Η πιο ενδιαφέρουσα αντιπολίτευση στη Ρωσία σήμερα δεν βρίσκεται μόνο στους εξόριστους, στους φιλελεύθερους ή στους αντικαθεστωτικούς που καταγγέλλουν τον πόλεμο αλλά μέσα στον ίδιο τον χώρο που γέννησε, νομιμοποίησε και στήριξε τον πουτινισμό: στον κόσμο των αυτοκρατορικών εθνικιστών, των στρατιωτικών μπλόγκερ, των «Ζ-πατριωτών», των ιδεολόγων της ρωσικής αποστολής και των υποστηρικτών ενός πολέμου χωρίς όρια. Δεν αμφισβητούν τον Πούτιν επειδή οδήγησε τη Ρωσία στον πόλεμο αλλά επειδή, κατά τη γνώμη τους, δεν τον διεξάγει αρκετά ολοκληρωτικά.

Η αντιπολίτευση αυτή δεν είναι φιλελεύθερη, δημοκρατική ή ειρηνιστική. Δεν ζητά επιστροφή στη νομιμότητα, σεβασμό των συνόρων ή άνοιγμα προς τη Δύση. Αντίθετα, θεωρεί ότι η Ρωσία βρίσκεται σε υπαρξιακό πόλεμο με την Ευρώπη και τη Δύση, ότι η Ουκρανία είναι μόνο το πρώτο μέτωπο, και ότι κάθε δισταγμός ισοδυναμεί με ιστορική προδοσία. Για αυτούς, το πρόβλημα του Πούτιν δεν είναι ο αυταρχισμός του αλλά η επιφυλακτικότητά του.

Η αντιπολίτευση από τα δεξιά του Κρεμλίνου

Το παράδοξο (;) είναι ότι ο Πούτιν υπήρξε ο μεγάλος δημιουργός αυτής της γλώσσας. Για χρόνια οικοδόμησε τη νομιμοποίησή του πάνω στην ιδέα της ταπεινωμένης Ρωσίας που επιστρέφει, της Δύσης που επιβουλεύεται τον ρωσικό κόσμο, της ιστορικής αποστολής απέναντι στην «παρακμή» της Ευρώπης.

Οι «δικοί του» δεν σταματούν να το επαναλαμβάνουν: Ο Σερ­γκέι Λαβρόφ σε μια ομι­λία που εκφώ­νησε στις 24 Απρι­λίου, σε ετήσια συνάντηση μη κυβερ­νη­τι­κών οργα­νώ­σεων στη Μόσχα δήλωσε ότι η «συλ­λο­γική Δύση», παρά τις όποιες εσω­τε­ρι­κές αντι­θέσεις της επί προ­ε­δρίας Τραμπ, βρίσκε­ται σε πόλεμο με τη χώρα του, χρη­σι­μο­ποι­ώ­ντας ως «αιχμή του δόρα­τος» την Ουκρα­νία και ότι αυτό μάλ­λον δεν θα αλλάξει γρήγορα.

Την ίδια ώρα, την πρόθεση της Ρωσίας να εμμείνει σε μια επιθετική στάση απέναντι στην Ευρώπη πιστοποίησε στις 15 Απριλίου ο πρώην Ρώσος πρόεδρος Ντμίτρι Μεντβέντεφ και νυν αναπληρωτής πρόεδρος του Συμβουλίου Ασφαλείας της Ρωσίας, αναφέροντας χαρακτηριστικά στην πλατφόρμα Χ πως «η δήλωση του ρωσικού Υπουργείου Άμυνας πρέπει να εκληφθεί κυριολεκτικά: ο κατάλογος των ευρωπαϊκών εγκαταστάσεων που κατασκευάζουν μη επανδρωμένα αεροσκάφη και άλλο εξοπλισμό είναι ένας κατάλογος πιθανών στόχων για τις ρωσικές ένοπλες δυνάμεις. Το πότε οι επιθέσεις θα γίνουν πραγματικότητα εξαρτάται από το τι θα ακολουθήσει. Κοιμηθείτε ήσυχα, Ευρωπαίοι εταίροι!», κατέληξε ο ίδιος.

Όμως κάθε τέτοια ιδεολογία έχει μια εσωτερική δυναμική: αργά ή γρήγορα παράγει ανθρώπους που τη λαμβάνουν πιο σοβαρά από τον ίδιο τον ηγέτη που τη χρησιμοποιεί.

Η ρωσική εθνικιστική δεξιά δεν λειτουργεί ως ενιαίο κόμμα. Είναι ένα οικοσύστημα. Περιλαμβάνει παλαιούς αυτοκρατορικούς διανοουμένους, στρατιωτικούς σχολιαστές, κανάλια Telegram, πρώην αξιωματικούς, φιλοπολεμικούς δημοσιογράφους, ανθρώπους με επαφές στον στρατό και στις υπηρεσίες ασφαλείας, καθώς και προσωπικότητες που κινούνται ανάμεσα στην προπαγάνδα και την πραγματική πολιτική πίεση. Άλλοι ζητούν γενική επιστράτευση. Άλλοι ζητούν πλήγματα κατά χωρών του ΝΑΤΟ. Άλλοι μιλούν για πυρηνική κλιμάκωση. Άλλοι θέλουν «κάθαρση» της στρατιωτικής ηγεσίας, πάταξη της διαφθοράς και πλήρη μετατροπή της Ρωσίας σε πολεμικό κράτος.

Δεν είναι όλοι ίδιοι. Τους ενώνει όμως ένα κοινό αίσθημα: ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία δεν μπορεί πια να κερδηθεί με «ημίμετρα». Η «ειδική στρατιωτική επιχείρηση», με τον περιορισμένο της χαρακτήρα, έχει απονομιμοποιηθεί στα μάτια τους. Η ίδια η ονομασία ακούγεται πλέον σχεδόν προσβλητική για όσους πιστεύουν ότι η Ρωσία διεξάγει πόλεμο επιβίωσης. Το ερώτημά τους είναι ωμό: πότε θα αρχίσουμε να πολεμάμε πραγματικά;

Η αποτυχία της περιορισμένης αυτοκρατορίας

Η ανάρτηση σε ένα από τα πλέον δημοφιλή κανάλια στο telegram (το κανάλι του Οραματιστή) συμπυκνώνει αυτό το ρεύμα σε σχεδόν αποκαλυπτική μορφή. Η Ευρώπη παρουσιάζεται ως ενιαίος υπαρξιακός εχθρός. Η στρατιωτική ενίσχυση της Ουκρανίας, η αύξηση των ευρωπαϊκών αμυντικών δαπανών και η συζήτηση για πυρηνική αποτροπή μεταφράζονται σε ένα απλό σχήμα: η Ευρώπη ετοιμάζεται να επιτεθεί στη Ρωσία. Από εκεί προκύπτει το επόμενο βήμα: επειδή η Ευρώπη έχει μεγαλύτερο πληθυσμό, οικονομία και βιομηχανική βάση, η Ρωσία δεν μπορεί να την αντιμετωπίσει συμβατικά. Άρα ο πόλεμος, αν έρθει, πρέπει να γίνει αμέσως πυρηνικός.

Αυτό δεν είναι απλώς πολεμική υπερβολή. Είναι μια ολόκληρη λογική στρατηγικής απελπισίας. Η αυτοκρατορική Ρωσία θέλει να εμφανίζεται ως μεγάλη δύναμη, αλλά ο πόλεμος στην Ουκρανία αποκάλυψε τα όρια της συμβατικής της ισχύος. Αν η Ρωσία δεν μπορεί να νικήσει γρήγορα την Ουκρανία, πώς θα επιβάλει τη βούλησή της στην Ευρώπη; Η απάντηση των πυρηνικών γερακιών είναι να μετατρέψουν την αδυναμία σε απειλή: ακριβώς επειδή η Ρωσία είναι ασθενέστερη οικονομικά και δημογραφικά, πρέπει να κάνει αξιόπιστη την απειλή της πυρηνικής χρήσης.

Ο Σεργκέι Καραγκάνοφ είναι κεντρικό πρόσωπο σε αυτή τη συζήτηση. Εδώ και χρόνια υποστηρίζει ότι η Ρωσία πρέπει να «αποκαταστήσει» τον φόβο της πυρηνικής αποτροπής, ακόμη και εξετάζοντας περιορισμένα πυρηνικά πλήγματα κατά της Ευρώπης. Η σημασία του δεν είναι ότι εκφράζει επίσημη πολιτική αλλά ότι δίνει θεωρητική νομιμοποίηση σε μια ιδέα που κινείται στα όρια του αδιανόητου: πως η πυρηνική απειλή δεν είναι έσχατο μέσο αποτροπής, αλλά εργαλείο πολιτικής νίκης.

Ο Πούτιν ως εμπόδιο

Και εδώ βρισκόμαστε μπροστά σε μια ενδιαφέρουσα μετατόπιση. Για χρόνια, ο Πούτιν παρουσιαζόταν ως ο εκφραστής της ρωσικής αποφασιστικότητας. Τώρα, σε τμήματα του φιλοπολεμικού χώρου, αρχίζει να εμφανίζεται ως το εμπόδιο. Όχι επειδή είναι επικίνδυνος, αλλά επειδή δεν είναι αρκετά επικίνδυνος. Όχι επειδή απειλεί την Ευρώπη, αλλά επειδή δεν την απειλεί πειστικά. Όχι επειδή κατέστρεψε τη ρωσική κανονικότητα, αλλά επειδή δεν την κατέστρεψε αρκετά ώστε να κινητοποιήσει όλες τις δυνάμεις του κράτους.

Αυτό δεν σημαίνει ότι υπάρχει οργανωμένο πραξικόπημα ή συγκροτημένο «κόμμα πολέμου» έτοιμο να τον ανατρέψει. Η εμπειρία του Πριγκόζιν έδειξε τόσο τη δύναμη όσο και τα όρια αυτής της εθνικιστικής πίεσης. Οι υπερπατριώτες μπορούν να εκφράσουν οργή, να κινητοποιήσουν ακροατήρια, να εκθέσουν στρατιωτικές αποτυχίες, να διαμορφώσουν κλίμα.

Δεν έχουν όμως ενιαία ηγεσία, θεσμική συνοχή ή ασφαλή πρόσβαση στην εξουσία. Όταν ξεπερνούν τα όρια, το κράτος τούς συνθλίβει.

Αλλά η σημασία τους δεν είναι μόνο οργανωτική αλλά πολιτισμική και ψυχολογική. Μετακινούν το κέντρο βάρους του αποδεκτού λόγου. Αυτό που χθες ακουγόταν ακραίο, σήμερα συζητείται ως πιθανή επιλογή.

Η γενική επιστράτευση, τα πλήγματα σε ευρωπαϊκές υποδομές, η αλλαγή πυρηνικού δόγματος, η ανάθεση εξουσίας σε πιο «αποφασιστικό» στρατιωτικό διοικητή — όλα αυτά δεν είναι απλώς φαντασιώσεις περιθωρίου.

Είναι πιέσεις προς το Κρεμλίνο να αποδείξει ότι δεν φοβάται την ίδια του τη ρητορική.

Η λατρεία της «πραγματικής πολεμικής κατάστασης»

Η δεύτερη τάση είναι η απαίτηση για ολική πολεμική κινητοποίηση. Η φράση «να πολεμήσουμε πραγματικά» έχει ιδιαίτερο βάρος στη ρωσική στρατιωτική και ιστορική φαντασία. Σημαίνει μαζική επιστράτευση, οικονομία πολέμου, μεγαλύτερες θυσίες, λιγότερη ανοχή στην εσωτερική κριτική, σκληρότερη διοίκηση, ενδεχομένως και αποδοχή τεράστιων απωλειών ως φυσιολογικού κόστους της ιστορίας.

Αυτή η τάση πατά σε μια πραγματική στρατιωτική δυσκολία. Η Ουκρανία έχει μετατρέψει το πεδίο μάχης σε χώρο μεγάλης διαφάνειας, όπου drones, αισθητήρες, πυροβολικό ακριβείας και επιθέσεις σε βάθος κάνουν τις μεγάλες συμβατικές κινήσεις εξαιρετικά δαπανηρές. Η ρωσική απάντηση των σκληροπυρηνικών είναι σχεδόν αρχαϊκή: περισσότερες μονάδες εφόδου, περισσότερα κύματα ανθρώπων, μεγαλύτερη πίεση μέχρι να σπάσει η ουκρανική άμυνα. Η τεχνολογική επανάσταση αναγνωρίζεται, αλλά δεν αλλάζει το βασικό ένστικτο. Αν το «τείχος των drones» σταματά το πρώτο κύμα, τότε πρέπει να υπάρξει δεύτερο, τρίτο, τέταρτο.

Αυτό είναι το πιο σκοτεινό στοιχείο αυτής της αντιπολίτευσης αφού δεν αντιμάχεται την κρατική βία, “απλώς” την θεωρεί ανεπαρκή. Δεν λυπάται τη ρωσική κοινωνία αφού την αναγνωρίζει ως υλικό ιστορικής αποστολής. Δεν βλέπει τον πόλεμο ως αποτυχία επειδή σκοτώνει πολλούς ανθρώπους, αλλά επειδή δεν σκοτώνει αρκετά αποφασιστικά για να φέρει νίκη.

Η πυρηνική ρητορική ως εσωτερική πολιτική

Η πυρηνική απειλή έχει και εξωτερικό και εσωτερικό ακροατήριο. Προς τη Δύση, επιδιώκει να αναβιώσει τον φόβο: Να πείσει Ευρωπαίους και Αμερικανούς ότι η βοήθεια προς την Ουκρανία μπορεί να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτη κλιμάκωση. Προς το εσωτερικό, όμως, λειτουργεί ως τεστ αποφασιστικότητας.

Όποιος διστάζει να μιλήσει για πυρηνική χρήση εμφανίζεται ως αδύναμος, δυτικόφιλος ή αιχμάλωτος μιας παλιάς λογικής αυτοσυγκράτησης.

Η αναθεώρηση του ρωσικού πυρηνικού δόγματος το 2024, με χαμηλότερο όριο χρήσης υπό ορισμένες συνθήκες, αντί να κλείσει αυτή τη συζήτηση την τροφοδότησε. Για τους σκληροπυρηνικούς, κάθε αναθεώρηση που δεν συνοδεύεται από έμπρακτη απειλή είναι ανεπαρκής. Η αποτροπή, λένε, έχει αποτύχει αν οι Ευρωπαίοι δεν φοβούνται. Άρα πρέπει να ξαναμάθουν να φοβούνται. Πρόκειται για μια «γλώσσα»επικίνδυνη αφού παρουσιάζει την πυρηνική κλιμάκωση όχι ως αποτυχία της στρατηγικής, αλλά ως αποκατάσταση της φυσικής τάξης των πραγμάτων.

Το «παράλληλο κέντρο» και ο φόβος της διπλής εξουσίας

Στις αναρτήσεις τέτοιου είδους καναλιών στο telegram, η αναφορά σε «παράλληλο κέντρο εξουσίας» είναι επίσης αποκαλυπτική. Στη ρωσική πολιτική παράδοση, η ιδέα της διπλής εξουσίας είναι φορτισμένη. Παραπέμπει σε στιγμές όπου η κρατική νομιμότητα θρυμματίζεται και διαφορετικά κέντρα διεκδικούν το δικαίωμα να εκφράσουν τη «σωτηρία» της Ρωσίας. Στο σημερινό πλαίσιο, η φαντασίωση αυτή δεν σημαίνει αναγκαστικά θεσμική συνωμοσία αλλά ότι μέρος του εθνικιστικού χώρου φαντάζεται μια εξουσία πιο αυθεντική από την επίσημη: πιο πολεμική, πιο ιστορική, πιο αδίστακτη.

Αυτό είναι και το πρόβλημα για τον Πούτιν. Ο ίδιος δημιούργησε ένα καθεστώς όπου η νομιμοποίηση προέρχεται από την ισχύ. Αν η ισχύς δεν παράγει νίκη, τότε η νομιμοποίηση αποδυναμώνεται. Ένας μετριοπαθής Πούτιν δεν είναι χρήσιμος στους φιλελεύθερους, γιατί παραμένει αυταρχικός και επιθετικός. Αλλά ένας διστακτικός Πούτιν παύει να είναι χρήσιμος και στους υπερπατριώτες, γιατί δεν εκπληρώνει τον μύθο που ο ίδιος καλλιέργησε.

Η καταστολή των ίδιων των πιστών

Το Κρεμλίνο γνωρίζει τον κίνδυνο και γι΄ αυτό η καταστολή δεν αφορά πλέον μόνο αντιπολεμικές φωνές ή φιλελεύθερους αντιπάλους. Αγγίζει και φιλοπολεμικούς μπλόγκερ, Ζ-πατριώτες, πρόσωπα που υπήρξαν χρήσιμα στο καθεστώς αλλά απέκτησαν υπερβολική αυτονομία. Η πίστη στον πόλεμο δεν αποτελεί πλέον εγγύηση προστασίας. Το μόνο απολύτως ασφαλές κριτήριο είναι η πίστη στην ιεραρχία.

Αυτό δημιουργεί μια λεπτή ισορροπία. Το Κρεμλίνο χρειάζεται τους υπερπατριώτες για να συντηρεί το πολεμικό πάθος, να πιέζει την κοινωνία προς μεγαλύτερες θυσίες και να παρουσιάζει τον Πούτιν ως κέντρο ανάμεσα σε «προδότες» και «ακραίους». Ταυτόχρονα τους φοβάται, επειδή μπορούν να αποκαλύψουν στρατιωτικές αποτυχίες, να επιτεθούν στη διαφθορά, να απαιτήσουν συνέπεια ανάμεσα στη ρητορική και την πράξη.

Η Ρωσία αιχμάλωτη του μύθου της

Η τάση αυτή δεν σημαίνει ότι η Ρωσία βαδίζει αναπόφευκτα προς πυρηνικό πόλεμο. Οι αναρτήσεις όπως αυτή από το «Κανάλι του Οραματιστή» είναι φοβιστική ακριβώς επειδή παρουσιάζει ως αναπόφευκτο κάτι που παραμένει πολιτική επιλογή.

Όμως αποτυπώνει κάτι πραγματικό: τη διάχυση μιας νοοτροπίας στην οποία ο κόσμος ερμηνεύεται ως τελική αναμέτρηση, ο συμβιβασμός ως προδοσία, η αυτοσυγκράτηση ως παρακμή και η καταστροφή ως κάθαρση.

Αυτή είναι η εσωτερική παγίδα του πουτινισμού. Για να νομιμοποιήσει τον πόλεμο, μίλησε στη γλώσσα της ιστορικής αποστολής. Για να αντέξει τις αποτυχίες του πολέμου, επιστράτευσε ακόμη περισσότερη υπαρξιακή ρητορική. Τώρα, όμως, η ίδια γλώσσα επιστρέφει εναντίον του.

Αν η Ρωσία πολεμά πραγματικά για την επιβίωσή της, γιατί δεν κινητοποιείται πλήρως; Αν η Ευρώπη είναι υπαρξιακός εχθρός, γιατί δεν απειλείται με τρόπο που να την παραλύσει; Αν ο πόλεμος είναι ιερός, γιατί διεξάγεται με λογιστικούς περιορισμούς;

Η αντιπολίτευση του «ρωσικού μεγαλείου», εκείνη που λέει «δεν αρχίσαμε ακόμη», δεν προσφέρει φυσικά διέξοδο από τον πόλεμο αλλά μόνο βαθύτερη βύθιση σε αυτόν. Είναι η φωνή μιας αυτοκρατορικής ιδέας που, όταν συναντά την πραγματικότητα, δεν αναθεωρεί τον εαυτό της αλλά ζητά περισσότερη βία σπρώχνοντας διαρκώς το επιτρεπτό προς το ακραίο.

Πηγές

  1. Για την ύπαρξη και τη δράση των Ρώσων υπερεθνικιστών, των Ζ-πατριωτών και των φιλοπολεμικών κύκλων ως άτυπου αλλά επιδραστικού οικοσυστήματος: Carnegie Endowment, ανάλυση για τους Ρώσους εθνικιστές και τον πόλεμο στην Ουκρανία· επίσης Carnegie Politika για το γιατί οι υπερπατριώτες δεν συγκροτούν ενιαία απειλή τύπου κόμματος για το Κρεμλίνο.
  2. Για την πίεση των Ρώσων εθνικιστών προς τον Πούτιν να συνεχίσει ή να κλιμακώσει τον πόλεμο, καθώς και για τη σημασία των Ζ-πατριωτών ως φιλοπολεμικής δεξιάς πίεσης: Reuters, Μάιος 2025.
  3. Για τη ρητορική Καραγκάνοφ υπέρ της «αποκατάστασης» της πυρηνικής αποτροπής και για τις εισηγήσεις περί περιορισμένης πυρηνικής χρήσης κατά της Ευρώπης: κείμενα του ίδιου του Καραγκάνοφ στο Russia in Global Affairs και ανάλυση στο Bulletin of the Atomic Scientists.
  4. Για την αναθεώρηση του ρωσικού πυρηνικού δόγματος και τη μείωση του κατωφλίου πυρηνικής χρήσης μετά την κλιμάκωση του πολέμου στην Ουκρανία: Associated Press, Νοέμβριος 2024.
  5. Για τη συζήτηση περί ευρωπαϊκής ανάληψης μεγαλύτερου βάρους στον πόλεμο της Ουκρανίας, το δάνειο των 90 δισ. ευρώ και την αντίληψη ότι ο πόλεμος γίνεται όλο και περισσότερο «ευρωπαϊκός»: Reuters, Wall Street Journal και Atlantic Council.
  6. Για τις δηλώσεις Τούσκ περί πιθανής ρωσικής επίθεσης σε χώρα του ΝΑΤΟ σε ορίζοντα «μηνών» και την αμφιβολία για την αμερικανική αξιοπιστία στο άρθρο 5: Reuters και Financial Times.
  7. Για τις γαλλοπολωνικές συζητήσεις/ασκήσεις υπό το πλαίσιο πυρηνικής αποτροπής και τη γαλλική προσπάθεια να δώσει «ευρωπαϊκή διάσταση» στη δική της αποτροπή: Xinhua και γαλλική διπλωματική ανακοίνωση για την ομιλία Μακρόν περί πυρηνικής αποτροπής.
  8. Για την κριτική του στρατηγού Γιούρι Μπαλουέφσκι περί ανάγκης να «πολεμήσει πραγματικά» η Ρωσία και την ένταξή της σε ευρύτερη φιλοπολεμική πίεση: Russia Matters και ρωσική φιλοστρατιωτική κάλυψη στο TopWar.
  9. Για την καταστολή ακόμη και φιλοπολεμικών ή πιστών Ζ-bloggers και την απώλεια ασυλίας όσων στηρίζουν τον πόλεμο αλλά κριτικάρουν το σύστημα: Carnegie Politika, Δεκέμβριος 2025.
  10. Για την ένταση της ρωσικής λογοκρισίας και του ελέγχου του διαδικτύου ως ένδειξη αδυναμίας και ανάγκης ελέγχου των αφηγήσεων εν καιρώ πολέμου: Institute for the Study of War, Φεβρουάριος 2026.
  11. Για την περίπτωση Ιλία Ρεμέσλο, φιλοκρεμλινικού μπλόγκερ που στράφηκε ανοιχτά κατά του Πούτιν, ως σύμπτωμα ρωγμών εντός του ίδιου του πιστού περιβάλλοντος: The Moscow Times και The Guardian, Μάρτιος 2026.

Η κεντρική φωτογραφία είναι προϊόν ΑΙ