Εθνικά κοινοβούλια και μεγάλες επιχειρήσεις σχηματίζουν κλοιό γύρω από το Facebook, για την καταπολέμηση του ρατσισμού και των αναρτήσεων μίσους, την ίδια ώρα που κάποιοι άλλοι ονειρεύονται να το χειραγωγήσουν…

Xάρις στην ηλεκτρονική τεχνολογία, ο εκμηδενισμός του χρόνου που απαιτήθηκε για να διαδοθεί η, συνδυασμένη με ήχο και εικόνα, πληροφορία της δολοφονίας του George Floyd στη Μινεάπολη των ΗΠΑ, μετέτρεψε το συγκεκριμένο γεγονός σε σημείο εκκίνησης για μια σειρά μη προβλέψιμων εξελίξεων (πέρα από τις αναμενόμενες πολυήμερες εκδηλώσεις διαμαρτυρίας σε όλες τις Πολιτείες). Το έγκλημα καταδικάστηκε σε όλα τα κοινωνικά στρώματα του πλανήτη, από το «ταβάνι» μέχρι το «ισόγειο». Επίσης, στηλιτεύτηκε δημόσια σε όλα τα μέσα παγκόσμιας εμβέλειας από συγγραφείς, ηθοποιούς, αθλητές δημοφιλών sports και άλλες διασημότητες. Το μήνυμα πως «πρέπει να τελειώνουμε με τον ρατσισμό» παρελήφθη από όλους, συναισθηματικά φορτισμένο, βοηθούσης και της βεβαρημένης ψυχολογικής κατάστασης όλων των ανθρώπων από την πανδημία του κορονοϊού.

«Stop Hate for Profit»

O αντίκτυπος όλων των προαναφερθέντων στο Facebook έφτασε άμεσα, με πολλές από τις μεγαλύτερες εταιρείες των ΗΠΑ να υιοθετούν την πρωτοβουλία «Stop Hate for Profit» (σταματήστε να κερδίζετε από το μίσος), που δημιουργήθηκε από αμερικανικούς μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς. Στην πράξη αυτό σήμαινε την παύση της εισροής διαφημιστικών κεφαλαίων στo Facebook για χρονικό διάστημα ενός μήνα, με την αιτιoλογία ότι όχι μόνο επιτρέπει, αλλά και ωφελείται από τη διάδοση της ρητορικής του μίσους στην πλατφόρμα του.

πηγή:https://static01.nyt.com/images/2020/07/01/business/fbboycott-promo/fbboycott-promo-jumbo.jpg?quality=90&auto=webp

Στην ενέργεια αυτή μετέχουν μερικά από τα πιο ισχυρά brand names στην Αμερική, αλλά και στην Yφήλιο: Honda, Ford, Unilever, Adidas, The North Face, Levi Strauss, Adidas, Reebok, Microsoft, Pfizer, HP, Puma, Diageo, Coca–Cola και Starbucks είναι μερικά από αυτά (οι δύο τελευταίες εταιρείες πάγωσαν τα διαφημιστικά τους κεφάλαια στο Facebook, αποφεύγοντας όμως να δηλώσουν τη στήριξη τους στην καμπάνια «Stop Hate for Profit»). Ο κατάλογος μακραίνει, με τη συμμετοχή και εταιρειών εκτός Αμερικής, όπως ο βρετανικός κολοσσός αναψυκτικών και ποτών Britvic. Με βάση έρευνα της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Διαφημιστών, που δημοσίευσε ο Guardian, το ένα τρίτο των 60 μεγαλύτερων σε διαφημιστικά κονδύλια εταιρειών έχουν διακόψει (ή επίκειται να το κάνουν) την προβολή τους μέσω των διαφημίσεων τoυ Facebook.

Ηχηρές απώλειες

Η οικονομική ζημιά του Facebook, από τα χαμένα διαφημιστικά έσοδα των εταιρειών που υιοθέτησαν την πρωτοβουλία «Stop Hate for Profit», υπολογίζεται σε 60 δις δολάρια. Παράλληλα, η μετοχή του σημείωσε απώλειες της τάξης του 8% το προηγούμενο δεκαήμερο, ενώ μόνο τη Δευτέρα 29 Ιουνίου υποχώρησε κατά 3% ακόμη.

Στο Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης, η αξία της μειώθηκε από τα 240 στα 210 δολάρια, με τον Mark Zuckerberg να πέφτει λίγες θέσεις στην παγκόσμια κατάταξη των πλουσίων (αλλά αυτό ενδιαφέρει μόνο τον ίδιο). Εκτιμητές που υπερασπίζονται την πιο δημοφιλή κοινωνική πλατφόρμα στον πλανήτη, σχολιάζουν πως το πρόβλημα θα περάσει από τα social media και θα καταλήξει στις εταιρείες, που θα χάσουν ποσοστά πωλήσεων επειδή δεν επικοινωνούν τα προϊόντα τους στο Facebook.

Kάποιοι άλλοι στηρίζουν την άποψη ότι είναι δύσκολο να διαχωριστούν οι απώλειες που οφείλονται στην αποχή, από εκείνες που επήλθαν λόγω του lockdown. Οι πιο ψύχραιμοι αντικρούουν με το επιχείρημα ότι μέχρι στιγμής δεν υπάρχει κανένα ασφαλές μέσον πληροφόρησης και καταμέτρησης, για να αποτυπωθεί η αντίδραση των εταιρειών στο διαφημιστικό στερέωμα με πραγματικά οικονομικά στοιχεία.

Αργά αντανακλαστικά

Το Facebook έχει ανακοινώσει από καιρό πως σκοπεύει να διερευνήσει και να αποσύρει από όπου μπορεί τη ρητορική μίσους και ό,τι αυτή συνεπάγεται, σε ζητήματα όπως ο ρατσισμός, η βία, ο σεξισμός, η ισότητα των φύλων και ο σεξουαλικός προσανατολισμός. Δεν έχει πείσει πολλούς, ωστόσο δεν πρέπει να ξεχνάμε πως πρόκειται για μια πολύπλοκη διαδικασία σε πολλά επίπεδα, μια τεχνολογική πρόκληση. Προς το παρόν, δεχόμενο πιέσεις να απαλλάξει την πλατφόρμα του από τα ρατσιστικά σχόλια, ανακοίνωσε ότι αποσύνδεσε εκατοντάδες λογαριασμούς της βίαιης ακροδεξιάς οργάνωσης Boogaloo στις ΗΠΑ, μέλος της οποίας είχε σκοτώσει δύο αστυνομικούς στα πρόσφατα επεισόδια διαμαρτυρίας για τη δολοφονία του George Floyd. Aκόμη, απέσυρε από την πλατφόρμα του 220 λογαριασμούς (συν 95 από το Instagram), καθώς και περισσότερες από 500 σελίδες με περιεχόμενο μίσους.

Το γερμανικό κοινοβούλιο κατά του διαδικτυακού μίσους

Στις 18 Ιουνίου 2020 το γερμανικό κοινοβούλιο ψήφισε μια σειρά νόμων, οι οποίοι στρέφονται ενάντια στο διαδικτυακό μίσος και την υποδαυλισή του.

Το νομοσχέδιο, που φέρει την ονομασία«καταπολέμηση του ακροδεξιού εξτρεμισμού και των εγκλημάτων μίσους», ζητά από πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης όπως το Facebook και το Twitter, την παράδοση στοιχείων χρηστών που είναι ύποπτοι για ρατσιστικού περιεχομένου αναρτήσεις. Σε αυτά θα συμπεριλαμβάνεται και η διεύθυνση IP του παραβάτη, η οποία θα καταλήγει στην ομοσπονδιακή αστυνομία. Ο συγκεκριμένος νόμος θα αντιπαλέψει τα, αυξημένα λόγω προσφυγικού ζητήματος, φαινόμενα ακροδεξιάς βίας.

Σύμφωνα με την σοσιαλδημοκράτη υπουργό Δικαιοσύνης Christine Lambrecht «οι ποινές θα είναι αυστηρότερες, αφού οι νέοι νόμοι προβλέπουν ότι σε ακραίες περιπτώσεις ακόμη και ένα like μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρόπαράπτωμα στο μέλλον, ιδιαίτερα αν κάποιος δημοφιλής χρήστης παρακινεί το κοινό του σε λεκτική βία και αναρτήσεις μίσους». Ανάλογος προβληματισμός σχετικά με τη διάδοση του ρατσισμού και του μίσους μέσω των social media, υπάρχει στα κυβερνητικά επιτελεία αρκετών ακόμη ευρωπαϊκών κρατών, αλλά και στο ευρωκοινοβούλιο. Περιμένουμε λοιπόν, σε βάθος χρόνου, αντίστοιχες εξελίξεις και σε επίπεδο ΕΕ.

Το θέλω δικό μου!

Στις αρχές του Ιουλίου ο πρόεδρος της Τουρκίας Ταγίπ Ερντογάν έκανε οργισμένες δηλώσεις για τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με πρόσχημα προσβλητικά σχόλια στις πλατφόρμες τους για την κόρη του και τον γαμπρό του (για τα οποία έγιναν και 11 συλλήψεις).

Με αυστηρά προσωπική του άποψη για το τί είναι δημοκρατία, ο «Σουλτάνος» προανήγγειλε κυρώσεις και περιορισμούς, ξεκαθαρίζοντας ότι θέλει να ελέγχει πλήρως τα social media, έχοντας ήδη κάτω από τη «μπότα» του τον τουρκικό Τύπο. Ανάλογες απόψεις έχουν εκφράσει και άλλοι ηγέτες ή κυβερνητικά στελέχη, κυρίως σε χώρες με σκληροπυρηνικά καθεστώτα ή έντονα φαινόμενα λαϊκισμού.

Σε ένα κόσμο που μοιάζει να θέλει να κινηθεί προς τα πίσω, σε ηττοπαθείς φόρμες με λιγότερα συνταγματικά δικαιώματα και ελευθερίες, η χειραγώγηση του Facebook θα ήταν ένα ακόμη θετικό σενάριο για την όποια κεντρική εξουσία και την διαιώνισή της.

Καταλήγοντας…

Προφανώς, αν υπάρχει βούληση από πλευράς κυβερνήσεων και αποκτηθεί η απαραίτητη τεχνογνωσία, ο ρατσισμός θα υποχωρήσει αισθητά από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Οι αναρτήσεις μίσους είναι πιο δύσκολο κεφάλαιο, αφού σε αυτό εμφιλοχωρεί πολύς κόσμος, από οπαδούς ποδοσφαιρικών ομάδων μέχρι ό,τι άλλο μπορεί κανείς να φανταστεί. Πώς ένα ηλεκτρονικό σύστημα θα ανιχνεύσει τα όρια μεταξύ πειράγματος, προσβολής, ύβρεως και απειλής ώστε να παρέμβει σε περισσότερες από 200 γλώσσες, όλες σχεδόν με ιδιωματισμούς; (για να πάμε σε ένα όχι παραβατικό παράδειγμα, ζητήστε από κάποιον να μεταφράσει αυτό που λέμε οι Έλληνες «να συναντηθούμε κανένα βράδι, να πάμε πουθενά να πιούμε τίποτα»). Όλα θα ήταν πολύ απλά αν η εξυγίανση ξεκινούσε από τους ίδιους τους χρήστες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, όμως για την ώρα αυτό μοιάζει όνειρο απατηλό, όπως εκείνο του Ταγίπ που σας αναφέραμε πριν λίγο.

Με πληροφορίες από το Politico, Guardian & New York Times

πηγή κεντρικής φωτογραφίας