικά πιο πολύτιμη.

Ο τραμπισμός και η αμερικανική αποεπένδυση

Η βρετανική συζήτηση, ωστόσο, είναι μόνο μέρος της εικόνας. Αν δει κανείς τη Δύση συνολικά, δεν θα βρει έναν ενιαίο λογαριασμό «soft power», αλλά αρκετά στοιχεία που δείχνουν ότι οι βασικοί δυτικοί φορείς επιρροής είτε λειτουργούν με πίεση είτε διασπείρονται σε πολλά, ασύνδετα κέντρα. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, για παράδειγμα, το επίσημο αίτημα προϋπολογισμού του USAGM για το FY2025 ήταν $950 εκατ., εκ των οποίων περίπου $940,3 εκατ. αφορούσαν διεθνή ραδιοτηλεοπτική δραστηριότητα.

Αν ανοίξει κανείς όμως το κάδρο προς τη συνολική Δημόσια Διπλωματία, η αμερικανική Advisory Commission on Public Diplomacy κατέγραψε για το FY2024 περίπου $2,43 δισ. σε δημόσια διπλωματία και εκπομπή ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών προγραμμάτων διεθνώς (international broadcasting). Οι ΗΠΑ, λοιπόν, δεν έχουν αποσυρθεί από το πεδίο. Αυτό που φαίνεται περισσότερο είναι μια ασταθής πολιτική βούληση να το υπερασπιστούν ως μόνιμη στρατηγική προτεραιότητα.

Αυτό έγινε ακόμη πιο φανερό με την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ. Από τις πρώτες κιόλας ημέρες της νέας του προεδρίας, ο Τραμπ δεν αρκέστηκε σε μια γενική ρητορική αναδίπλωσης. Με το διάταγμα της 20ής Ιανουαρίου 2025 για την «επανεκτίμηση και ευθυγράμμιση» της αμερικανικής ξένης βοήθειας, έθεσε υπό συνολική αναθεώρηση το πλέγμα εξωτερικής χρηματοδότησης των ΗΠΑ στο όνομα του America First.

Ακολούθησαν παύσεις και αναστολές στη χρηματοδότηση της εξωτερικής βοήθειας, πιέσεις στην USAID, καθώς και ευρύτερη προσπάθεια περικοπής προγραμμάτων που επί δεκαετίες λειτουργούσαν όχι μόνο ως εργαλεία ανάπτυξης, αλλά και ως μηχανισμοί αμερικανικής θεσμικής παρουσίας και επιρροής.

Η πιο χαρακτηριστική όμως κίνηση ήρθε τον Μάρτιο του 2025, όταν ο Τραμπ υπέγραψε το διάταγμα για τη συνέχιση της «μείωσης της ομοσπονδιακής γραφειοκρατίας», στο οποίο περιλαμβανόταν ρητά το USAGM  -ο οργανισμός που εποπτεύει τη Voice of America, τη Radio Free Europe/Radio Liberty και τη Radio Free Asia.

Η κίνηση αυτή δεν είχε μόνο συμβολικό χαρακτήρα. Οδήγησε σε μαζικές άδειες προσωπικού, σχεδόν παρέλυσε τη VOA και προκάλεσε δικαστική αντίδραση, με ομοσπονδιακό δικαστή να υπενθυμίζει ότι αυτά τα μέσα έχουν κατοχυρωθεί από το Κογκρέσο ακριβώς ως εργαλεία εξαγωγής αμερικανικών αξιών, όπως η ελευθερία του λόγου και του Τύπου.

Με άλλα λόγια, ο τραμπισμός δεν υποτίμησε απλώς την αμερικανική soft power. Επιχείρησε να αποδιαρθρώσει θεσμικά μερικούς από τους ιστορικότερους φορείς της.

Και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή δείχνει ότι η κρίση της δυτικής «ήπιας ισχύος» δεν προέρχεται μόνο από εξωτερική πίεση, αλλά και από εσωτερική ιδεολογική αμφισβήτηση.

Για τον Τραμπ, η διεθνής ενημέρωση, η αναπτυξιακή βοήθεια, οι πολυμερείς συνεισφορές και ακόμη και οι πολιτισμικοί θεσμοί, όπως φάνηκε και από την παρέμβασή του στο Smithsonian, δεν αντιμετωπίζονται ως μακροπρόθεσμα αποθέματα κύρους, αλλά ως πεδία που πρέπει να πειθαρχήσουν στις άμεσες πολιτικές προτεραιότητες του εθνικού εκτελεστικού κέντρου.

Έτσι, ο τραμπισμός δεν είναι απλώς μια πιο «εθνικιστική» εξωτερική πολιτική. Είναι και μια μορφή εσωτερικής αποεπένδυσης από τα ίδια τα εργαλεία μέσω των οποίων οι Ηνωμένες Πολιτείες οικοδόμησαν επί δεκαετίες την παγκόσμια ελκυστικότητα και τη θεσμική τους ακτινοβολία.

Η Ευρώπη έχει κύρος, όχι ενιαία στρατηγική

Στην Ευρώπη, το πρόβλημα είναι διαφορετικό. Η ευρωπαϊκή soft power δεν είναι ούτε ανύπαρκτη ούτε αμελητέα αλλά διάχυτη. Το Erasmus+ μόνο του διαθέτει προϋπολογισμό €26,2 δισ. για την περίοδο 2021–2027, συν περίπου €2,2 δισ. από τα εξωτερικά μέσα της ΕΕ. Πρόκειται για ένα από τα ισχυρότερα εργαλεία κοινωνικής, μορφωτικής και πολιτισμικής ελκυστικότητας που παρήγαγε ποτέ η Ευρωπαϊκή Ένωση.

Όμως το Erasmus δεν είναι BBC, ούτε VOA, ούτε διεθνές δίκτυο άμεσης ενημέρωσης. Χτίζει μακρόχρονη επιρροή, όχι ταχεία παρουσία σε πεδία πληροφοριακού ανταγωνισμού. Αυτή είναι ίσως η βαθύτερη ευρωπαϊκή αδυναμία: πολλά assets, λιγότερη στρατηγική συνοχή.

Το ίδιο φαίνεται και στο βρετανικό μοντέλο αν κοιτάξει κανείς πέρα από το BBC. Το British Council, ο άλλος κλασικός πυλώνας βρετανικής soft power, προβλέπει για το 2024–25 κρατική ενίσχυση £162,5 εκατ. από το FCDO και συνολικό εισόδημα £1,0475 δισ.

Το γεγονός ότι ένα ίδρυμα τέτοιας ιστορικής βαρύτητας στηρίζεται σε σχετικά περιορισμένη άμεση κρατική χρηματοδότηση δείχνει κάτι ευρύτερο: η Βρετανία εξακολουθεί να αποδίδει soft power πάνω από το δημοσιονομικό της βάρος, αλλά ακριβώς γι’ αυτό η σταδιακή φθορά τέτοιων θεσμών γίνεται πιο επικίνδυνη. Όταν η επιρροή σου στηρίζεται σε συσσωρευμένο θεσμικό κύρος δεκαετιών, μπορείς για ένα διάστημα να ζεις από την αδράνεια αυτού του αποθέματος. Δεν μπορείς, όμως, να το κάνεις επ’ άπειρον.

Το κινεζικό και ρωσικό σκέλος της σύγκρισης χρειάζεται μεγαλύτερη προσοχή, γιατί -προφανώς- εδώ τα δεδομένα είναι πιο αδιαφανή. Η πιο ασφαλής διατύπωση παραμένει εκείνη της PAC: Κίνα και Ρωσία μαζί δαπανούν £6–8 δισ. ετησίως σε global media.

Πέρα από αυτό, οι απόλυτα ακριβείς και πλήρως συγκρίσιμοι λογαριασμοί είναι δυσκολότεροι. Το British Council σημειώνει ρητά ότι για Κίνα και Ρωσία υπάρχουν μόνο μερικά δεδομένα και ότι η αξιοπιστία τους δεν μπορεί να θεωρηθεί πλήρως εξασφαλισμένη. Αυτό είναι κρίσιμο, γιατί αποτρέπει την εύκολη αλλά παραπλανητική πρακτική να παρατάσσει κανείς μεγάλα, ασαφή νούμερα σαν να είναι άμεσα συγκρίσιμα με τους δυτικούς δημόσιους προϋπολογισμούς.

Παρά ταύτα, η μεγάλη εικόνα δεν αλλάζει. Το report Trends in Soft Power 2020–2025 του British Council δείχνει ότι η Κίνα επενδύει την επιρροή της όχι μόνο στα media, αλλά σε ένα ευρύτερο σύμπλεγμα πολιτιστικής παρουσίας, εκπαιδευτικών δομών, διπλωματίας και «συνεργασιών για την ανάπτυξη».

Γι’ αυτό και τα συνολικά μεγέθη που προκύπτουν σε ορισμένα μοντέλα μέτρησης είναι πολύ υψηλά: δεν αφορούν μόνο «ραδιοτηλεόραση» αλλά ένα υβριδικό οικοσύστημα κρατικής εξωστρέφειας. Με άλλα λόγια, το Πεκίνο δεν επενδύει απλώς σε προπαγάνδα αλλά σε διαρκή γεωπολιτική παρουσία.

Το κενό της Δύσης δεν μένει ποτέ κενό

Αν κάτι αποκαλύπτει η υπόθεση του BBC, είναι ακριβώς αυτή η διαφορά νοοτροπίας. Οι αυταρχικοί ανταγωνιστές της Δύσης αντιμετωπίζουν την πληροφορία, την εικόνα, την πολιτιστική εμβέλεια και τη διεθνή γλωσσική παρουσία ως οργανικό τμήμα της κρατικής ισχύος. Στον δυτικό κόσμο, αντιθέτως, οι ίδιοι αυτοί θεσμοί συχνά υμνούνται πολιτικά αλλά υποβαθμίζονται διοικητικά.

Όλοι μιλούν για την αξία της αξιοπιστίας, της ανεξάρτητης ενημέρωσης, της παιδείας, των πολιτιστικών δεσμών. Όταν όμως έρχεται η ώρα των προϋπολογισμών, όλα αυτά μετατρέπονται εύκολα σε «ήπιες» δαπάνες, άρα και σε εύκολους στόχους.

Η Δύση εξακολουθεί να διαθέτει θεσμούς με βαρύτητα, πανεπιστήμια με παγκόσμια ακτινοβολία, πολιτιστικά δίκτυα, μέσα ενημέρωσης που αναγνωρίζονται ως πιο αξιόπιστα από τους ανταγωνιστές τους, και προγράμματα όπως το Erasmus που συντηρούν δεσμούς γενεών. Αυτό που μοιάζει να φθείρεται είναι  η βούληση να το ανανεώνει -σα να εξοικειώνεται, αργά αλλά σταθερά, με τη συρρίκνωση.

Γι’ αυτό η υπόθεση του BBC World Service δεν είναι στενά βρετανική αλλά δυτική. Το θέμα δεν είναι αν τέτοιοι θεσμοί «κοστίζουν πολύ», αλλά αν οι φιλελεύθερες δημοκρατίες έχουν καταλάβει ακόμη τι κοστίζει η εγκατάλειψή τους.

Σε έναν κόσμο όπου το πληροφοριακό πεδίο είναι ήδη γεωπολιτικό πεδίο μάχης, το κενό δεν μένει ποτέ κενό. Κάποιος το καλύπτει. Και συνήθως το καλύπτει εκείνος που είχε αποφασίσει εγκαίρως ότι η επιρροή δεν είναι πολυτέλεια, αλλά κρατική υποδομή.

* Η υπόθεση Martin Bashir αφορά έναν από τους μεγαλύτερους δημοσιογραφικούς κλυδωνισμούς στη Μεγάλη Βρετανία, ο οποίος επικεντρώνεται στον δόλιο τρόπο με τον οποίο ο πρώην δημοσιογράφος του BBC εξασφάλισε την ιστορική συνέντευξη της Πριγκίπισσας Νταϊάνα το 1995 στην εκπομπή “Panorama”. 

Η κεντρική φωτογραφία είναι προϊόν Τεχνητής Νοημοσύνης