Το άρθρο των Rachel Oswald και John Haltiwanger στο Foreign Policy για τον Pete Hegseth δεν εξετάζει απλώς έναν ακόμη Αμερικανό υπουργό Άμυνας που μιλά δημόσια για την πίστη του. Περιγράφει τη μεταφορά μιας ανοιχτά χριστιανοεθνικιστικής και σχεδόν αποκαλυπτικής γλώσσας στον πυρήνα του αμερικανικού στρατιωτικού μηχανισμού.

Αφορμή είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Hegseth μίλησε για τη διάσωση Αμερικανού πιλότου στο Ιράν, χρησιμοποιώντας σχήματα που παρέπεμπαν ευθέως στον θάνατο, την ταφή και την ανάσταση του Χριστού.

Το άρθρο υποστηρίζει ότι δεν πρόκειται για στιγμιαία ρητορική υπερβολή, αλλά για σύμπτωμα μιας σταθερής ιδεολογικής στάσης: της προσπάθειας να ενταχθεί η αμερικανική στρατιωτική ισχύς σε ένα ευρύτερο αφήγημα θρησκευτικής αποστολής.

Αυτό ακριβώς είναι που κάνει την περίπτωση Hegseth ιδιαιτέρως κρίσιμη. Στην αμερικανική πολιτική παράδοση δεν είναι ασυνήθιστο αξιωματούχοι να επικαλούνται τον Θεό ή να χρησιμοποιούν θρησκευτική γλώσσα, ιδίως σε περιόδους πολέμου. Εδώ, όμως, το επιχείρημα του άρθρου είναι ότι ο Hegseth δεν περιορίζεται σε μια γενική ή συμβολική αναφορά στην πίστη.

Μεταφέρει στο Πεντάγωνο μια πιο δογματική και συγκρουσιακή εκδοχή του χριστιανισμού, η οποία βλέπει την Αμερική όχι απλώς ως χώρα με θρησκευτική κληρονομιά, αλλά ως όχημα μιας συγκεκριμένης χριστιανικής αποστολής απέναντι σε εξωτερικούς και εσωτερικούς εχθρούς.

Η γεωπολιτική σύγκρουση, έτσι, κινδυνεύει να μεταφραστεί σε σχεδόν θεολογική αναμέτρηση.

Το κείμενο επιμένει ιδιαίτερα στις ιδεολογικές αναφορές του Hegseth. Υπενθυμίζει το λεξιλόγιο των «Σταυροφοριών», τις αναφορές στο σύνθημα «Deus Vult», τα τατουάζ με σταυροφορικό συμβολισμό, αλλά και το βιβλίο του American Crusade, όπου η Αμερική παρουσιάζεται ως κοινωνία που πρέπει να αμυνθεί απέναντι στο Ισλάμ, στην Αριστερά και στην πολιτισμική αποσύνθεση.

Μέσα από αυτά τα στοιχεία, το άρθρο χαρτογραφεί μια αντίληψη στην οποία ο πόλεμος δεν είναι μόνο ζήτημα εθνικής ασφάλειας ή στρατηγικής ισορροπίας, αλλά πεδίο ηθικής και πολιτισμικής κάθαρσης. Η Δύση, σε αυτή την αφήγηση, δεν υπερασπίζεται απλώς σύνορα ή συμφέροντα· υπερασπίζεται τον ίδιο της τον χριστιανικό χαρακτήρα.

Ιδίως στο πλαίσιο της έντασης με το Ιράν, η γλώσσα αυτή αποκτά βαρύτερες συνέπειες. Το άρθρο δείχνει ότι όταν ένας υπουργός Άμυνας μιλά με όρους σχεδόν ιερού πολέμου απέναντι σε μια μουσουλμανική χώρα, δεν περιγράφει απλώς μια πολιτική σύγκρουση, αλλά παράγει ένα αφήγημα το οποίο εύκολα μπορεί να εκληφθεί ως πολιτισμικός ή θρησκευτικός πόλεμος.

Αυτή η μετατόπιση, υποστηρίζουν οι συγγραφείς, ενισχύει και την ισλαμοφοβική διάσταση της αμερικανικής Δεξιάς, ενώ ταυτόχρονα παρέχει στους αντιπάλους της Ουάσιγκτον ιδεολογικό υλικό για να παρουσιάζουν τις Ηνωμένες Πολιτείες ως δύναμη σταυροφορικού τύπου. Με άλλα λόγια, η θρησκευτική ρητορική δεν είναι απλώς εσωτερικό αμερικανικό ζήτημα· μπορεί να έχει άμεσες διεθνείς επιπτώσεις.

Το άρθρο, ωστόσο, δεν μένει μόνο στη διεθνή διάσταση. Εστιάζει και στις εσωτερικές συνέπειες αυτής της μεταβολής μέσα στις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις. Παρουσιάζει καταγγελίες ότι ανώτεροι αξιωματικοί χρησιμοποιούν πλέον βιβλικά αποσπάσματα στις ενημερώσεις και ότι ορισμένοι περιγράφουν τον Τραμπ ως ηγέτη «επιλεγμένο από τον Θεό». Αν αυτές οι αναφορές επιβεβαιώνονται, το πρόβλημα δεν είναι απλώς συμβολικό. Ο αμερικανικός στρατός συγκροτείται από ανθρώπους διαφορετικών θρησκειών, διαφορετικών πολιτισμικών καταβολών και διαφορετικών πεποιθήσεων. Η επίσημη ή ανεπίσημη μετατροπή του σε φορέα επιθετικής χριστιανικής ταυτότητας μπορεί να υπονομεύσει τη συνοχή του, να περιθωριοποιήσει μη χριστιανούς ή πιο μετριοπαθείς χριστιανούς και να αλλοιώσει τη συνταγματική αρχή της θρησκευτικής ουδετερότητας του κράτους.

Σε αυτό το πλαίσιο αποκτούν σημασία και οι διοικητικές επιλογές του Hegseth. Το άρθρο αναφέρεται σε απομακρύνσεις στελεχών, σε παρεμβάσεις στις προαγωγές και σε κινήσεις που οι επικριτές του θεωρούν μέρος μιας ευρύτερης απόπειρας αναδιαμόρφωσης της στρατιωτικής ηγεσίας σε πιο λευκή, πιο ανδρική, πιο συντηρητική και πιο ανοιχτά χριστιανική κατεύθυνση.

Είτε όλες αυτές οι κατηγορίες ευσταθούν πλήρως είτε όχι, το κείμενο υποστηρίζει ότι η εικόνα που διαμορφώνεται είναι συνεκτική: δεν πρόκειται απλώς για προσωπικό ύφος, αλλά για ιδεολογικό σχέδιο που επιχειρεί να συνδέσει τη στρατιωτική εξουσία με έναν συγκεκριμένο πολιτισμικό και θρησκευτικό ορισμό της Αμερικής.

Τελικά, ο Hegseth αναδεικνύεται στο άρθρο ως εμβληματική μορφή ενός νέου μείγματος: τραμπισμός, μιλιταρισμός και χριστιανικός εθνικισμός. Και η ανησυχία των συγγραφέων είναι σαφής. Όταν το Πεντάγωνο αρχίζει να μιλά τη γλώσσα της αποστολής, της σταυροφορίας και της θρησκευτικής εκλογής, τότε αλλάζει όχι μόνο η εικόνα της Αμερικής προς τα έξω, αλλά και η ίδια η εσωτερική λογική του κράτους. Αν ο πόλεμος πάψει να είναι πεδίο πολιτικής ευθύνης και γίνει όχημα ηθικοθρησκευτικής αυτοδικαίωσης, τότε η απόσταση ανάμεσα στη δημοκρατική εξουσία και στον ιερό πόλεμο αρχίζει να μικραίνει επικίνδυνα.

Ολόκληρο το άρθρο μπορείτε να διαβάσετε εδώ