Οι σεξουαλικές κακοποιήσεις στο χώρο της Τέχνης είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου, αφού κάτω από αυτές κρύβεται η μεγαλύτερη αποτυχία του νεοελληνικού κράτους

 Aιφνιδιαστήκαμε από τις τελευταίες αποκαλύψεις για τις σεξουαλικές κακοποιήσεις στο χώρο της Τέχνης, καθώς δεν φανταζόμασταν (για την ακρίβεια είχαμε μεσάνυχτα ή απλά αδιαφορούσαμε) ότι αυτά συμβαίνουν σε ένα τομέα που αποστολή του είναι να βρίσκεται πολύ ψηλά στις εκτιμήσεις μας. Το γεγονός ότι τα νέα αυτά μαθεύτηκαν λίγες εβδομάδες πριν τη συμπλήρωση 200 χρόνων από την έναρξη του Αγώνα για την Ανεξαρτησία είναι μια σύμπτωση, που στη δεδομένη στιγμή μπορεί να θεωρηθεί και ως «τρολάρισμα» της Ιστορίας. Αφήνοντας στην άκρη την κριτική για τις καταδικαστέες αυτές πράξεις (το έχουν κάνει άλλοι πριν από εμάς και μας έχουν καλύψει απόλυτα) θα σταθούμε στο πιο θρασύ επιχείρημα των επίδοξων βιαστών, μπροστά στο φάσμα μιας αποτυχημένης απόπειράς τους: «άντε γαμ…, που θες και ρόλο»). Στη φράση αυτή αναγνωρίζουμε τον εργασιακό εκβιασμό, σε μια από τις πιο ακραίες μορφές του. Ας επιχειρήσουμε τώρα να ανιχνεύσουμε και γιατί αυτός ο εκβιασμός, που συναντάται σε διάφορες μορφές σε ολόκληρο το φάσμα της ελληνικής κοινωνίας, παραμένει αποτελεσματικός στη χώρα μας.

Αξιοκρατία, η μεγάλη άγνωστη

Το παιχνίδι της αξιοκρατίας χάθηκε πολύ νωρίς, από το 1824 κιόλας, στον εμφύλιο μεταξύ των επαναστατών. Ως συνέπεια των δύο γύρων αυτής της παρεκτροπής, αδαείς του πολέμου ανέλαβαν διοικητικές θέσεις στον στρατό, λαμβάνοντας και αποφάσεις. Παράλληλα, βαθιά νυχτωμένοι της τέχνης του εφικτού (λέγε με πολιτική) χάραξαν εθνικές στρατηγικές. Αυτά όλα είχαν σαν αποτέλεσμα η Επανάσταση να σωθεί χάρις στις ξένες δυνάμεις, που για δικά τους συμφέροντα ανέλαβαν δράση. Η συνέχεια, από το 1830 μέχρι τον εμφύλιο του 1946-1949, είναι εξίσου απογοητευτική για την Ελλάδα: οι κομματικοί σχηματισμοί που τότε «έρχονταν στα πράγματα» με εκλογικές διαδικασίες-παρωδία διόριζαν δικούς τους ανθρώπους ακαθόριστων προσόντων σε νευραλγικές θέσεις, κωμικοί δικτάτορες (Πάγκαλος, Κονδύλης) έκαναν ό,τι ήθελαν στο ανθρώπινο δυναμικό του κράτους, ενώ οι βενιζελικοί κυνηγούσαν τους αντιβενιζελικούς και αντιστρόφως. Κάπως έτσι κινήθηκε η χώρα ως τα πρόθυρα του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, πρόχειρα και όπως τύχει, γράφοντας στα παλαιότερα των υποδημάτων της κάθε αξιοκρατική πρακτική.

Οι μέτριοι στην «εξουσία»

Όταν ο εμφύλιος τελείωσε, η ακραία τιμωρητική στάση των νικητών δημιούργησε προβλήματα και στη στελέχωση των κρατικών υπηρεσιών, μέσω ενός εγγράφου που έγινε γνωστό ως «πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων». Χάρις σε αυτό, αποκλείστηκαν από το δημόσιο εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι, μόνο και μόνο επειδή είχαν στενή ή μακρινή συγγένεια με τους ηττημένους, παρά το γεγονός ότι δεν είχαν καμία συμμετοχή στην ένοπλη σύρραξη. Ακόμη και αγνοί οπαδοί της κοινοβουλετικής δημοκρατίας κυνηγήθηκαν τότε.

Χιλιάδες πτυχιούχοι γιατροί, εκπαιδευτικοί και επιστήμονες με προσόντα και φρέσκιες ιδέες έμειναν εκτός και δεν αξιοποιήθηκαν ποτέ. Στον αντίποδα, οι σημαίνουσες θέσεις στις μικρομεσαίες βαθμίδες του κρατικού μηχανισμού, κατελήφθησαν πλην ελαχίστων εξαιρέσεων από κάθε καρυδιάς καρύδι. Στη δεκαετία του ’50 αρκούσε ένα απολυτήριο του δημοτικού, που σε συνδυασμό με την απαραίτητη ομολογία «είμαι δικός σας», έφτανε για να διοριστείς κάπου ως προσωπάρχης σε έναν από τους πάμπολλους δημόσιους τομείς.

Έτσι λοιπόν, χάρις στο πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων, η αναξιοκρατία απέκτησε και νομική κάλυψη. Όσοι από τους αδικημένους μπόρεσαν, αξιοποίησαν τις δυνατότητές τους στο εξωτερικό, συχνά καταφέρνοντας να διαπρέψουν. Την ίδια εποχή κάπου στην Ελλάδα, ο απόφοιτος του δημοτικού, αφού πρώτα ρώτησε τους υφισταμένους του τί σήμαιναν οι λέξεις που αγνοούσε, έβαζε την υπογραφή του στην προέγκριση κάποιου έργου που προετοίμασε ένας επίσης «είμαι δικός σας» πτυχιούχος των ΑΕΙ.

Και αυτό παρακράτος είναι

Με την πάροδο των χρόνων οι «ό,τι νάναι» βιδώθηκαν στις θέσεις που κρατούσαν, δημιουργώντας γύρω τους έναν μικρό θύλακα, στον οποίο εκείνοι ασκούσαν εξουσία. Πότε χαϊδεύοντας και πότε εκφοβίζοντας ή απειλώντας όσους από τους υφισταμένους τους δεν είχαν συμβιβαστεί έκαναν ό,τι ήθελαν, συχνά θησαυρίζοντας μέσω παράνομων συναλλαγών. Με την ανοχή ή και την συμμετοχή του ανώτερου στρώματος του κρατικού μηχανισμού, η Ελλάδα χαρακτηρίστηκε για δεκαετίες μια από τις πιο διεφθαρμένες χώρες της Ευρώπης. Είχαμε μάθει να θεωρούμε παρακράτος τους τραμπουκισμούς, τις πολιτικές δολοφονίες και τις προσπάθειες για την κατάληψη της εξουσίας, όμως δεν είναι μόνο αυτό. Παρακράτος ήταν επίσης μεταξύ άλλων η δωροληψία, οι καταπατήσεις και η νομιμοποίηση οικοπέδων και δασικών εκτάσεων, η κακοδικία, η κλοπή δημόσιων περιουσιακών στοιχείων (πχ καύσιμα) και η ηθελημένη παρεμπόδιση βιομηχανικών επενδύσεων με «όπλο» την αφόρητη γραφειοκρατία.

«Κονόμησε, αλλά μη μιλάς»

Εννοείται πως η έλευση της Χούντας στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’60 δεν άλλαξε τα πράγματα, τα οποία άλλωστε τη βόλευαν. Ο καθένας μπορούσε να κάνει ό,τι ήθελε, αρκεί να μη στρεφόταν εναντίον της και η «αρπαχτή» έγινε καθεστώς. Για λόγους αντιδικίας μεταξύ Ιωαννίδη και Παπαδόπουλου δεν έμεινε ατιμώρητο το σκάνδαλο των κρεάτων με τις δωροληψίες ανά συρροή του υπουργού Μπαλόπουλου, αλλά αυτό ήταν ένα μεμονωμένο γεγονός. Φυσικά, για να παραμείνει το κράτος έρμαιο της Χούντας, στον εργασιακό εκφοβισμό των προηγούμενων χρόνων προστέθηκε και η δαμόκλειος σπάθη της εξορίας («τον είδαμε να μιλάει με κομμουνιστές»). Με την έλευση της Μεταπολίτευσης, την επιστροφή και τον εκσυγχρονισμό της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας οι συσχετισμοί άλλαξαν, όμως όχι πολύ. Σταδιακά και με την είσοδο στην ηλεκτρονική εποχή μας η κατάσταση στον κρατικό τομέα βελτιώθηκε και οι «ό,τι νάναι» μας απάλλαξαν από την παρουσία τους μέσω της συνταξιοδότησης, χωρίς αυτό να σημαίνει και ότι οι πληγές του παρελθόντος θεραπεύτηκαν (για παράδειγμα, η σεξουαλική παρενόχληση ζει και βασιλεύει στο Δημόσιο). Όμως, ήταν αδύνατο όλες αυτές οι αδικοπραξίες να μην επηρεάσουν και τον ιδιωτικό τομέα. Με το ελληνικό κράτος να διαθέτει ένα τέτοιας μορφής… πολιτιστικό αποτύπωμα, δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά.

Η ανασφάλεια μήτηρ πάσης κακίας

Ο ιδιωτικός τομέας, που δεν διαθέτει τη μονιμότητα του δημοσίου, ταλαιπωρείται εδώ και πολλά χρόνια από εργασιακούς εκβιασμούς και σεξουαλικές παρενοχλήσεις. Ασφαλώς, υπάρχουν αρκετές εξαιρέσεις, οι οποίες όμως επιβεβαιώνουν τον κανόνα και αποτελούν μειοψηφία. Η φωνή των ιδιωτικών υπαλλήλων, που δεν είναι αναγνωρίσιμοι και δεν έχουν πρόσβαση στον Τύπο όπως οι ηθοποιοί και οι αθλητές, είναι αδύνατο να ακουστεί.

Στις ιδιωτικές επιχειρήσεις επικρατεί και μια άλλου είδους ανασφάλεια, που αφορά τους θύτες και έχει να κάνει με την επέλαση της ηλεκτρονικής τεχνολογίας και τα όσα καινοφανή φέρνει σχεδόν σε κάθε εργασία. Όσα από τα σημαντικά στελέχη βρέθηκαν εκεί χωρίς να διαθέτουν τα απαραίτητα προσόντα και την κατάλληλη μόρφωση, σκληραίνουν τη στάση τους για να κρύψουν την επαγγελματική τους ένδεια. Απειλές, «χριστοπαναγίες» σε καθημερινή βάση, υστερικά ξεσπάσματα, σεξιστικά υπονοούμενα και «μουνταρίσματα», εκβιασμοί και κάποιες φορές βιαιοπραγίες, κάνουν την κατάσταση χειρότερη από ό,τι ήδη είναι.

Τα ίδια συχνά συμβαίνουν και στις ατομικές επιχειρήσεις, αλλά και στα μικρά καταστήματα. Δεν περιμένεις πολλά από χαμηλού μορφωτικού επιπέδου εργοδότες, καλό όμως είναι να είσαι προετοιμασμένος και να μη περιμένεις τίποτε ούτε από όσους με πολλά πτυχία κατέχουν ή διευθύνουν μεγάλες επιχειρήσεις, αφού και αρκετοί από αυτούς συναινούν (όταν δεν συμμετέχουν) στους εργασιακούς εκβιασμούς. Όλα τα προαναφερόμενα δημιουργούν στους εργαζόμενους που τα υπομένουν ένα πολύ αγχωτικό συναίσθημα «ομηρίας», το οποίο καταλήγει σε μια μορφή «συνδρόμου της Στοκχόλμης» (δεν μπορούμε να φανταστούμε πόσοι Έλληνες υποφέρουν από αυτό). Όσο για τις μεγάλες εταιρείες, που δεν χάνουν ευκαιρία να υπερτονίζουν πόσο μακριά έχει φτάσει το βλέμμα τους στο μέλλον μέσω της τεχνολογίας και πόσο υπολογίζουν τον παράγοντα άνθρωπο, πολλές από αυτές μεταχειρίζονται το έμψυχο δυναμικό τους με μεθόδους που μας γυρνάνε πίσω στο 1700.

Απολογισμός

Η αναξιοκρατία που επιβλήθηκε στη χώρα στα 200 χρόνια που πέρασαν από την έναρξη του Αγώνα της Ανεξαρτησίας, είναι το μεγαλύτερο των αδικημάτων που συνέβησαν σε αυτή τη γωνιά της Βαλκανικής χερσονήσου. Αυτή έφερε τον εργασιακό εκβιασμό, αλλά και την ακραία μορφή του, την σεξουαλική παρενόχληση. Ως συνήθως η δικαιοσύνη δεν έχει προβλέψει νομικό πλαίσιο για τις περιπτώσεις αυτές (η πολυνομία στην Ελλάδα υπάρχει για να είναι «καλυμμένο»το κράτος και όχι για να προστατεύονται οι πολίτες του). Τόσο ο εργασιακός εκβιασμός, όσο και η σεξουαλική παρενόχληση, δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως «στιγμιαία αδικήματα». Στις συντριπτικά περισσότερες περιπτώσεις, αμφότερα αποσιωπούνται από την πλευρά των θυμάτων και στη συνέχεια επηρεάζουν δυσμενώς την επαγγελματική τους ζωή σε όλη τη διάρκειά της.

Πώς λοιπόν είναι «στιγμιαία», από τη στιγμή που έχουν παρενέργειες, οι οποίες κρατούν δεκαετίες; Και τί να πούμε για την οικονομική ζημιά που έχει υποστεί η χώρα εξαιτίας της αναξιοκρατίας και των παρελκομένων της; Πόσα δις χάθηκαν από εσφαλμένες αποφάσεις των διάφορων ημιμαθών, πόσα πήγαν άκλαφτα ως αντίτιμο δωροδοκιών, πόσα κλάπηκαν (βλέπε σχέδιο Μάρσαλ), πόσες λαμπερές σταδιοδρομίες ικανών ανθρώπων απωλέστηκαν και πόσο μας στοιχίζει καθημερινά η αποβιομηχανοποιημένη χώρα μας;

Είναι φανερό πως ακριβής απάντηση σε απόλυτους αριθμούς δεν υπάρχει. Το μόνο σίγουρο είναι πως όλες αυτές οι οικονομικές απώλειες είναι κατά πολύ μεγαλύτερες από το σύνολο του δημοσίου και του ιδιωτικού χρέους της Ελλάδας. Ποιος ευθύνεται; Ουδείς άλλος πέραν της χώρας μας, που αντί να προοδεύσει επέλεξε να αυτοπυροβοληθεί στο κεφάλι…