Τα ψηφιακά μέσα μαζικής ενημέρωσης περιλαμβάνουν την ηλεκτρονική δημοσιογραφία, το blogging,το ψηφιακό φωτορεπορτάζ, τον πολίτη-δημοσιογράφο(citizen journalism) και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (social media). Συμπεριλαμβάνει ζητήματα σχετικά με το πώς η επαγγελματική δημοσιογραφία θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει αυτά τα “νέα μέσα” για την έρευνα και τη δημοσίευση θεμάτων, καθώς και το πώς μπορεί να χρησιμοποιήσει το κείμενο ή τις εικόνες που παρέχονται από πολίτες.

Επανάσταση στην ηθική

Μια επανάσταση στα ΜΜΕ μεταμορφώνει, ριζικά και πιθανώς αμετάκλητα, τη φύση της δημοσιογραφίας και της ηθικής της. Τα μέσα για τη δημοσίευση είναι τώρα και στα χέρια των πολιτών, ενώ το διαδίκτυο ενθαρρύνει τις νέες μορφές δημοσιογραφίας που είναι διαδραστική και άμεση. Το τοπίο των μέσων μπορεί να χαρακτηριστεί χαώδες ενώ εξελίσσεται με τρελούς ρυθμούς. Οι επαγγελματίες δημοσιογράφοι μοιράζονται τη δημοσιογραφική σφαίρα με χρήστες του Twitter, με bloggers, πολίτες-δημοσιογράφους και χρήστες κοινωνικών μέσων. Μέσα σε κάθε επανάσταση, νέες δυνατότητες αναδύονται ενώ παλιές πρακτικές απειλούνται. Η σημερινή εποχή δεν αποτελεί εξαίρεση. Η επαγγελματική δημοσιογραφία αγωνίζεται να επιβιώσει καθώς το κοινό μεταναστεύει στην απευθείας σύνδεση και οι αίθουσες αρχισυνταξίας μειώνονται. Ωστόσο, αυτοί οι ίδιοι φόβοι επιτρέπουν πειραματισμούς  όπως για παράδειγμα, τη δημιουργία Μη Κερδοσκοπικών κέντρων ερευνητικής δημοσιογραφίας.

Ένα κεντρικό ερώτημα είναι σε ποιο βαθμό η υπάρχουσα ηθική των μέσων είναι κατάλληλη για τα σημερινά και μελλοντικά μέσα ενημέρωσης που είναι άμεσα, διαδραστικά και πάντα παρόντα- μια δημοσιογραφία ερασιτεχνών και επαγγελματιών. Οι περισσότερες από τις αρχές που ανταπτύχθηκαν κατά τον τελευταίο αιώνα, έλκουν την καταγωγή τους από την επαγγελματική, αντικειμενική ηθική του τέλους του 19ου αιώνα οπότε αναπτύχθηκαν οι  μαζικές, εμπορικές εφημερίδες.

Οδεύουμε προς μία κατάσταση μικτών μέσων ενημέρωσης, σε μιά κατάσταση “συνεργασίας”: ο πολίτης των μέσων μαζικής ενημέρωσης και η επαγγελματική δημοσιογραφία,μέσω πολλών πλατφόρμων μέσων μαζικής ενημέρωσης. Αυτή η νέα δημοσιογραφία μικτών μέσων, απαιτεί μια νέα μικτή ηθική των μέσων ενημέρωσης – κατευθυντήριες γραμμές που θα ισχύουν για ερασιτέχνες και επαγγελματίες είτε αυτοί χρησιμοποιούν blog, Tweet, είτε  δουλεύουν για πρακτορεία μετάδοσης ειδήσεων είτε γράφουν για τις εφημερίδες. Η δημοσιογραφική δεοντολογία πρέπει να επανεξετασθεί και να εφευρεθεί εκ νέου για τα μέσα ενημέρωσης του σήμερα, όχι του παρελθόντος.

Εντάσεις σε δύο επίπεδα

Οι αλλαγές αμφισβητούν τα θεμέλια της δεοντολογίας και της ηθικής των μέσων ενημέρωσης. Η πρόκληση είναι βαθύτερη από τις συζητήσεις σχετικά με τη μία ή την άλλη αρχή, όπως η αντικειμενικότητα. Η πρόκληση είναι μεγαλύτερη από συγκεκριμένα προβλήματα, όπως το πώς οι αίθουσες αρχισυνταξίας  μπορούν να ελέγξουν το περιεχόμενο που έρχεται από τους πολίτες. Αυτή η επανάσταση απαιτεί από εμάς να επανεξετάσουμε κάποιες παραδοχές. Τι μπορεί να σημαίνει δεοντολογία/ ηθική για ένα επάγγελμα που πρέπει να παρέχει άμεσα ειδήσεις και αναλύσεις όταν ο καθένας με ένα μόντεμ γίνεται εκδότης;

–       Στο πρώτο επίπεδο, υπάρχει μια ένταση μεταξύ της παραδοσιακής δημοσιογραφίας και της ηλεκτρονικής δημοσιογραφίας της απευθείας σύνδεσης. Η φιλοσοφία της παραδοσιακής δημοσιογραφίας, με τις αξίες της ακρίβειας,της επαλήθευσης πριν τη δημοσίευση, της ισορροπίας, της αμεροληψίας και των ανθρώπων-πηγών, έρχεται σε αντίθεση με την κουλτούρα της ηλεκτρονικής δημοσιογραφίας, που δίνει έμφαση στην αμεσότητα, τη διαφάνεια, ασκείται συχνά από μη-επαγγελματίες δημοσιογράφους και η διόρθωση ακολουθεί τη δημοσίευση.

–       Στο δεύτερο επίπεδο, υπάρχει μια ένταση μεταξύ της τοπικιστικής και της παγκόσμιας δημοσιογραφίας. Αν η δημοσιογραφία έχει παγκόσμιο αντίκτυπο, ποιές είναι οι παγκόσμιες ευθύνες; Θα έπρεπε να αναδιατυπώσει τους στόχους και τους κανόνες της ηθικής και της δεοντολογίας των μέσων ενημέρωσης ώστε να καθοδηγήσει μια δημοσιογραφία που είναι τώρα παγκόσμια σε εμβέλεια και αντίκτυπο; Με τί θα έμοιαζαν;

Η πρόκληση για τη σημερινή δεοντολογία και ηθική των μέσων ενημέρωσης μπορεί να συνοψιστεί στην εξής ερώτηση: Προς τα πού οδηγείται η δεοντολογία κι η ηθική σε έναν κόσμο πολυμέσων, παγκόσμιας δημοσιογραφίας; Η δημοσιογραφική ηλεκτρονική δεοντολογία πρέπει να κάνει περισσότερα από την απλή επισήμανση αυτών των εντάσεων. Θεωρητικά, θα πρέπει να ξεμπερδέψει τις συγκρούσεις μεταξύ των αξιών. Πρέπει να αποφασίσει ποια θα πρέπει να διατηρηθεί ή να επανεφευρεθεί. Πρακτικά, θα πρέπει να δώσει νέα πρότυπα για την καθοδήγηση της ηλεκτρονικής και μη δημοσιογραφίας.

Πολυεπίπεδη δημοσιογραφία

Με τί θα έμοιαζε  μια ολοκληρωμένη δεοντολογία και ηθική; Θα είναι η δεοντολογία και ηθική μιας συγχωνευμένης αίθουσας αρχισυνταξίας, μιας αίθουσας που θα συνδύαζε τις πρακτικές μιας πολυεπίπεδης δημοσιογραφίας. Η πολυεπίπεδη δημοσιογραφία συγκεντρώνει διαφορετικές μορφές της δημοσιογραφίας και  διαφορετικούς τύπους δημοσιογράφων ώστε να παράγει μια προσφορά πολυμέσων του επαγγελματικού τρόπου ειδησεογραφίας και ανάλυσης σε συνδυασμό με τη δημοσιογραφία των πολιτών και τη διαδραστική συνομιλία. Η “αίθουσα” θα είναι πολυεπίπεδη κάθετα και οριζόντια. Κάθετα, θα υπάρχουν πολλά στρώματα συντακτικών θέσεων.Θα υπάρχουν πολίτες-δημοσιογράφοι και bloggers ή θα συνεργάζονται στενά. Πολλοί από τους συμμετέχοντες θα εργάζονται σε  χώρες ανά τον κόσμο. Κάποιοι θα γράφουν δωρεάν, κάποιοι θα πληρώνονται με ό,τι καταβάλεται στους ελεύθερους επαγγελματίες κι άλλοι θα είναι τακτικοί σχολιαστές. Επιπλέον, θα υπάρχουν διαφορετικοί τύποι συντακτών. Μερικοί συντάκτες θα συνεργαστούν με τους νέους αυτούς δημοσιογράφους, ενώ άλλοι συντάκτες θα ασχολούνται με εικόνες και κείμενα που αποστέλλονται από τους πολίτες μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ιστοσελίδες και twitter. Θα υπάρξουν συντάκτες ή “παραγωγοί κοινοτήτων” που θα είναι επιφορτισμενοι με το να βγαίνουν στις γειτονιές για να βοηθήσουν τους πολίτες να χρησιμοποιούν τα μέσα ενημέρωσης για την παραγωγή των δικών τους θεμάτων.

Οριζόντια, η μελλοντική αίθουσα παραγωγής ειδήσεων θα είναι πολυεπίπεδη σε σχέση με τον τύπο δημοσιογραφίας που θα παράγει, από έντυπα και ραδιοτηλεοπτικά τμήματα έως παραγωγή ηλεκτρονικών κέντρων. Οι αίθουσες τύπου στο παρελθόν είχαν κάθετες και οριζόντιες στρώσεις. Οι εφημερίδες κυμαίνονταν κάθετα από τον αρχισυντάκτη που βρισκόταν στην κορυφή έως τον ανταποκριτή στο κάτω μέρος. Μερικές ειδησεογραφικές ιστοσελίδες θα συνεχίσουν να λειτουργούν από μια μικρή ομάδα ανθρώπων που θα χρησιμοποιούν μόνο μία μορφή, όπως είναι το blogging. Αλλά ένα σημαντικό κομμάτι της επικρατούσας τάσης θα αποτελείται από αυτές τις σύνθετες, πολυεπίπεδες οργανώσεις. Η πολυεπίπεδη δημοσιογραφία θα αντιμετωπίσει δύο τύπους προβλημάτων. Πρώτο θα είναι τα «κάθετα» δεοντολογικά και ηθικά ερωτήματα σχετικά με το πώς τα διαφορετικά στρώματα, από τους επαγγελματίες συντάκτες έως τους πολίτες-δημοσιογράφους, θα πρέπει να αλληλεπιδρούν για να παράγουν υπεύθυνη δημοσιογραφία. Για παράδειγμα, με ποιά κριτήρια θα αξιολογούν οι επαγγελματίες συντάκτες τις συνεισφορές των πολιτών- δημοσιογράφων; Δεύτερον, θα υπάρξουν «οριζόντιες» ερωτήσεις σχετικά με τους κανόνες και τις πρακτικές των διαφορετικών τμημάτων.

Δύσκολες ερωτήσεις για τη δεοντολογία και την ηθική των ηλεκτρονικών μέσων.: Ποιος είναι δημοσιογράφος;

Ο «εκδημοκρατισμός» των μέσων μαζικής ενημέρωσης και της τεχνολογίας που επιτρέπει στους πολίτες να ασχολούνται με τη δημοσιογραφία και τη δημοσίευση θολώνει την ταυτότητα των δημοσιογράφων και την έννοια του τι συνιστά δημοσιογραφία. Τον προηγούμενο αιώνα, οι δημοσιογράφοι ήταν μια σαφώς καθορισμένη ομάδα. Το μεγαλύτερο μέρος της αποτελούνταν από επαγγελματίες που έγραφαν για τις μεγάλες εφημερίδες και εργάζονταν σε τηλεοπτικούς σταθμούς. Το κοινό δεν είχε μεγάλη δυσκολία στον εντοπισμό των μελών του «Τύπου». Σήμερα, οι πολίτες χωρίς δημοσιογραφική εκπαίδευση οι οποίοι δεν λειτουργούν για μέσα μαζικής ενημέρωσης αυτοαποκαλούνται δημοσιογράφοι, ή γράφουν με τρόπους που εμπίπτουν στην γενική περιγραφή του δημοσιογράφου ως κάποιου που γράφει τακτικά για δημόσια θέματα για ένα κοινό ή ένα ακροατήριο. Έτσι, δεν είναι πάντα σαφές που αρχίζει και που τελειώνει ο όρος “δημοσιογράφος”. Αν κάποιος κάνει ό, τι φαίνεται να είναι δημοσιογραφία, αλλά αρνείται την ετικέτα «δημοσιογράφος» είναι αυτός/ή δημοσιογράφος;  Είναι τα πρόσωπα που εκφράζουν τις απόψεις τους στη σελίδα τους στο Facebook δημοσιογράφοι;

Τί είναι η δημοσιογραφία;

Η έλλειψη σαφήνειας σχετικά με το ποιος είναι δημοσιογράφος οδηγεί σε διαφορετικούς ορισμούς για το ποιός δημοσιογραφεί. Αυτό οδηγεί στο ερώτημα: Τι είναι δημοσιογραφία; Πολλοί άνθρωποι πιστεύουν ότι η ερώτηση  “Τι είναι η δημοσιογραφία;” ή “Δημοσιογραφεί αυτός/ήαυτή; “είναι πιο σημαντική από το αν κάποιος μπορεί να αυτοαποκαλείται δημοσιογράφος.

Υπάρχουν τουλάχιστον τρεις προσεγγίσεις στο ερώτημα αυτό: σκεπτικιστικά, εμπειρικά και κανονιστικά. Σκεπτικιστικά, κάποιος θα απέρριπτε την ερώτηση ως ασήμαντη. Για παράδειγμα, θα μπορούσε κανείς να πει ότι ο καθένας μπορεί να είναι δημοσιογράφος, και δεν αξίζει να υπάρχει διαφωνία για το ποιός αυτοαποκαλείται δημοσιογράφος. Η πρώτη προσέγγιση δείχνει σκεπτικισμό για της προσπάθειες του ορισμού της δημοσιογραφίας. Εμπειρικά, υπάρχει μια πιο συστηματική και προσεκτική προσέγγιση για την ερώτηση. Μπορούμε να δούμε σαφή παραδείγματα της δημοσιογραφίας στη διάρκεια της ιστορίας και να σημειώσουμε το είδος των δραστηριοτήτων  με τις οποίες ασχολούνται οι δημοσιογράφοι, π.χ. τη συλλογή πληροφοριών, την επεξεργασία θεμάτων, τη δημοσίευση ειδήσεων και απόψεων. Στη συνέχεια, χρησιμοποιούμε αυτά τα χαρακτηριστικά για να προσφέρουμε έναν ορισμό της δημοσιογραφίας που τη διαχωρίζει από τη λογοτεχνία, την αφήγηση, ή την επεξεργασία πληροφοριών για μια βάση δεδομένων της κυβέρνησης.Η κανονιστική προσέγγιση επιμένει ότι οι συγγραφείς δεν πρέπει να ονομάζονται δημοσιογράφοι, εκτός εάν έχουν εξαιρετικά ανεπτυγμένες ικανότητες, που αποκτώνται συνήθως μέσω της κατάρτισης ή της τυπικής εκπαίδευσης, και αν τιμούν ορισμένες ηθικές αξίες. Οι δεξιότητες περιλαμβάνουν δυνατότητες διερεύνησης και έρευνας,της γνώσης για τη λειτουργία των θεσμών και ιδιαίτερα ανεπτυγμένες ικανότητες επικοινωνίας. Οι ηθικοί κανόνες περιλαμβάνουν τη δέσμευση για την ακρίβεια, την επαλήθευση, την αλήθεια, και ούτω καθεξής. Η κανονιστική προσέγγιση βασίζεται σε μια ιδανική όψη της δημοσιογραφίας με ακρίβεια και υπευθυνότητα που έχει στόχο την ενημέρωση του κοινού.

Έτσι η δημοσιογραφία μπορεί να οριστεί μέσω των πιο λαμπρών παραδειγμάτων δημοσιογραφίας και των πρακτικών των καλύτερων δημοσιογράφων. Ένας συγγραφέας που έχει αυτές τις δεξιότητες και τις ηθικές δεσμεύσεις και είναι ικανός να δημοσιεύσει καλή (με τέχνη και τεκμηριωμένη) δημοσιογραφία μπορεί να αποκαλεί τον εαυτό του ηθικά υπεύθυνο δημοσιογράφο. Τα άτομα που δεν πληρούν αυτές τις κανονιστικές απαιτήσεις μπορούν να αποκαλούν τους εαυτούς τους δημοσιογράφους, αλλά δεν θεωρούνται δημοσιογράφοι με αυτήν την κανονιστική οπτική. Είναι ανεύθυνοι, δεύτερης κατηγορίας, ή ανίκανοι συγγραφείς που επιδιώκουν να γίνουν δημοσιογράφοι, ή προσποιούνται ότι είναι δημοσιογράφοι.

Ανωνυμία

Η ανωνυμία είναι πιο εύκολα αποδεκτή στα ηλεκτρονικά μέσα από ό, τι στα “παραδοσιακά” μέσα ειδήσεων και ενημέρωσης. Οι εφημερίδες απαιτούν συνήθως ακόμα και στα γράμματα αναγνωστών οι συγγραφείς να είναι επώνυμοι. Οι κανόνες δεοντολογίας της επικρατούσας τάξης προειδοποιούν τους δημοσιογράφους να χρησιμοποιούν ανώνυμες πηγές με φειδώ και μόνο εάν ορισμένοι κανόνες ακολουθούνται. Οι κώδικες προειδοποιούν τους δημοσιογράφους ότι οι άνθρωποι μπορεί να χρησιμοποιήσουν την ανωνυμία για αθέμιτες ή αναληθείς εύκολες βολές κατά άλλων για ιδιοτελείς λόγους.

Στα ηλεκτρονικά μέσα, πολλά σχόλια και περιοχές “chat” δεν απαιτούν επώνυμη υπογραφή. Οι χρήστες συχνά αρνούνται αιτήσεις από ιστοσελίδες και blogs για να εγγραφούν και να ονομάσουν τον εαυτό τους. Η ανωνυμία επικροτείται γιατί επιτρέπει την ελευθερία του λόγου και μερικές φορές βοηθά στη δημοσιοποίηση ατασθαλειών. Οι επικριτές λένε ότι ενθαρρύνει τα ανεύθυνα και επιβλαβή σχόλια. Τα μέσα ενημέρωσης της επικρατούσας τάσης αντιφάσκουν σε αυτό το ζήτημα όταν από τη μία επιτρέπουν την ανωνυμία στα ηλεκτρονικά μέσα αλλά την αρνούνται στις εφημερίδες και στις εκπομπή ειδήσεων και προγραμμάτων. Το ηθικό ερώτημα είναι το εξής: Πότε είναι η ανωνυμία ηθικά επιτρεπτή και πότε τα μέσα ενημέρωσης είναι ασυνεπή στην εφαρμογή διαφορετικών κανόνων για την ανωνυμία στις διαφορετικές πλατφόρμες ενημέρωσης; Ποιές θα πρέπει να είναι οι κατευθυντήριες γραμμές δεοντολογίας για την ανωνυμία offline και online;

Ταχύτητα, φήμη και διορθώσεις

Οι πληροφορίες και οι εικόνες κυκλοφορούν ανά τον κόσμο με εκπληκτική ταχύτητα μέσω του Twitter, του YouTube, του Facebook, των blogs, των κινητών τηλεφώνων κα των e-mail. Η ταχύτητα ασκεί πίεση στις αίθουσες ειδήσεων να δημοσιεύσουν τις ιστορίες πριν ελεγχθούν επαρκώς και επαληθευθούν ως προς την πηγή της ιστορίας και την αξιοπιστία των προβαλλομένων περιστατικών. Σημαντικές ειδησεογραφικές οργανώσεις πολύ συχνά αλιεύουν φήμες στο διαδίκτυο. Μερικές φορές, ο αντίκτυπος της δημοσίευσης μίας ηλεκτρονικής φήμης δεν είναι πολύ σοβαρός- για παράδειγμα, η λανθασμένη αναφορά απόλυσης ενός προπονητή του ποδοσφαίρου. Αλλά ένα μέσο που θριαμβεύει στην ταχύτητα και το “μοίρασμα”,“ανταλλαγή” πληροφοριών δημιουργεί τη δυνατότητα για μεγάλη ζημιά. Για παράδειγμα, οργανώσεις ειδήσεων θα μπορούσαν να μπουν στον πειρασμό να επαναλάβουν μια ψευδή φήμη ότι τρομοκράτες έχουν λάβει τον ελέγχου του μετρό στο Λονδίνο, ή ότι ένας πυρηνικός σταθμός έχει μόλις υποστεί μια «κατάρρευση» και επικίνδυνα αέρια ταξιδεύουν προς Σικάγο. Αυτές οι ψευδείς αναφορές θα μπορούσαν να προκαλέσουν πανικό, αιτίες για ατυχήματα, άμεση στρατιωτική δράση και ούτω καθεξής. Ένα σχετικό πρόβλημα, που δημιουργήθηκε από τα νέα μέσα, είναι το πώς να χειριστούν τα σφάλματα και τις διορθώσεις όταν οι πληροφορίες και τα σχόλια ενημερώνονται και ανανεώνονται συνεχώς. Ολοένα και περισσότερο, οι δημοσιογράφοι κάνουν blogging «ζωντανά» για αθλητικούς αγώνες,παιχνίδια, ειδησεογραφικά γεγονότα και πολύ σημαντικές ιστορίες. Όταν κάποιος λειτουργεί σε αυτές τις ταχύτητες, τα λάθη που γίνονται είναι αναπόφευκτα, είτε πρόκειται για ένα ορθογραφικό λάθος είτε για λάθος μετάδοσης ενός γεγονότος. Θα πρέπει σε αυτές τις περιπτώσεις ο ειδησεογραφικός οργανισμός να γυρίσει πίσω και να κάνει διόρθωση σε όλα αυτά τα λάθη στα οποία έχουν στιβαχτεί βουνά υλικού; Ή θα πρέπει να διορθώσουν τα λάθη αργότερα και να μην αφήσει ένα ίχνος του αρχικού- κάτι που ονομάζεται “απενεργοποίηση δημοσίευσης” (“unpublishing”); Η ηθική πρόκληση είναι να αρθρωθούν οι κατευθυντήριες γραμμές για την αντιμετώπιση φημών και διορθώσεων σε έναν ηλεκτρονικό (online) κόσμο που να είναι σύμφωνες με τις αρχές της ακρίβειας, της επαλήθευσης και τη διαφάνειας.

Αμεροληψία, συγκρούσεις συμφερόντων, και κομματική δημοσιογραφία

Τα νέα μέσα ενθαρρύνουν τους ανθρώπους να εκφράσουν τη γνώμη τους και να μοιραστούν τις σκέψεις τους με ειλικρίνεια. Πολλοί μπλόγκερς είναι υπερήφανοι που παρουσιάζουν τη γνώμη τους, σε αντιδιαστολή με τους δημοσιογράφους οι οποίοι πρέπει να καλύπτουν τα γεγονότα αμερόληπτα. Πολλοί δημοσιογράφοι των ηλεκτρονικών μέσων βλέπουν τους εαυτούς τους ως αντάρτες ή ακτιβιστές για σκοπούς ή πολιτικά κινήματα, και απορρίπτουν την ιδέα της αντικειμενικής ή ουδέτερης ανάλυσης. Η μεροληπτική ή κομματική δημοσιογραφία έχει τουλάχιστον δύο είδη: Το ένα είδος είναι η δημοσιογραφία που παρουσιάζει μια γνώμη και σχολιάζει γεγονότα και θέματα, με ή χωρίς επαλήθευση. Μια άλλη μορφή είναι η κομματική δημοσιογραφία, που χρησιμοποιεί τα μέσα ενημέρωσης ως φερέφωνο για πολιτικά κόμματα και κινήματα. Σε κάποιο βαθμό, βλέπουμε μια αναβίωση (ή επιστροφή) σε μία κομματική δημοσιογραφία παρουσίασης γνώμης που ήταν δημοφιλής πριν από την άνοδο της αντικειμενικής ενημέρωσης στις αρχές του 1900. Τόσο η παρουσίαση γνώμης όσο και η κομματική δημοσιογραφία έχει βαθιές ρίζες στην ιστορία της δημοσιογραφίας. Ωστόσο,η αναβίωσή τους σε ένα online κόσμο εγείρει σοβαρά ηθικά διλήμματα για την παρούσα δεοντολογία στα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Θα έπρεπε η αντικειμενικότητα να εγκαταλειφθεί από όλους τους δημοσιογράφους; Ποιο είναι το καλύτερο για μια δυναμική και υγιή δημοκρατία – ή αμερόληπτη δημοσιογραφία ή η κομματική δημοσιογραφία; Η κατάσταση έχει γίνει ακόμα πιο αμφιλεγόμενη, καθώς υπάρχουν υποστηρικτές της μεροληπτικής δημοσιογραφίας και της παρουσίασης γνώμης, οι οποίοι όχι μόνο αμφισβητούν την αντικειμενικότητα, αλλά και την μακροχρόνια αρχή ότι οι δημοσιογράφοι θα πρέπει να είναι ανεξάρτητοι από τις ομάδες και τα συμφέροντα για τα οποία γράφουν. Για παράδειγμα, μερικοί κομματικοί δημοσιογράφοι απορρίπτουν τις κατηγορίες για “σύγκρουση ενδιαφέροντος”, όταν δέχονται χρήματα από ομάδες ή κάνουν δωρεές σε πολιτικά κόμματα.  Από οικονομική άποψη, οι ειδησεογραφικές οργανώσεις που υποστηρίζουν τις παραδοσιακές αρχές όπως είναι η αμεροληψία όλο και περισσότερο αισθάνονται υποχρεωμένοι να μετακινηθούν προς μια πιο δογματική ή κομματική προσέγγιση των ειδήσεων και των σχολιασμών. Το να είναι κάποιος αμερόληπτος, θεωρείται βαρετό για το κοινό. Υποστηρίζεται ότι το κοινό προσελκύεται περισσότερο από ισχυρές απόψεις και συγκρούσεις γνώμης.  Ακόμη και όταν οι αίθουσες τύπου επιβάλλουν τους κανόνες της αμεροληψίας – για παράδειγμα όταν απολύουν ή “παγώνουν” κάποιο δημοσιογράφο για σύγκρουση συμφερόντων- δεν καταφέρνουν να έχουν την πλήρη υποστήριξη του κοινού. Ορισμένοι πολίτες και ομάδες διαμαρτύρονται ότι οι αίθουσες τύπου καταπιέζουν αυτά που οι αναλυτές και οι δημοσιογράφοι μπορούν να πουν για τα θέματα που καλύπτουν κι αυτό είναι λογοκρισία. Είναι καλό άραγε, ότι όλο και περισσότερο, οι δημοσιογράφοι δεν στέκονται απέναντι σε διάφορες περιθωριακές ή εχθρικές προς την παραδοσιακή κοινωνία ομάδες, προσπαθώντας να ενημερώσουν αξιόπιστα το κοινό για τις απόψεις τους αλλά γίνονται μάλλον μέρος των ομάδων αυτών επιδιώκοντας να επηρεάσουν την κοινή γνώμη; Η ηθική πρόκληση είναι να επαναπροσδιορίσουμε τι σημαίνει η ανεξάρτητη δημοσιογραφία για το δημόσιο συμφέρον σε ένα μέσο όπου εμφανίζονται πολλά νέα είδη δημοσιογραφίας και όπου οι βασικές αρχές αμφισβητούνται.

Επιχειρηματική Μη Κερδοσκοπική δημοσιογραφία 

Η μείωση των αναγνωστών και των κερδών των παραδοσιακών μέσων ενημέρωσης, καθώς οι πολίτες μεταναστεύουν στον ψηφιακό κόσμο, έχει προκαλέσει συρρίκνωση του προσωπικού στις αίθουσες τύπου. Κάποιοι δημοσιογράφοι αμφισβητούν τη βιωσιμότητα του παλαιού οικονομικού μοντέλου των μέσων μαζικής ενημέρωσης που βασίζεται στη διαφήμιση και στις πωλήσεις.  Σε απάντηση, πολλοί δημοσιογράφοι έχουν αρχίσει μη κερδοσκοπικά ειδησεογραφικά πρακτορεία, ιστοσελίδες ειδήσεων, καθώς και κέντρα ερευνητικής δημοσιογραφίας που βασίζονται σε χρηματοδοτήσεις ιδρυμάτων και δωρεές από τους πολίτες. Μερικοί δημοσιογράφοι ηλεκτρονικών μέσων ζητούν δωρεές από πολίτες για τα θέματά τους. Αυτή η τάση αποκαλείται ‘επιχειρηματική δημοσιογραφία’ (entrepreneurial journalism) επειδή ο δημοσιογράφος δεν είναι πλέον αυτός/ή που απλώς αναφέρει τα γεγονότα ενώ άλλοι (π.χ. διαφημιστικά τμήματα) προσελκύουν τα κεφάλαια για το μέσο στο οποίο ο δημοσιογράφος δουλεύει.  Αυτοί οι δημοσιογράφοι είναι επιχειρηματίες που προσπαθούν να αντλήσουν κεφάλαια για τις νέες επιχειρηματικές τους δραστηριότητες. Αυτές οι νέες επιχειρηματικές δραστηριότητες εγείρουν ηθικά ζητήματα.

Πόσο ανεξάρτητες μπορούν να είναι τέτοιες ειδησεογραφικές οργανώσεις όταν εξαρτώνται τόσο από κεφάλαια ενός περιορισμένου αριθμού δωρητών; Τι θα συμβεί αν η ειδησεογραφική οργάνωση σκοπεύει να δημοσιεύσει μία αρνητική ιστορία για κάποιον από τους κύριους χρηματοδότες της; Από ποιόν θα δέχονται χρηματοδότηση και δωρεές; Πόσο διαφανείς θα είναι σχετικά με το ποιος τους δίνει τα χρήματα και κάτω από ποιές συνθήκες; Η πρόκληση είναι να διατυπωθεί μια δεοντολογία και ηθική για αυτό το νέο τομέα της δημοσιογραφίας

Δημοσιογράφοι που χρησιμοποιούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (social media)

Πολλές ειδησεογραφικές οργανώσεις ενθαρρύνουν τους δημοσιογράφους να χρησιμοποιούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για τη συλλογή πληροφοριών δημιουργώντας ταυτόχρονα και μία “φίρμα” για τον εαυτό τους ξεκινώντας από το δικό τους blog, τη σελίδα τους στο Facebook, ή το λογαριασμό Twitter τους. Ωστόσο, ο σχολιασμός σε απευθείας σύνδεση μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα στους δημοσιογράφους, ειδικά αν το ειδησεογραφικό πρακτορείο αναφέρει ότι παρέχει αμερόληπτες πληροφορίες και σχόλια. Για παράδειγμα, ένας/μία δημοσιογράφος που καλύπτει ειδήσεις από το δημαρχείο μπορεί να αναφέρει αμερόληπτα στην εφημερίδα του/της την υποψηφιότητα κάποιου για τη θέση του δημάρχου, αλλά στο blog του/ της, αυτή/ος μπορεί να εκφράσει μία ισχυρή άποψη, λέγοντας ότι ο υποψήφιος είναι αντιπαθητικός και ανίκανος πολιτικός. Τέτοια σχόλια θα μπορούσαν να δώσουν αφορμή παραπόνων στον/ην υποψήφιο/α δήμαρχο σχετικά με την έλλειψη αμεροληψίας της/ του δημοσιογράφου. Η ηθική πρόκληση είναι να αναπτυχθούν κανόνες δεοντολογίας κι ηθικής για τα μεσα κοινωνικης δικτύωσης που θα επιτρέπουν στους δημοσιογράφους να εξερευνήσουν τις δυνατότητές τους και ταυτόχρονα να βάζουν ένα όριο στα προσωπικά σχόλια.

Πολίτες δημοσιογράφοι και χρήση του περιεχομένου των πολιτών

Ένα από τα δύσκολα “οριζόντια” θέματα που αναφέρθηκε παραπάνω, είναι το κατά πόσον οι αίθουσες ειδήσεων θα πρέπει να τηρούν όλους τους τύπους δημοσιογραφίας στα ίδια συντακτικά πρότυπα. Για παράδειγμα, θα πρέπει να απαιτείται από τους πολίτες- δημοσιογράφους να κρατούν ισορροπίες και να είναι αμερόληπτοι; Μπορούν οι δημοσιογράφοι που λειτουργούν μία ιστοσελίδα ειδήσεων να δημοσιεύσουν ένα θέμα πριν από τους συναδέλφους τους, τους δημοσιογράφους της έντυπης έκδοσης; Με άλλα λόγια, πρέπει οι δημοσιογράφοι της έντυπης μορφής να αξιολογούνται με υψηλότερα κριτήρια όπως είναι η επαλήθευση πριν τη δημοσίευση; Επιπλέον, δεδομένου ότι το προσωπικό των ειδησεογραφικών οργανώσεων έχει συρρικνωθεί, και η δημοτικότητα των ηλεκτρονικών ειδήσεων μεγαλώνει, οι οργανισμοί είναι ολοένα και πιο ικανοί και πρόθυμοι, να συνεργάζονται με τους πολίτες για την κάλυψη καταστροφών, ατυχημάτων, και άλλων εκτάκτων είδησεων. Οι πολίτες που καταγράφουν τα γεγονότα με τα κινητά τους τηλέφωνα μπορούν να μεταφέρουν το κείμενο και τις εικόνες σε ειδησεογραφικά πρακτορεία. Τα ειδησεογραφικά πρακτορεία θα πρέπει να θέσουν σε εφαρμογή μία διαδικασία για την παροχή υλικού από πολίτες-δημοσιογράφους, το οποίο μπορεί να είναι πλαστό ή μεροληπτικό. Με ποιό τρόπο πρέπει να εντοπίζονται οι πηγές; Πόσο απαραίτητη είναι η εξέταση ενός θέματος; Κατά πόσο πρέπει οι πολίτες που συνεισφέρουν να έχουν γνώση της γλώσσας; Το ηθικό ερώτημα είναι κατά πόσον είναι δυνατόν να δημιουργηθεί μία δεοντολογία κι ηθική των οποίων οι κανόνες θα εφαρμόζονται με συνέπεια σε όλες τις πλατφόρμες των μέσων ενημέρωσης. Η βρισκόμαστε απέναντι στην προοπτική διαφορετικών κανόνων για διαφορετικά μέσα μαζικής ενημέρωσης;

Η δεοντολογία των εικόνων

Τέλος, υπάρχουν και τα νέα ηθικά ζητήματα που εγείρονται από τις νέες τεχνολογίες εικόνας. Αυτές περιλαμβάνουν τόσο τις φωτογραφίες όσο και τα βίντεο. Οι πολίτες και οι επαγγελματίες δημοσιογράφοι έχουν νέους και εύκολους τρόπους για να απαθανατίσουν και να μεταδώσουν εικόνες, όπως τα κινητά τηλέφωνα που συνδέονται με το Internet μέσω ασύρματης τεχνολογίας. Έχουν νέες τεχνολογίες για να αλλάζουν και να χειρίζονται αυτές τις εικόνες. Αυτή η σύγκλιση της ευκολίας της σύλληψης, της ευκολίας στη μεταφορά και της ευκολίας στη χειραγώγηση, αμφισβητεί τις παραδοσιακές αρχές του φωτορεπορτάζ που αναπτύχθηκαν για τη μη-ψηφιακή λήψη και μετάδοση των εικόνων και βίντεο. Όπως προαναφέρθηκε, ένα θέμα είναι κατά πόσο μπορούν τα ειδησεογραφικά πρακτορεία να εμπιστευτούν τις εικόνες που εύκολα καταγράφουν οι πολίτες και οι πολίτες δημοσιογράφοι. Ποιός είναι ο αποστολέας και κατά πόσο γνωρίζουμε ότι αυτή η εικόνα είναι πραγματικά από το θέμα που ασχολούμαστε; Ένα άλλο θέμα είναι κατά πόσο ένας δημοσιογράφος ή ένας πολίτης έχει χρησιμοποιήσει την τεχνολογία για να αλλάξει την εικόνα, για παράδειγμα, να προσθέσει ή να αφαιρέσει ένα αντικείμενο. Η χειραγώγηση εικόνων είναι τόσο δελεαστική που τα μέσα ενημέρωσης της επικρατούσας τάσης έχουν απολύσει σειρά φωτορεπόρτερ τις προηγούμενες δεκαετίες για να αποθαρρύνουν δόλιες πρακτικές. Ακόμα και με τη χειραγώγηση, δεν είναι όλα τα θέματα ξεκάθαρα. Οι φωτορεπόρτερ μιλούν συχνά για το ότι είναι επιτρεπτό να αλλάξουν τα ‘τεχνικά’ μέρη μιας φωτογραφίας όπως να αλλάξουν τον τόνο ή το χρωματισμό μιας φωτογραφίας. Αλλά βάζουν το όριο σε περαιτέρω αλλαγές. Αλλάζοντας το νόημα ή το περιεχόμενο μιας εικόνας για να παραπλανηθεί το κοινό είναι ανήθικο. Παρόλα αυτά η διαχωριστική γραμμή μεταξύ της τεχνικής αλλαγής και μιας ουσιαστικής αλλαγής που επηρεάζει το περιεχόμενο δεν είναι πάντα ξεκάθαρη. Ένας παραγωγός εικόνας μπορεί να αυξήσει τα χρώματα μιας φωτογραφίας σε τέτοιο βαθμό που να αλλάζει την αρχική φωτογραφία του γεγονότος ή του αντικειμένου. Επιπλέον, οι συντάκτες μπορεί να ισχυριστούν ότι είναι επιτρεπτό να αλλάζουν τις φωτογραφίες για τα περιοδικά μόδας (και για άλλους τύπους περιοδικών) γιατί το εξώφυλλό τους είναι μία μορφή ‘τέχνης’ ώστε να προσελκύσει αγοραστές όταν εκείνοι χαζεύουν στα περίπτερα. Για άλλη μια φορά, υπάρχουν πολλά σημεία και κανόνες δεοντολογίας και ηθικής που πρέπει να διευκρινιστούν όπως και οι τρόποι που αυτές οι αρχές εφαρμόζονται σε δύσκολες περιπτώσεις.

Οι παραπάνω προβληματισμοί αναπτύσσονται από τον Stephen J.A Ward, ειδικό σε ζητήματα δημοσιογραφικής Δεοντολογίας και ηθικής.

photo credit: Fringer via photopin.com