Πρώτα οι εικόνες από το οβάλ γραφείο πριν την έναρξη της επίθεσης στο Ιράν, memes με τον Τραμπ ως Ιησού που, αφού «κατέβηκε», αντικαταστάθηκε από ένα όπου ο Ιησούς στέκεται δίπλα στον Τραμπ και κάτι του ψιθυρίζει ενώ σημαντικοί σχολιαστές, κυρίως του αγγλοσαξονικού κόσμου, δημοσιεύουν άρθρα με τίτλους που παραπέμπουν στο «ιερό»: «Ο Χέγκσεθ προωθεί τον χριστιανικό εθνικισμό εν καιρώ πολέμου», «Ιερός Πολεμιστής», «Μήπως η Αμερική διεξάγει έναν ιερό πόλεμο;» .

Αυτά και πολλά άλλα αναδεικνύουν συσχετισμούς όχι και τόσο οικείους στο ευρωπαϊκό στερέωμα και πάντως γνωστούς σε ένα μάλλον μικρό κοινό. Σχετικά ελληνικά δημοσιεύματα -ελάχιστα- μαζί με τη υπερβολική προβολή των memes, σε κάποιους μπορεί να προκαλούν την εντύπωση ότι η Αμερική ξαφνικά έγινε «θρησκόληπτη».

Αλλά η συζήτηση για την «επιστροφή της θρησκείας» στη Δύση και ειδικά στις Ηνωμένες Πολιτείες ξεκινά συχνά από μια λάθος παραδοχή: ότι η θρησκεία είχε κάποτε αποσυρθεί από τη δημόσια ζωή και τώρα επανέρχεται. Η εικόνα αυτή δεν στέκει.

Η θρησκεία στις ΗΠΑ δεν υπήρξε ποτέ απλώς ιδιωτική υπόθεση, ούτε η πολιτική οργανώθηκε μόνο με ουδέτερους θεσμικούς όρους. Από την ίδρυσή της, η αμερικανική δημόσια ζωή συνδέθηκε με ιδέες αποστολής, ηθικής δοκιμασίας και ιστορικού προορισμού. Αυτό είναι, με αυστηρούς όρους, μια μορφή πολιτικής θεολογίας.

Το χρήσιμο θεωρητικό σημείο εκκίνησης παραμένει ο Καρλ Σμιτ. Στην Πολιτική Θεολογία είχε υποστηρίξει ότι οι μεγάλες έννοιες του νεότερου κράτους δεν είναι τόσο ουδέτερες όσο παρουσιάζονται, αλλά φέρουν πάνω τους ίχνη παλαιότερων θεολογικών σχημάτων.

Δεν χρειάζεται να αποδεχθεί κανείς τον Σμιτ για να κρατήσει τη βασική του παρατήρηση: το νεωτερικό κράτος δεν αποκόπηκε ποτέ πλήρως από το θεολογικό του υπόβαθρο αλλά το μετέφερε σε άλλη γλώσσα: της κυριαρχίας, της εξαίρεσης, της ιστορικής αποστολής και της απόφασης.

Στην αμερικανική περίπτωση αυτή η παρατήρηση ισχύει σχεδόν ιδρυτικά. Η χώρα δεν φαντάστηκε τον εαυτό της μόνο ως δημοκρατία ή ως συνταγματική τάξη αλλά και ως κοινότητα με ιδιαίτερη αποστολή. Από την πουριτανική εικόνα της «πόλης πάνω στον λόφο» έως το Manifest Destiny, η αμερικανική ιστορική αυτοεικόνα αναπτύχθηκε μέσα από τη βεβαιότητα ότι το έθνος αυτό δεν είναι απλώς ένα ακόμη κράτος, αλλά ένα συλλογικό υποκείμενο με ξεχωριστό ρόλο στην ιστορία.

Ο περίφημος αμερικανικός «εξαιρετισμός-exceptionalism».

Αυτό ακριβώς θέλησε να περιγράψει ο Robert Bellah με την έννοια της civil religion, της «πολιτικής/πολιτειακής θρησκείας». Δεν εννοούσε απλώς ότι οι Αμερικανοί είναι θρησκευόμενοι αλλά ότι η ίδια η πολιτική κοινότητα έχει αποκτήσει μια δημόσια πίστη: σύμβολα, τελετουργίες, μνήμες, ιδρυτικές αφηγήσεις και μια γλώσσα που δίνει στην εθνική ζωή ηθικό βάθος. Με αυτή την έννοια, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν υπήρξαν ποτέ μόνο ένα κράτος αλλά και μια αφήγηση για το ποια θέση κατέχουν στην ιστορία.

Αυτή η διάσταση φαίνεται ακόμη καθαρότερα όταν η αμερικανική ιστορία διαβάζεται μέσα από βιβλικά σχήματα.

Με αφορμή τον Joshua Mitchell, ο Ross Douthat έχει επισημάνει ότι η αμερικανική ταυτότητα δεν διαμορφώθηκε μόνο μέσα από τη γλώσσα της δημοκρατίας, αλλά και μέσα από ένα βιβλικό δράμα πτώσης, δοκιμασίας και αποστολής. Ως συλλογικό υποκείμενο που φέρει μια ιδιαίτερη ιστορική κλήση, κάτι σαν «νέο Ισραήλ» της νεωτερικότητας.

Αυτό έχει σημασία, γιατί δείχνει ότι η θρησκεία στην Αμερική δεν περιορίστηκε ποτέ στον ιδιωτικό χώρο ή στην εκκλησία. Βρίσκεται μέσα στον τρόπο με τον οποίο το έθνος αφηγείται την αρχή του, τη θέση του και τον ρόλο του στον κόσμο.

Σύμφωνα με τον Ross Douthat για δεκαετίες, αυτό το φαντασιακό σταθεροποιούνταν από ένα προτεσταντικό κέντρο το οποίο, παρότι δεν εκπροσωπούσε το σύνολο της χώρας, λειτουργούσε ως γλώσσα ηθικής συναίνεσης. Η αποδυνάμωσή του δεν έφερε μια καθαρά κοσμική δημόσια σφαίρα. Έφερε έναν πιο κατακερματισμένο χώρο, όπου διαφορετικές πολιτικές και πολιτισμικές δυνάμεις διεκδικούν τη θέση του ηθικού κέντρου.

Η θρησκευτική δεξιά, ο χριστιανικός εθνικισμός, αλλά και τμήματα της προοδευτικής Αμερικής κινούνται συχνά μέσα σε παραπλήσιες δομές ενοχής, δικαίωσης και ηθικής καταγγελίας, έστω κι αν τα περιεχόμενά τους είναι αντίθετα.

Μέσα σε αυτό το τοπίο εμφανίζεται ο Τραμπ.

Και εκεί όπου η παλιότερη αμερικανική civil religion συνδύαζε την ιδέα της αποστολής με μια πιο οικουμενική γλώσσα περί ελευθερίας, δημοκρατίας και δικαιωμάτων, ο τραμπισμός φαίνεται να αντλεί από το «σκληρότερο» μέρος της παράδοσης.

Η Αμερική δεν παρουσιάζεται πια ως φορέας καθολικών αρχών, αλλά ως φρούριο πολιτισμικής ταυτότητας. Η πίστη παύει να είναι ηθικό όριο και γίνεται στοιχείο συσπείρωσης. Ο αντίπαλος παύει να είναι πολιτικός αντίπαλος και μετατρέπεται σε εχθρό του έθνους.

Αυτό φάνηκε και συνεχίζει να φαίνεται με ένταση στο εσωτερικό μέτωπο. Το θέμα των αμβλώσεων, για παράδειγμα, δεν είναι στις Ηνωμένες Πολιτείες -ούτε και πουθενά αλλού εξάλλου- μια απλή νομική διαφορά. Είναι σύγκρουση για το τι είναι πρόσωπο, τι είναι ζωή, ποια είναι τα όρια της αυτονομίας και ποιος έχει τελικά την εξουσία να ορίζει το ηθικό περιεχόμενο της κοινότητας. Η απόφαση Dobbs το 2022 είχε τόση βαρύτητα ακριβώς επειδή έδειξε πως το Ανώτατο Δικαστήριο δεν λειτουργεί μόνο ως ερμηνευτής του Συντάγματος, αλλά και ως πεδίο αναμέτρησης βαθύτερων ανθρωπολογικών και ηθικών αντιλήψεων. Οι μάχες για τους δικαστές στις ΗΠΑ δεν είναι «απλώς» θεσμικές αλλά μάχες για το ποια εικόνα του ανθρώπου και της κοινωνίας θα αποκτήσει κρατική ισχύ.

Το ίδιο συμβαίνει και με τον χριστιανικό εθνικισμό. Δεν πρόκειται για περιθωριακό ρεύμα, αλλά για υπαρκτή και διεισδυτική αντίληψη της αμερικανικής ταυτότητας. Το ερώτημα που θέτει αυτό το ρεύμα αφορά την αυτοσυνείδηση: είναι η Αμερική μια ανοιχτή συνταγματική κοινότητα ή ένα έθνος που αντλεί την αυθεντικότητά του από έναν χριστιανικό πυρήνα;

Στην εξωτερική πολιτική, οι ίδιες γραμμές εμφανίζονται με διαφορετικό λεξιλόγιο. Η σχέση των Ηνωμένων Πολιτειών με το Ισραήλ, για παράδειγμα, δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο με όρους στρατηγικού συμφέροντος. Για σημαντικά τμήματα της αμερικανικής δεξιάς, αλλά και πέρα από αυτήν, το Ισραήλ εντάσσεται σε μια βιβλική και πολιτισμική γεωγραφία.

Γι’ αυτό και η αμερικανική εξωτερική πολιτική επιστρέφει συχνά σε έναν λόγο που χωρίζει τον κόσμο σε τάξη και χάος, σε ελευθερία και απειλή, σε πολιτισμό και βαρβαρότητα.

Ο Τραμπ δεν επινόησε φυσικά αυτόν τον άξονα αλλά κατάφερε να τον κάνει απεχθώς ωμότερο, πιο πολιτισμικό και πολύ λιγότερο δεσμευμένο από τη φιλελεύθερη ρητορική των προηγούμενων δεκαετιών.

Γι’ αυτό και ο τραμπισμός δεν είναι απλώς μια χυδαία εκδοχή λαϊκισμού αλλά ο εκφυλισμός μιας μεγάλης πολιτικής παράδοσης. ‘Οταν στοιχεία βαθιά ριζωμένα στην αμερικανική πολιτική κουλτούρα αποσπώνται από τα καλύτερα αντίβαρά τους -τον συνταγματισμό, τη δημοκρατική αυτοσυγκράτηση, την οικουμενική γλώσσα της ελευθερίας- και μετατρέπονται σε πολιτική της δύναμης, του αποκλεισμού και του διχασμού.